Χάρτης 92 - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-92/diereynhseis/to-sparto-i-to-anthos-tis-erimias
Ο Τζιάκομο Λεοπάρντι (Giacomo Leopardi) γεννήθηκε στις 29 Ιουνίου 1798 στο Ρεκανάτι, όπου έζησε και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Ο πατέρας του, Μονάλντο Λεοπάρντι, ένας ευρύτατης παιδείας λόγιος, ήταν εκείνος που φρόντισε προσωπικά για τη μόρφωσή του, ακολουθώντας ουσιαστικά το πρόγραμμα σπουδών των Ιησουιτών. Ωστόσο ο Τζιάκομο πολύ γρήγορα εκπλήσσει συγγενείς και φίλους με την πρόωρη και πολύπλευρη ευφυΐα του, την ευρυμάθεια, το πάθος του για τη μόρφωση, το διάβασμα και το γράψιμο, εξαντλώντας σύντομα τις δυνατότητες που μπορούσαν να του προσφέρουν οι παιδαγωγοί του. Η επταετία 1809-1816 αποτέλεσε ένα διάστημα «παράφρονος και απεγνωσμένης μελέτης», εξαιτίας της οποίας η υγεία του επιβαρύνθηκε σημαντικά: αφιερώνεται στη σύνθεση ποιημάτων, στη μετάφραση (κυρίως από τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά), σε φιλολογικές μελέτες και σε έρευνες πάνω στην αστρονομία, τη φυσική, τη χημεία, τη φυσική ιστορία, τη λογική, την οντολογία και την ηθική, ακόμη και στην ψυχή των μη ανθρώπινων πλασμάτων. Το καλοκαίρι του 1817 αρχίζει να καταγράφει τις σκέψεις του και ―ως τις 4 Δεκεμβρίου 1832― να κρατά τις σημειώσεις που θα αποτελέσουν τις 4526 σελίδες του χειρογράφου που σήμερα είναι γνωστό ως Zibaldone di pensieri. Έζησε κατά περιόδους στη Ρώμη, τη Φλωρεντία, το Μιλάνο και την Πίζα. Προς το τέλος της ζωής του εγκαταστάθηκε στη Νάπολη, όπου συνέθεσε τα τελευταία του Canti, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει το αξεπέραστο φιλοσοφικό λυρικό ποίημα La ginestra, o il fiore del deserto (1836), καθώς παρακολουθούσε ανήμπορος την προοδευτική επιδείνωση της ήδη εύθραυστης υγείας του. Πέθανε στις 14 Ιουνίου 1837.
La ginestra, o il fiore del deserto (Το σπάρτο, ή το άνθος της ερημιάς), έτσι τιτλοφορείται η προτελευταία ποιητική σύνθεση του Τζιάκομο Λεοπάρντι. Την έγραψε την άνοιξη του 1836 και δημοσιεύτηκε στην έκδοση των Canti οκτώ χρόνια μετά τον θάνατό του (Le Monnier, 1845). Αποτελείται από 317 στίχους, ενδεκασύλλαβους και επτασύλλαβους, κατανεμημένους σε επτά στροφές με πολύ ακανόνιστο μήκος, αλλά πάντως εξαιρετικά εκτεταμένες. Οι στροφές είναι ελεύθερες, αλλά παρατηρείται μια σχετική εσωτερική ομοιοκαταληξία. Η πρωτότυπη σύνθεση χαρακτηρίζεται από τη συχνή χρήση λατινισμών (για παράδειγμα, «arbor» για να δηλώσει φυτό), την εκτεταμένη προσφυγή σε αρχαϊκές και επίσημες εκφράσεις («anco», «erme contrade», «cittade») και την υιοθέτηση μιας ιδιαίτερα περίτεχνης σύνταξης, που αναπτύσσεται σε μακρές, κυρίως υποτακτικές περιόδους. Δεν απουσιάζουν επίσης οι όροι που προσδίδουν μια έντονη συναισθηματική φόρτιση («formidabile», «sterminator», «furiosa», «minaccia», «ruina», «tonante»), όπως και η κλιμακούμενη σταδιακή εντατικοποίηση της σημασίας των λέξεων («schiaccia, diserta e copre»). Ιδιαίτερη μνεία οφείλουμε να κάνουμε στην αντίθεση ανάμεσα στο ερημωμένο ηφαιστειακό τοπίο και το άρωμα του σπάρτου: αν η τραχύτητα του Βεζούβιου εκφράζεται με σκληρές και δυσάρεστες λέξεις, το άνθος δηλώνεται με λέξεις απαλές και μουσικές.
Το σπάρτο ή το άνθος τής ερημιάς
Καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς § Κατά Ιωάννην, Γ, 19
Εδώ στην άνυδρη ράχη
του φοβερού βουνού
του εξολοθρευτή Βεζούβιου,
που μήτε δέντρο μήτε άνθος το γλυκαίνει,
εσύ σκορπάς τριγύρω τους μοναχικούς σου θάμνους,
ευωδιαστό σπάρτο,
ευχαριστημένο με τις ερημιές. Σε είδα ακόμη
με τους βλαστούς σου να ομορφαίνεις τους έρημους τόπους
που ζώνουν την πόλη
που των θνητών κυρά υπήρξε κάποτε, [10]
και της χαμένης αυτοκρατορίας,
μοιάζουν, με τη βαριά και σιωπηλή τους όψη,
να φέρνουν μαρτυρίες κι αναμνήσεις στον διαβάτη.
Τώρα σε ξαναβλέπω σε τούτο το χώμα, τους θλιμμένους
κι από τον κόσμο εγκαταλελειμμένους τόπους ν’ αγαπάς,
και των βασανισμένων ριζικών να είσαι πάντα σύντροφος.
Τούτα τα χωράφια, σπαρμένα
με στέρφες στάχτες, και σκεπασμένα
από την πετρωμένη λάβα,
που κάτω από τα βήματα του οδοιπόρου αντηχεί· [20]
εκεί όπου φωλιάζει και κουλουριάζεται στον ήλιο
το φίδι, κι όπου στο γνώριμο
σπηλαιώδες λαγούμι γυρίζει το κουνέλι·
ήταν ζωηρές επαύλεις και καλλιέργειες,
και ξάνθιζαν από στάχυα, και αντηχούσαν
από το μουγκρητό των κοπαδιών·
ήταν κήποι και παλάτια,
για τις σχόλες των ισχυρών
ευχάριστη κατοικία· κι ήταν πόλεις ξακουστές,
που το μεγαλόπρεπο βουνό, τους χειμάρρους του [30]
εκτοξεύοντας από το πύρινο στόμα του, συνέτριψε
μαζί με τους κατοίκους. Τώρα ολόγυρα
ένας ερειπιώνας τα περιβάλλει,
κι εσύ, ω προσηνές άνθος, όπου βρίσκεσαι, και σχεδόν
με τις πληγές των άλλων συμπάσχοντας, στον ουρανό
γλυκύτατης ευωδίας άρωμα στέλνεις,
που την έρημο παρηγορεί. Σ’ αυτές τις πλαγιές
ας έλθει εκείνος που να εξυψώνει με επαίνους
την κατάστασή μας συνηθίζει, κι ας δει πόσο
φροντίζει για το γένος μας [40]
η φιλόστοργη φύση. Και τη δύναμη
εδώ με δίκαιο μέτρο
θα μπορέσει ακόμη να εκτιμήσει της ανθρώπινης σποράς,
που η σκληρή τροφός, εκεί όπου λιγότερο φοβάται,
με μια ελαφριά κίνηση σε μια στιγμή την αφανίζει
σχεδόν, και μπορεί με κινήσεις
λίγο μόνο ελαφρότερες ακόμη ξαφνικά
να την εξαλείψει ολοσχερώς.
Ζωγραφισμένες σε τούτες τις όχθες
είναι του ανθρώπινου γένους [50]
«οι θαυμαστές και προοδευτικές τύχες».
Εδώ κοίτα, κι εδώ καθρεφτίσου,
αιώνα αλαζονικέ κι ανόητε,
που το μονοπάτι που ως τότε
η αναγεννημένη σκέψη είχε χαράξει εμπρός σου
εγκατέλειψες, και, στρέφοντας πίσω τα βήματα,
για το πισωγύρισμα καυχιέσαι
και πρόοδο το ονομάζεις.
Στα παιδιαρίσματά σου τα πνεύματα όλα,
των οποίων η κακή τους μοίρα σε όρισε πατέρα, [60]
σε κολακεύουν, αν και
σε χλευάζουν καμιά φορά
μέσα τους. Εγώ όχι
με τέτοια ντροπή δεν θα κατεβώ στον τάφο·
μα την περιφρόνηση που κλείνω
για σένα στο στήθος μου,
θα τη δείξω όσο γίνεται πιο φανερά·
αν και το ξέρω ότι στη λήθη
καταδικάζεται να χαθεί όποιος πολύ στην εποχή του εναντιώθηκε.
Με το κακό αυτό, που μαζί σου [ 70]
θα μου είναι κοινό, γελάω ήδη αρκετά.
Ελευθερία ονειρεύεσαι, και δούλα την ίδια στιγμή
θέλεις ξανά τη σκέψη,
κι ας είναι μόνο χάρη σ’ εκείνη που βγήκαμε
από τη βαρβαρότητα εν μέρει, και χάρη στην οποία μόνο
μεγαλώνει ο πολιτισμός, που είναι ο μόνος που στο καλύτερο
οδηγεί τις κοινές μας μοίρες.
Έτσι σου έγινε μισητή η αλήθεια
της πικρής τύχης και της μίζερης θέσης
που η φύση μάς έδωσε. Γι’ αυτό την πλάτη [80]
άνανδρα γύρισες στο φως
που τη φανέρωσε· και, ενώ το σκας, αποκαλείς
δειλό όποιον το ακολουθεί, και μόνο
μεγαλόψυχο εκείνον
που, τον εαυτό του περιγελώντας ή τους άλλους, πανούργος ή τρελός,
ως τ’ άστρα τη θνητή του βαθμίδα υψώνει.
Άνθρωπος φτωχός και με αδύναμα μέλη,
που να ’χει ψυχή γενναία και υψηλή,
δεν αποκαλεί τον εαυτό του ούτε τον θεωρεί
πλούσιο σε χρυσάφι ούτε ρωμαλέο, [ 90]
και για λαμπρή ζωή ή χαρισματική
μορφή ανάμεσα στους ανθρώπους
δεν κάνει φαιδρή επίδειξη·
αλλά τον εαυτό του φτωχό σε δύναμη και πλούτο
τον αφήνει να φαίνεται χωρίς ντροπή, και το ομολογεί,
μιλώντας, ανοιχτά, και τα πράγματά του
τα εκτιμά όσο στ’ αλήθεια αξίζουν.
Μεγαλόψυχο ζώο
δεν τον θεωρώ βέβαια εγώ, αλλά ανόητο,
εκείνον που, γεννημένος να πεθάνει, θρεμμένος μέσα σε πόνους, [100]
λέει: «Για να απολαμβάνω γεννήθηκα»,
και με δυσώδη αλαζονεία
γεμίζει τις σελίδες, για υπέρτατα πεπρωμένα και νέες
ευτυχίες, που όλος ο ουρανός αγνοεί,
όχι μόνο τούτη η σφαίρα, δίνοντας υποσχέσεις στη γη
σε λαούς που ένα κύμα
ταραγμένης θάλασσας, μια πνοή
κακόβουλου αέρα, ένα υπόγειο κούνημα
τα καταστρέφει τόσο, ώστε απομένει
μετά βίας η ανάμνησή τους. [110]
Ευγενής φύση είναι εκείνη
που τολμά να υψώσει
τα θνητά της μάτια απέναντι
στην κοινή μοίρα, και που με ειλικρινή γλώσσα,
δίχως τίποτε από την αλήθεια να αφαιρέσει,
ομολογεί το κακό που μας έλαχε,
και την ασήμαντη κι εύθραυστή μας κατάσταση·
εκείνη που θαρραλέα και δυνατή
στον πόνο παρουσιάζεται, ούτε τα μίση και τους θυμούς
ανάμεσα στ’ αδέλφια, ακόμη πιο άσχημα [120]
από κάθε άλλο κακό, προσθέτει
στα βάσανά της, τον άνθρωπο κατηγορώντας
για την οδύνη του, αλλά ρίχνει το φταίξιμο
σ’ εκείνην που στ’ αλήθεια είναι ένοχη, που τους θνητούς
σαν μάνα τούς γεννά και σαν μητριά τούς φέρεται.
Εκείνη αποκαλεί εχθρό· κι απέναντί της,
ενωμένη θεωρώντας,
όπως είναι αλήθεια, και εξαρχής παραταγμένη
την ανθρώπινη κοινωνία,
όλους μεταξύ τους συμμάχους τούς λογαριάζει, [130]
τους ανθρώπους, και όλους τους αγκαλιάζει
με αληθινή αγάπη, προσφέροντας
και προσμένοντας ισχυρή και πρόθυμη βοήθεια
στους εναλλασσόμενους κινδύνους και στις αγωνίες
του κοινού πολέμου. Και στις προσβολές
του ανθρώπου να οπλίζει το χέρι, και παγίδα να στήνει
στον πλησίον και εμπόδιο,
ανόητο το θεωρεί τόσο, όσο θα ήταν σε πεδίο μάχης
περικυκλωμένο από εχθρικό στρατό, στην πιο κρίσιμη στιγμή
την ώρα που πυκνώνουν οι επιθέσεις, [140]
εκείνος, τους εχθρούς λησμονώντας, πικρές έριδες
να αρχίζει με τους φίλους,
να τρέπει σε φυγή και να κατακεραυνώνει με το σπαθί
τους ίδιους τους συμπολεμιστές του.
Σκέψεις σαν κι αυτές
όταν θα γίνουν, όπως ήταν κάποτε, φανερές στον λαό·
κι εκείνος ο τρόμος που πρώτα
ενάντια στην άσπλαχνη φύση
ένωσε τους θνητούς σε κοινωνική άλυσο,
θα επανέλθει εν μέρει [150]
από αληθινή γνώση· τότε η έντιμη και ορθή
πολιτική συμβίωση,
και η δικαιοσύνη και η συμπόνια άλλη ρίζα
θα έχουν κι όχι τις υπεροπτικές πλάνες,
όπου θεμελιωμένη η αρετή του λαού
στέκει συνήθως όρθια
όπως μπορεί να σταθεί ό,τι εδράζεται στο σφάλμα.
Συχνά σ’ αυτές τις όχθες,
που, πένθιμες, στα σκούρα
ντύνει η πετρωμένη θάλασσα, και μοιάζει να κυματίζει, [160]
κάθομαι τη νύχτα· κι επάνω στο θλιβερό χερσότοπο,
σε καθαρότατο γαλάζιο,
βλέπω ψηλά να φλογίζονται τ’ αστέρια,
που από μακριά τα καθρεφτίζει
η θάλασσα, και ολόκληρο, γεμάτο σπίθες τριγύρω,
στο γαλήνιο κενό να λάμπει το σύμπαν.
Κι ύστερα όταν τα μάτια σ’ εκείνα τα φώτα στρέφω,
που μοιάζουν με σημείο,
κι είναι απέραντα, έτσι
που σημείο μπροστά τους είναι η γη και η θάλασσα [170]
αληθινά· μπροστά στα οποία
όχι μόνο ο άνθρωπος, αλλά κι αυτή εδώ
η σφαίρα, όπου ο άνθρωπος είναι ένα μηδενικό,
άγνωστη είναι εντελώς· και όταν κοιτάζω
εκείνους τους ακόμη πιο απέραντα μακρινούς
σχεδόν κόμβους αστεριών,
που μας φαίνονται σαν ομίχλη, στους οποίους όχι μόνο ο άνθρωπος
κι όχι μόνο η γη, αλλά όλα μαζί,
άπειρα σε αριθμό και μάζα,
μαζί με τον χρυσό ήλιο, τ’ άστρα μας, [180]
ή είναι άγνωστα, ή φαίνονται όπως
εκείνα στη γη, ένα σημείο
νεφελώδους φωτός· στη σκέψη μου
τι φαίνεσαι άραγε τότε, ω γένος
των ανθρώπων; Κι όταν θυμάμαι
την κατάστασή σου εδώ κάτω, που μαρτυρεί
το χώμα που πατώ· κι ύστερα, από την άλλη,
ότι εσύ κυρία και τέλος
του Όλου πιστεύεις ότι είσαι· και πόσες φορές
σου άρεσε να πλάθεις μύθους, σ’ αυτόν τον σκοτεινό [190]
κόκκο άμμου, που γη ονομάζεται,
πως για χάρη σου των πάντων
κατεβαίνουν οι δημιουργοί, και συχνά συνομιλούν
ευχάριστα μαζί σου· και πως, τα γελοιοποιημένα
όνειρα ξαναζωντανεύοντας, τους σοφούς προσβάλλει
ακόμη κι η παρούσα εποχή, που στη γνώση
και στον πολιτισμένο βίο
φαίνεται να ξεπερνά κάθε άλλη· ποιο συναίσθημα τότε,
δυστυχισμένο γένος των θνητών, ή ποια σκέψη
για σένα κυριεύει την καρδιά μου; [200]
Δεν ξέρω αν το γέλιο ή η λύπηση υπερισχύει.
Όπως από δέντρο πέφτοντας ένα μικρό μήλο,
που εκεί στο όψιμο φθινόπωρο
η ωριμότητα δίχως άλλη δύναμη το ρίχνει καταγής,
ενός λαού μυρμηγκιών τις φιλόξενες κατοικίες
σκαμμένες σε χώμα μαλακό
με μεγάλο κόπο, και τα έργα τους
και τα πλούτη που είχε συγκεντρώσει με άμιλλα κι υπομονή,
με μακρόχρονο μόχθο το ακούραστο γένος,
με προνοητικότητα του θέρους τον καιρό, [210]
συντρίβει, ερημώνει και σκεπάζει
σε μια στιγμή· έτσι, πέφτοντας από ψηλά,
από τη βροντερή μήτρα
εκτοξευμένη στον βαθύ ουρανό,
από στάχτες και ελαφρόπετρες και πέτρες
νύχτα και όλεθρο, ανακατεμένη
με καυτά ποτάμια λάβας,
ή κατά μήκος της βουνοπλαγιάς,
μανιασμένη μες στα χόρτα,
από λιωμένους βράχους [220]
και από μέταλλα και από πυρακτωμένη άμμο,
κατεβαίνοντας απέραντη πλημμύρα,
τις πόλεις που η θάλασσα εκεί, στο έσχατο
ακρογιάλι έβρεχε, τις κατέστρεψε
τις κατακομμάτιασε και τις σκέπασε
σε λίγες στιγμές· κι έτσι τώρα πάνω τους
βόσκει η κατσίκα, και νέες πόλεις
υψώνονται από την άλλη πλευρά, που για βάση τους έχουν
τις θαμμένες, και τα πεσμένα τείχη
το απότομο βουνό με το πόδι του σχεδόν πατά. [230]
Δεν τρέφει η φύση για τον σπόρο
του ανθρώπου περισσότερη εκτίμηση ή φροντίδα
απ’ ό,τι για το μυρμήγκι· κι αν πιο σπάνιος σ’ εκείνο
παρά σε τούτο είναι ο όλεθρος
δεν συμβαίνει αυτό από άλλη αιτία,
παρά επειδή του ανθρώπου οι γενιές είναι λιγότερο γόνιμες.
Και πάνω από χίλια κι οκτακόσια
χρόνια πέρασαν αφότου αφανίστηκαν, καταπλακωμένες
από την πύρινη δύναμη, οι πολυάνθρωπες εστίες,
κι ο χωρικός, σκυμμένος [240]
στ’ αμπέλια, που με δυσκολία σ’ αυτά τα χώματα
θρέφει η νεκρή κι αποτεφρωμένη γη,
ακόμη υψώνει το βλέμμα
δύσπιστος προς την κορυφή
τη μοιραία, που δεν μαλάκωσε ποτέ,
ακόμη στέκει φοβερή, ακόμη απειλεί
αυτόν με όλεθρο, και τα παιδιά και υπάρχοντα
τα φτωχικά τους. Και συχνά
ο δύστυχος πάνω στη στέγη
του αγροτόσπιτου, στην πλανώμενη [250]
την αύρα μένει ξαπλωμένος όλη νύχτα άυπνος,
και πολλές φορές πετάγεται, παρατηρεί την πορεία
του φοβερού βρασμού, που ξεχύνεται
από τα ανεξάντλητα σπλάχνα
πάνω στην αμμώδη ράχη, όπου λαμπυρίζει
του Κάπρι η θάλασσα
και της Νάπολης το λιμάνι κι η Μερτζελίνα.
Κι αν τον δει να πλησιάζει, ή αν στο σκοτάδι
του σπιτικού πηγαδιού ακούσει το νερό
να βράζει κοχλάζοντας, ξυπνά τα παιδιά, [260]
ξυπνά τη γυναίκα γρήγορα, κι ευθύς φεύγει, με ό,τι
από τα υπάρχοντά τους μπορούν να πάρουν· κι έτσι, φεύγοντας,
βλέπει από μακριά τη γνώριμη
φωλιά του, και το μικρό χωράφι,
που του στάθηκε στην πείνα η μόνη άμυνα,
λεία της καυτής θάλασσας,
που κροταλίζοντας φτάνει, κι αδυσώπητη
για πάντα πάνω τους απλώνεται.
Επιστρέφει στο γαλάζιο φως,
μετά την αρχαία λησμονιά, η σβησμένη [270]
Πομπηία, σαν θαμμένος
σκελετός, που της γης
η απληστία ή ο οίκτος φέρνει πάλι στο φως·
κι από την έρημη αγορά,
όρθιος ανάμεσα στις σειρές
από κολοβωμένες κιονοστοιχίες, ο διαβάτης
από μακριά αγναντεύει το δίκορφο βουνό
και την καπνισμένη κορυφογραμμή,
που τα σκόρπια ερείπια ακόμη απειλεί.
Και στη φρίκη της βαθιάς νύχτας [280]
μέσ’ από τα κενά θέατρα,
μέσ’ από τους ρημαγμένους ναούς και τα χαλάσματα
σπιτιών, όπου τα μικρά της η νυχτερίδα κρύβει,
σαν ζοφερός πυρσός
που σ’ άδεια ανάκτορα ανηλεής γυρίζει,
τρέχει η λάμψη της νεκρικής λάβας,
που από μακριά μες στις σκιές
κοκκινίζει και βάφει ολόγυρα τους τόπους.
Έτσι, για τον άνθρωπο αδιάφορη και για τους αιώνες
που αυτός ονομάζει αρχαίους, και για τη διαδοχή [290]
των απογόνων μετά τους προγόνους,
η φύση μένει πάντα νέα· μάλλον προχωρεί
σε δρόμο τόσο μακρύ
που μοιάζει να στέκει ακίνητη. Πέφτουν τα βασίλεια στο μεταξύ,
περνούν γένη και γλώσσες· εκείνη δεν το βλέπει:
κι ο άνθρωπος της αιωνιότητας αξιώνει τη δόξα.
Κι εσύ, υπάκουο σπάρτο,
που με ευωδιαστούς θάμνους
αυτές τις γυμνωμένες εκτάσεις στολίζεις,
κι εσύ σύντομα στην αδυσώπητη δύναμη [300]
θα υποκύψεις της υπόγειας φωτιάς,
που, επιστρέφοντας στον τόπο
τον ήδη γνώριμο, θα απλώσει το άπληστο πέπλο της
πάνω στα τρυφερά σου δάση. Και θα σκύψεις
κάτω από το θνητό βάρος δίχως αντίσταση
την αθώα κεφαλή σου·
αλλά δεν θα την έχεις σκύψει μέχρι τότε ανώφελα
λιπόψυχα ικετεύοντας μπροστά
στον μελλοντικό δυνάστη· αλλά και δίχως να την έχεις υψώσει
με παράφρονα αλαζονεία ενάντια στ’ αστέρια, [310]
ούτε πάνω στην έρημο, όπου
και κατοικία και γέννηση
όχι από δική σου βούληση αλλά από παιχνίδι της τύχης είχες·
αλλά πιο σοφή, αλλά τόσο
λιγότερο αδύναμη από τον άνθρωπο, όσο τις εύθραυστες
σου γενιές δεν πίστεψες
ούτε από τη μοίρα ούτε από εσένα πλασμένες αθάνατες.
________________
Η κυρίαρχη άποψη γύρω από τη μορφή του Τζιάκομο Λεοπάρντι κινείται συχνά σε απλουστευτικές θέσεις οι οποίες καταλήγουν να μας κάνουν να πιστεύουμε ότι ο Ρεκανατέζε ήταν απλώς και μόνο ένας άνθρωπος καταθλιπτικός, δυστυχισμένος και ταλαιπωρημένος από τη ζωή, μια αιθέρια μορφή δίχως άλλα πάθη και ορμές εκτός από τον πόνο και την ανία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στη βάση ανάλογων απόψεων υπάρχει κάποια αλήθεια, αλλά αυτή την αλήθεια οφείλουμε να την αντιμετωπίσουμε με κριτικό τρόπο, προκειμένου να δούμε όλες τις αποχρώσεις της ποιητικής του Λεοπάρντι. Εξάλλου ο ίδιος απολύτως δικαιολογημένα διαμαρτυρόταν πάντα έντονα εναντίον όσων πίστευαν ότι μπορούσαν να απαλλαγούν από την ορθολογική κατάρριψη του πεσιμισμού του, παρουσιάζοντάς τον ως καθαρή αντανάκλαση μιας παθολογικής κατάστασης (πεσιμιστής, γιατί καμπούρης, ασθενής, σωματικά δύσμορφος…), και επομένως άνευ κάθε γενικής εγκυρότητας.[1] Εντούτοις είναι απαραίτητο να αναγνωρίσουμε ότι η ασθένεια έδωσε στον Λεοπάρντι μία ιδιαιτέρως πρώιμη και οξεία συνείδηση της βαριάς εξάρτησης που η φύση ασκεί πάνω στον άνθρωπο, της δυστυχίας του ανθρώπου ως σωματικού-φυσικού όντος, και από την άποψη αυτή η εμπειρία της δυσμορφίας και της αρρώστιας, στην περίπτωσή του, δεν παρέμεινε καθόλου ένα τροπάριο ατομικής κλάψας, ένα γεγονός ιδιωτικό και απλώς και μόνο βιογραφικό, και ούτε ένα καθαρό μοτίβο εσωστρεφούς ποίησης, αλλά κατέστη ένα ασυναγώνιστο γνωστικό εργαλείο. Εκκινώντας από μία υποκειμενική εμπειρία, ο Λεοπάρντι έφτασε σε μία αναπαράσταση της σχέσης ανθρώπου-φύσης που αποκλείει κάθε πρόφαση διαφυγής θρησκευτικού χαρακτήρα (τόσο με την έννοια των παραδοσιακών θρησκειών όσο και με εκείνη των ανθρωπιστικών μύθων) και η οποία, λόγω του γεγονότος ότι ο ίδιος προσωπικά την υπέστη και καλλιτεχνικά τη μετέπλασε, δεν χάνει τίποτε από την «αντικειμενικότητά» της. Αν λάβουμε υπόψη μας το στοιχείο αυτό, ίσως να πάψει να μας προκαλεί τόσο μεγάλη έκπληξη το μήνυμα μιας πικρής ελπίδας που εκπέμπει ένα φιλοσοφικό ποίημα όπως το La ginestra, o il fiore del deserto (Το σπάρτο, ή το άνθος της ερημιάς), το οποίο οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε όχι ως ένα οποιοδήποτε ποίημα, αλλά ως ένα γνήσιο φιλοσοφικό δοκίμιο εφάμιλλο σε πολλά σημεία του De rerum natura του Λουκρήτιου. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το άσμα, στην πραγματικότητα μια πνευματική/ποιητική διαθήκη, αποκορύφωμα εκείνης της φάσης της σκέψης του Λεοπάρντι που χαρακτηρίστηκε «ηρωικός/τιτάνιος πεσιμισμός», συνιστά έναν ύμνο στην αλληλεγγύη και στην ενσυναίσθηση, καθώς ακόμη και σήμερα, σχεδόν διακόσια χρόνια από τότε που το έγραψε ο Λεοπάρντι, εξακολουθεί να μας δείχνει τον δρόμο, προκειμένου να βγούμε συλλογικά από τις ποικίλες κρίσεις της εποχής μας δίχως τους ολέθριους ατομικισμούς και τους εξίσου καταστροφικούς εγωισμούς. Δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι Το σπάρτο, ή το άνθος της ερημιάς εμπεριέχει ένα ύψιστο ηθικό-φιλοσοφικό μήνυμα, το οποίο μάλιστα εκφράζεται σε μεγαλειώδη ποιητική μορφή, ενώ στη λογοτεχνική ιστορία αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα ποιήματα των τριών τελευταίων αιώνων, ένα από τα πλέον ενδεικτικά για την αναδυόμενη προβληματική του σύγχρονου κόσμου, από τα πλέον ανοιχτά σε ένα μακρύ μέλλον το οποίο έως σήμερα μας εμπλέκει και μας υπερβαίνει. Στο Σπάρτο το εγώ του ποιητή βρίσκεται σε ανοικτή σύγκρουση με το κοινωνικό-πολιτικό-πνευματικό συγκείμενο της εποχής του, σε ανοιχτή ρήξη με τον καιρό του και, κατά παράδοξο τρόπο, το βαθύτερο μήνυμα των στίχων του, παναπεί η πολιτική πρότασή του, όσο ανεπίκαιρο μπορεί να φάνταζε στην εποχή του, τόσο επίκαιρο ηχεί στις ημέρες μας.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά…
Το 1833 ο Λεοπάρντι θα μετακομίσει από τη Φλωρεντία στη Νάπολη, ευελπιστώντας ότι το πιο ήπιο κλίμα της θα ωφελούσε την υγεία του. Ωστόσο και η Νάπολη, όπως είχε συμβεί παλιότερα με τη Ρώμη (1822-1823), θα τον απογοητεύσει: από τη μια η πνευματική κοινότητα τον αποκλείει, από την άλλη ούτε και ο ίδιος συμμερίζεται τις απόψεις των ντόπιων διανοούμενων, τόσο εκείνων που τάσσονται υπέρ της συνεχούς προόδου, όπως ήδη είχε φανεί στην Palinodia. Αl marchese Gino Capponi (Παλινωδία. Στον μαρκήσιο Τζίνο Καπόνι, 1835), όπου εξέφραζε την αποστροφή του για τον αποκαλούμενο «χρυσό αιώνα» («auro secolo», στ. 38) και την επιθυμία του για μεγαλύτερη συναίσθηση σχετικά με τις αληθινές τύχες του ανθρώπινου είδους, όσο και των εκπροσώπων του ναπολιτάνικου σπιριτουαλισμού, καθολικών από συμφέρον και αφελώς οπτιμιστών, που είχε στηλιτεύσει στο ποίημα I nuovi credenti (Οι νέοι πιστοί), το οποίο συνέθεσε μετά το 1835 – αλλά δημοσιεύθηκε μόνο το 1906. Με εξαίρεση κάποια σποραδικά στηρίγματα σε τούτη τη φάση της ζωής του ο ποιητής κλείνεται ολοένα περισσότερο στον εαυτό του, υπολογίζοντας σχεδόν αποκλειστικά στη φιλία του Αντόνιο Ρανιέρι.
Το 1836, όταν στη Νάπολη ξεσπά η επιδημία της χολέρας ο Λεοπάρντι, με τον Ρανιέρι και την αδελφή του δεύτερου, θα μεταβεί σε μία εξοχική έπαυλη του Τόρε ντελ Γκρέκο, στις πλαγιές του Βεζούβιου, όπου θα μείνει μέχρι τον Φεβρουάριο του 1837. Είναι εκείνοι οι τόποι που θα του εμπνεύσουν τις δύο τελευταίες συνθέσεις του: La ginestra, o il fiore del deserto και Il tramonto della luna. Είναι η μαύρη και ηφαιστειακή γη, κατά τόπους αφιλόξενη και σχεδόν προάγγελος του θανάτου –η τελευταία έκρηξη του ηφαιστείου είχε σημειωθεί μόλις δύο χρόνια νωρίτερα– που προσφέρει στον ποιητή την ορμή για να συνθέσει Το σπάρτο, ένα ποίημα γεμάτο από μια νέα ελπίδα που δεν είχε εμφανιστεί ποτέ πριν στο έργο του, χωρίς ωστόσο να ξεφεύγει από το αναπόφευκτο βάρος του πεσιμισμού – μολονότι, σημειωτέον, ο πεσιμισμός του Λεοπάρντι συνιστά μια αντίληψη πολύ πιο σύνθετη απ’ ό,τι συχνά πιστεύεται. Σε αυτό το σημείο, για τον ποιητή, η δυστυχία δεν θεωρείται πλέον ιστορικό προϊόν, αλλά ένα εγγενές χαρακτηριστικό της ανθρωπότητας. Ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια φύση που δεν νοιάζεται για αυτόν – εν προκειμένω το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο «Διάλογος της Φύσης και ενός Ισλανδού»,[2] όπου η φύση σχεδόν αγνοεί ποιος είναι ο άνθρωπος και ακολουθεί τους δικούς της μηχανισμούς.
Εκτός από την καταστροφή της Πομπηίας και άλλων κοντινών περιοχών που σκεπάστηκαν από τη λάβα αρκετούς αιώνες νωρίτερα εξαιτίας της έκρηξης του Βεζούβιου (79 μ.Χ.), υπάρχει ένα ακόμη ανάλογης έντασης ιστορικό/φυσικό γεγονός που φαίνεται να συνδέεται με την κοσμοθεώρηση του Σπάρτου: ο σεισμός της Λισαβόνας. Το πρωί της 1ης Νοεμβρίου 1755 η πρωτεύουσα της Πορτογαλίας, μιας από τις μεγαλύτερες πόλεις της ηπείρου την εποχή εκείνη, συγκλονίζεται από έναν σφοδρότατο σεισμό. Αμέσως εκδηλώνεται μια πυρκαγιά που θα διαρκέσει σχεδόν έξι ολόκληρες ημέρες. Λίγο μετά τις πρώτες δονήσεις, ένα τεράστιο κύμα κατακλύζει το λιμάνι, σαρώνοντας ανθρώπους και κατοικίες, γκρεμίζοντας ό,τι είχε απομείνει από την κάτω πόλη. Ο αριθμός των νεκρών υπολογίζεται στις δεκαπέντε χιλιάδες, μολονότι άλλοι ανεβάζουν τον αριθμό στις εκατό χιλιάδες· τα τρία τέταρτα της πόλης καταστρέφονται. Ο σεισμός συνταράσσει τους λογίους και τους φιλοσόφους και οι ισχυρότατοι διανοητικοί μετασεισμοί που γίνονται αισθητοί σε ολόκληρη την Ευρώπη προκαλούν έντονη αντιπαράθεση γύρω από τη δυστυχία και τη θεία πρόνοια, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τη φιλοσοφική αισιοδοξία (τον «οπτιμισμό»). Θρησκόληπτοι μιλούν για εκδίκηση του Θεού και τρομοκρατούν τον κόσμο με προφητείες για χειρότερες καταστροφές· ιερείς και καλόγεροι απειλούν τους αμαρτωλούς· θεολόγοι προσπαθούν να ανασυγκροτήσουν τα επιχειρήματά τους· επιστήμονες και φιλόσοφοι αντιπροτείνουν φυσικές ερμηνείες, επισημαίνοντας την ανάγκη αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας απέναντι σε τέτοιες καταστροφές που δεν είναι παρά φυσικά φαινόμενα. Με άλλα λόγια, στην καρδιά του Διαφωτισμού, οι διαμάχες με φόντο τον σεισμό αντανακλούν αλλά και ανανεώνουν τη σύγκρουση ανάμεσα στις κατεστημένες ιδέες και στο αίτημα για ορθολογισμό. Ο Βολτέρος μαθαίνει τι έχει συμβεί τρεις εβδομάδες αργότερα και γράφει το Poème sur le désastre de Lisbonne, ou examen de cet axiome, tout est bien (Ποίημα για την καταστροφή της Λισαβόνας, ή εξέταση του αξιώματος «Όλα είναι καλά», 1756),[3] στο οποίο καταθέτει τις σκέψεις του για τη μοίρα και για την ύπαρξη του κακού, χρησιμοποιώντας την καταστροφή για να πλήξει τον τότε ηγεμονεύοντα οπτιμισμό του «καλύτερου από όλους τους δυνατούς κόσμους», θέση που είχε υποστηρίξει ο Λάιμπνιτς στη Θεοδικία (Théodicée).
Δεδομένου ότι στο Σπάρτο βρισκόμαστε στον πυρήνα του ποιητικού και φιλοσοφικού στοχασμού του Λεοπάρντι, θα μπορούσαμε βάσιμα να εικάσουμε ότι ο σεισμός της Λισαβόνας θα αφήσει εκεί και το δικό του αποτύπωμα. Ότι τα πάντα είναι πόνος και δυστυχία και κακό, γιατί η αρχή του κακού ενοικεί σε όλα τα πράγματα, και τα πάντα είναι καταδικασμένα στον πόνο, αποτελεί μια σταθερά της σκέψης του. Αυτό το γνωρίζουμε πολύ καλά και μάλιστα μάς το είχε περιγράψει με τόσο παραστατικό όσο και σπαρακτικό τρόπο σε ό,τι οι μελετητές του είχαν αποκαλέσει «ο κήπος του πόνου» («giardino in istato di souffrance»): πίσω από τη φαινομενική ομορφιά ενός κήπου κρύβεται μία βάναυση πραγματικότητα καταστροφής και πόνου μεταξύ όλων των πλασμάτων –ανθρώπων, ζώων, φυτών– που τον κατοικούν και όπου είναι βέβαιο ότι γι’ αυτά η ανυπαρξία θα ήταν πολύ καλύτερη της ύπαρξης.[4]
Ωστόσο τώρα αυτή η ευθραυστότητα, η περατότητα και η αδυναμία του ανθρώπου έρχεται στο προσκήνιο με μια φιλοσοφική σκέψη απίστευτου βάθους και με μια ποιητική έμπνευση ικανή να δημιουργήσει εικόνες ανυπέρβλητου ύψους.
Το μέγεθος και την ποιότητα αυτών των δύο στοιχείων, της φιλοσοφίας και της ποίησης, στο συγκεκριμένο ποίημα μπορούμε να τα αντιληφθούμε από το incipit και τους πρώτους κιόλας στίχους της σύνθεσης. Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει πως θα επιλέξει να τοποθετήσει ως ένα είδος επιγραφής-εισαγωγής –και από την άποψη αυτή ως το πραγματικό ξεκίνημα του ποιήματος– τη γνωστή φράση από το Κατά Ιωάννη ευαγγέλιο «Καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς» (Γ, 19). Εντούτοις δεν θα αργήσουμε να αντιληφθούμε ότι η αναφορά αυτή θα πρέπει να εκληφθεί περισσότερο ως μία ειρωνική «αντιχριστιανική» ανατροπή του αρχικού περιεχομένου που ήθελε να του προσδώσει ο ευαγγελιστής, για τον οποίο «τὸ φῶς» ταυτιζόταν με τον λόγο του Θεού. Υπό το πρίσμα αυτό ο «άθεος» και «υλιστής» Λεοπάρντι υιοθετεί μεν τη συγκεκριμένη αναφορά, αλλά προς μία διαφορετική κατεύθυνση: προκειμένου να υπογραμμίσει τη δυσκολία με την οποία η αλήθεια αποκαλύπτεται στους ανθρώπους, οι οποίοι της εναντιώνονται και δεν την αποδέχονται πρόθυμα –οχυρωμένοι πίσω από σπιριτουαλιστικές και οπτιμιστικές αντιλήψεις, συχνά αφελείς και κάπως αμβλείς–, προτιμώντας να καταφύγουν σε ψευδείς και καθησυχαστικές απόψεις (τὸ σκότος), αντί να συνειδητοποιήσουν την τραγική υπαρξιακή κατάστασή τους (τὸ φῶς). Με άλλα λόγια, για τον ποιητή, οι άνθρωποι προτιμούν τα ψεύτικα και παρηγορητικά πράγματα, αντί να αναγνωρίσουν και να αποδεχτούν «σκληρές και επώδυνες αλήθειες». Στο δικό του βλέμμα το σκότος έγκειται στις θρησκευτικές, λαϊκές, πολιτικές ή φιλοσοφικές πλάνες που απομακρύνουν τον άνθρωπο από αυτή την «επώδυνη, αλλά απαραίτητη επίγνωση» του πεπρωμένου και της φύσης του. Μόνο σε αυτήν ακριβώς την προοπτική και υπό αυτό ακριβώς το πρίσμα οφείλουμε να προσεγγίσουμε τη θέση που ο άνθρωπος, για τον Λεοπάρντι, κατέχει στον κόσμο. Και με τον τρόπο αυτόν να φωτίσουμε πλευρές του αντιανθρωποκεντρισμού και του «πεσιμισμού» του, όπως και την υποτιθέμενη μισανθρωπία του.
Για να ακολουθήσει, με το άνοιγμα της πρώτης στροφής (στ. 1-51), μια εικόνα σπάνιας παραστατικότητας, η περιγραφή της πλαγιάς του Βεζούβιου, του ηφαιστείου που με την έκρηξή του σκόρπισε καταστροφή και θάνατο εκεί όπου κάποτε υψώνονταν επαύλεις, κήποι και μεγάλες, ανθηρές πόλεις. Πρόκειται για ένα τοπίο ερημικό και χωρίς βλάστηση, το οποίο ζωντανεύει αποκλειστικά ένα ταπεινό φυτό, το σπάρτο, που ανθίζει σε εκείνη την ερημιά και αναδίδει στον ουρανό ένα ευωδιαστό άρωμα που απαλύνει κάπως τη γύμνια του άνυδρου τόπου, όπου πλέον είναι αδύνατη η ανθρώπινη παρουσία. Από αυτό το σημείο και μετά, ο ποιητής απευθύνεται στο σπάρτο, που γίνεται ο προνομιακός συνομιλητής του ποιητικού λόγου, καθώς θυμάται ότι το είχε ήδη συναντήσει στις έρημες εκτάσεις που περιβάλλουν την Ρώμη, μια αρχαία δύναμη που παρήκμασε οριστικά. Η πρώτη στροφή κλείνει με μια σφοδρή πολεμική εναντίον όσων, εξυμνώντας την ανθρώπινη κατάσταση και την πρόοδο, πιστεύουν ότι η φύση είναι φίλη του ανθρώπου. Σε αυτούς απευθύνει μια πικρή πρόσκληση να επισκεφθούν τις αφιλόξενες πλαγιές του Βεζούβιου, ώστε να δουν με τα ίδια τους τα μάτια πόσο «νοιάζεται» για το ανθρώπινο γένος η δήθεν φιλόστοργη φύση, η οποία σε εκείνα τα ερημικά μέρη απογυμνώνει «le magnifiche sorti e progressive» (στ. 51).[5] Είναι προφανής η καυστική και λεπτή ειρωνεία απέναντι σε όσους αφελώς και ακράδαντα πιστεύουν ότι πρόοδος και ευτυχία, αν δεν ταυτίζονται, συμπορεύονται, δίχως να αντιλαμβάνονται στις φυσικές δυνάμεις που απειλούν να καταστρέψουν ό,τι το γένος των ανθρώπων δημιούργησε.
Στη δεύτερη στροφή (στ. 52-86) ο Λεοπάρντι επανέρχεται στην πολεμική του ενάντια στον σπιριτουαλισμό του 19ου αιώνα, έναν «secol superbo e sciocco» (στ. 53), επειδή χαρακτηρίζεται από ένα ανορθολογικό στοιχείο με το οποίο απαρνήθηκε την υλιστική φιλοσοφία του Διαφωτισμού. Ήταν ακριβώς χάρις στα επιτεύγματα της σκέψης του 18ου αιώνα που ο άνθρωπος είχε καταφέρει να ξεφύγει από τη βαρβαρότητα και τις δεισιδαιμονίες του Μεσαίωνα. Ο Λεοπάρντι αποστασιοποιείται από τον νέο ρομαντικό σπιριτουαλισμό και καταδικάζει με οξύτατη περιφρόνηση όσους κηρύττουν απόψεις και δόγματα περί θείας πρόνοιας ή/και περί διαρκούς προόδου, που βασίζονται όμως σε έναν σαθρό οπτιμισμό. Εδώ θα μπορούσαμε να διακρίνουμε μία νύξη στις ιδέες για τη φύση διαφωτιστών όπως ο Ντιντερό και ο βαρόνος του Χόλμπαχ, καθώς και την απόρριψη του άκριτου οπτιμισμού του Λάιμπνιτς.
Στην τρίτη –και εκτενέστερη– στροφή (στ. 87-157) ο ποιητής ορίζει την αληθινή πνευματική ευγένεια εισάγοντας τη μορφή ενός μεγαλόψυχου και υψηλόφρονος ανθρώπου, ο οποίος, χωρίς ντροπή, δεν κρύβει την ευθραυστότητά του και αναγνωρίζει με αξιοπρέπεια τη δυστυχία που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη κατάσταση. Αυτός ο άνθρωπος αντιπαρατίθεται σε έναν «ανόητο» που, κυριευμένος από δυσώδη, σχεδόν διεστραμμένη, υπερηφάνεια, ζει μέσα σε ψευδαισθήσεις και υπόσχεται ένα μέλλον γεμάτο εξαιρετικές ευτυχίες, σε λαούς που ακόμη και μια μικρή σεισμική δόνηση ή ένας λοιμός μπορεί να εξαφανίσει, σβήνοντας διά παντός κάθε ίχνος τους. Κατά την κρίση του ποιητή, πρόκειται για τις κενές και αποκρουστικές αυταπάτες που δεν ταιριάζουν ούτε στον σοφό ούτε στον θαρραλέο.[6] Η «ευγενής φύση» τολμά να υψώσει με θάρρος τα μάτια της απέναντι στο κοινό πεπρωμένο και ομολογεί την περατότητα και την ευθραυστότητα του ανθρώπου χωρίς να έχει αυταπάτες, χωρίς να κρύβει κάτι από την αλήθεια ή να στρουθοκαμηλίζει.[7] Μόνο αυτή η ηρωική μορφή είναι ικανή για αληθινή αγάπη που θα τους αγκαλιάζει όλους, που θα προσφέρει πρόθυμα βοήθεια στους κινδύνους και στις αγωνίες του κοινού πολέμου που έχουμε να αντιμετωπίσουμε (στ. 131-135). Γιατί, για τον Λεοπάρντι, το μεγαλύτερο από όλα τα κακά είναι το μίσος που τρέφουμε για τους ομοίους μας, δηλαδή η απουσία συμπόνιας, η έλλειψη εγκαρδιότητας, η αποξένωση, η απομόνωση.[8]
Στο σημείο αυτό ο ποιητής διατυπώνει και το κάλεσμά του για μια αδελφική ένωση που θα αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους στην κοινή τους μοίρα: να αφήσουν τις έριδες και τα μίση μεταξύ τους και να κατανοήσουν ποιος ευθύνεται πραγματικά για τα δεινά τους, ποιος είναι αληθινός εχθρός τους: η φύση, εκείνη που «madre è di parto e di voler matrigna» (στ. 125), που γεννάει τα παιδιά της, για να τα εγκαταλείψει στη συνέχεια στη μοίρα τους. Σε αυτήν και μόνο ρίχνει το φταίξιμο η «ευγενής φύση».[9]
Όχι άδικα θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι οι συγκεκριμένοι είναι οι κεντρικοί στίχοι του ποιήματος.
Επιπροσθέτως το νέο στοιχείο, το μήνυμα, που κομίζει η συνεισφορά του Λεοπάρντι στο σημείο αυτό έγκειται ακριβώς στην προσδοκία, στο μήνυμα μιας «κοινωνικής αλύσου» («social catena»), της «ένωσης των ανθρώπων με δεσμούς αλληλεγγύης» κόντρα στην αδιαφορία της φύσης –ένα είδος κοινωνικού συμβολαίου, όπως εκείνο του Ζαν Ζακ Ρουσό. Υπό την οπτική αυτή δεν δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε ότι ο ποιητής δείχνει να ξεπερνά την υποκειμενική μοναξιά και να αγκαλιάζει μία νέα ευρύτερη έννοια: εκείνη της αδελφοσύνης. Έτσι ο πεσιμισμός δεν οδηγεί τον Λεοπάρντι στην παραίτηση και στην αδράνεια απέναντι στην εχθρική δύναμη της φύσης, ούτε σε αδιαφορία για τα δεινά της ανθρωπότητας· εδώ ο δικός του είναι ένας πεσιμισμός μαχητικός και ηρωικός, ανοιχτός στην αλληλεγγύη προς τους άλλους ανθρώπους, οι οποίοι δεν πρέπει να επιβαρύνουν με τις πράξεις τους μια ήδη απελπιστική κατάσταση – μια κατάσταση που δεν φωτίζεται από καμία ελπίδα ούτε δικαιολογείται από καμία υπόθεση μεταθανάτιας ανταμοιβής.
Οι «υπεροπτικές πλάνες» («superbe fole») δεν είναι μόνο οι θρησκευτικές πεποιθήσεις· ο ποιητής χλευάζει επίσης κάθε πίστη και κάθε δοξασία ευρύτερου μεταφυσικού χαρακτήρα, που θα ήθελαν να παρουσιάσουν τον άνθρωπο ως ένα ον ευτυχισμένο. Ωστόσο είναι χρήσιμο να αναπτύξουμε και μια άλλη διαπίστωση που έχει επισημανθεί από την κριτική: στην Παλινωδία, ο Λεοπάρντι αρνιόταν ότι η λεγόμενη πρόοδος μπορεί να εξασφαλίσει ευτυχία και δικαιοσύνη, επειδή η ευτυχία αποκλείεται από την ίδια τη φυσική τάξη, και οι ίδιοι οι φυσικοί νόμοι επιβάλλουν να θριαμβεύουν πάντοτε –σε κάθε μορφή διακυβέρνησης– η δύναμη και η αδικία. Εδώ, στο Σπάρτο, ο ποιητής συνεχίζει να αποκλείει την ευτυχία, αλλά (και αυτή είναι η σημαντική στροφή) υποστηρίζει τη δυνατότητα μιας προόδου που να εξασφαλίζει μια πιο δίκαιη κοινωνία, με πιο ανθρώπινες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Αυτή η πρόοδος δεν θα εξασφάλιζε καθόλου την ευτυχία –που είναι αδύνατη– αλλά θα εγγυόταν μια πιο δίκαιη και πολιτισμένη κοινωνία, όπου οι άνθρωποι δεν θα είναι πια επιθετικοί ο ένας προς τον άλλον. Η ανάγκη να αγωνιστούν ενάντια στη φύση θα οδηγούσε στην αμοιβαία αλληλεγγύη, στην αδελφοσύνη. Το αντικειμενικό θεμέλιο αυτής της στάσης θα ήταν μια πραγματική ανάγκη των ανθρώπων: η διασφάλιση της ίδιας τους της επιβίωσης. Όταν η κακόβουλη φύση στραφεί εναντίον του, ο άνθρωπος θα βρίσκει βοήθεια και παρηγοριά στους ομοίους του. Να λοιπόν και ο ρόλος του διανοούμενου σε μια τέτοια κοινωνία: να διαδίδει τη συνείδηση της αλήθειας, να υποδεικνύει τον πραγματικό εχθρό εναντίον του οποίου πρέπει να αγωνιστούν οι άνθρωποι και να τους ωθεί προς την αδελφοσύνη.
Η τέταρτη στροφή (στ. 158-201) αρχίζει με την περιγραφή των κοσμικών χώρων που αντικρίζει ο Λεοπάρντι όταν, τη νύχτα, κάθεται στις πλαγιές του Βεζούβιου, καλυμμένες από ένα μαύρο στρώμα απολιθωμένης λάβας. Τώρα το σκηνικό μετατοπίζεται από τα συντρίμμια που αφήνει πίσω του το ηφαίστειο στον απέραντο έναστρο θόλο, από τον μικρό περατό κόσμο των ανθρώπων, γεμάτο αλαζονικές αυταπάτες, στους αχανείς χώρους των αδιάφορων ουρανών.[10]
Συμμετέχοντας στη μυστηριώδη θέα του έναστρου ουρανού, ο ποιητής συνειδητοποιεί τη μηδαμινότητα του ανθρώπου μπροστά στην απεραντοσύνη του σύμπαντος («ove l’uomo è nulla», στ. 173), τόσο τεράστιου ώστε ο πλανήτης Γη δεν είναι παρά ένας («oscuro/ granel di sabbia», στ. 190-191): τίποτε περισσότερο από ένα σωματίδιο σκόνης μέσα σε έναν από τους άπειρους γαλαξίες του σύμπαντος, ένα απειροελάχιστο σημείο, τόσο μικρό και περιθωριακό ώστε, από αυτή την οπτική, είναι απολύτως αδύνατο να αποδοθεί οποιοδήποτε νόημα στην ίδια την ανθρώπινη ζωή, μολονότι αυτή η ανόητη ανθρωπότητα διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία στο σύμπαν.
Αυτή η θέαση του κόσμου, κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή, προσφέρει στον ποιητή την ευκαιρία να επανέλθει στην πολεμική του ενάντια στις αισιόδοξες ιδεολογίες, οι οποίες, μέσα από μια παράλογα ανθρωποκεντρική αντίληψη του κόσμου, θεωρούν ότι ο άνθρωπος έχει δημιουργηθεί για να κυριαρχεί στο σύμπαν, έχοντας μάλιστα μια προνομιακή σχέση με τις θεότητες, που θα κατέβαιναν στη Γη για να συνομιλούν ευχάριστα με τους θνητούς και να συμμετέχουν στις υποθέσεις τους. Έκπληκτος, δεν ξέρει αν πρέπει να γελάσει με την αλαζονεία τους ή να συμπονέσει τη μίζερη κατάστασή τους («Non so se il riso o la pietà prevale», στ. 201), κάτι που ασφαλώς συνδέεται με τα γεμάτα χλευασμό ερωτήματα που προηγήθηκαν (στ. 183-185, 200) σχετικά με τις σκέψεις του ποιητή για το πεπρωμένο δυστυχίας στο οποίο είναι καταδικασμένο το «γένος των ανθρώπων», το οποίο εντούτοις, από τη μεριά του, λοιδορεί εκείνους τους λίγους που διατηρούν ακόμη ένα ίχνος σοφίας, που δεν μπορούν να πιστέψουν σε αυτές τις φαντασίες, ανανεώνοντας έτσι όνειρα πια γελοία (πεποιθήσεις που είχαν ήδη χλευαστεί στην εποχή του Διαφωτισμού).[11]
Στην πέμπτη στροφή (στ. 202-236) ο Λεοπάρντι αναπτύσσει την εκτενή όσο και παραστατική παρομοίωση ανάμεσα στα αποτελέσματα μιας ηφαιστειακής έκρηξης και στην πτώση ενός καρπού πάνω σε μια μυρμηγκοφωλιά. Και καθώς προηγουμένως μιλήσαμε για εικόνες, σκεφτείτε και αυτήν: όπως ένα μικρό μήλο που, πέφτοντας από το δέντρο, όταν ωριμάσει, συνθλίβει και θάβει σε μια στιγμή τις φωλιές ενός πλήθους μυρμηγκιών μαζί με τα έργα και τα αποθέματα που η εργατική αυτή κοινότητα είχε συγκεντρώσει κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, έτσι και η έκρηξη του 79 μ.Χ., με «ceneri, pomici, sassi» και «bollenti ruscelli» (στ. 215, 217), έθαψε τις ανθηρές πόλεις του Ερκολάνο και της Πομπηίας.[12]
Με αυτήν τη σύγκριση ο Λεοπάρντι στοχάζεται πάνω στην καταστροφική δύναμη της φύσης, η οποία, μέσα στην ουσιαστική της αδιαφορία για τα εγκόσμια, αδιαφορεί εξίσου για τον άνθρωπο και τα μυρμήγκια. Υπό το πρίσμα αυτό υπογραμμίζεται ο μηχανιστικός χαρακτήρας της φύσης, η οποία αποσκοπεί στη διαιώνιση της ύπαρξης μέσα από μια μακρά διαδικασία γέννησης, ανάπτυξης και καταστροφής/θανάτου, δίχως να καθοδηγείται από κάποιο ευνοϊκό σχέδιο που να αποβλέπει στην ευτυχία του επιμέρους όντος, όποιο και αν είναι αυτό. Η εκτενής παρομοίωση επιδιώκει να αποδώσει ταυτόχρονα την τυχαιότητα του γεγονότος καθώς και τις τρομερές συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει κάτι που φαινομενικά φαντάζει αδιάφορο (το μήλο). Δημιουργείται η αίσθηση πως ο ποιητής, αν και υιοθετεί την οπτική ενός εξωτερικού παρατηρητή, ψυχρού και διαυγούς, που επικαλύπτει την υποκειμενική των ανθρώπων-μυρμηγκιών και των πόλεων πέριξ του Βεζούβιου, στην περιγραφή των μυρμηγκιών που συνθλίβονται από τον μικρό καρπό που πέφτει από το φυτό εκφράζει μια εξαιρετικά γενναιόδωρη συμπόνια, αποδίδοντάς τους ανθρώπινα αισθήματα, επίγνωση συλλογικής ταυτότητας, φιλοπονία και αφοσίωση στην εργασία, προνοητικότητα. Ωστόσο η πιο προσεκτική κριτική επισημαίνει ότι η στάση του Λεοπάρντι δεν είναι τόσο φιλόστοργη και συμπονετική: αντίθετα, είναι διαβρωτική, ιδιοτελής και εργαλειακή: ο κόσμος των μυρμηγκιών αντανακλά τον ανθρώπινο, καθιστώντας αισθητή τη φοβερή του μυωπία· απορροφημένοι από τα μικρά τους συμφέροντα, οι άνθρωποι, όπως τα μυρμήγκια, δεν αντιλαμβάνονται τον μικρό καρπό που κρέμεται πάνω από το κεφάλι τους, ούτε πόσο επισφαλής και εύθραυστη είναι η ευτυχία τους. Όπως μεγάλη έμφαση θα πρέπει να δοθεί στη μεταφορά της «utero tonante» (στ. 213): η εικόνα της ηφαιστειακής μήτρας υπογραμμίζει εύστοχα την ιδέα μιας φύσης μητέρας στη γέννα, αλλά μητριάς στη βούληση, από τα σπλάχνα της οποίας αναδύεται η ζωή, αλλά μπορεί να αναδυθεί και ο θάνατος, κάτι που θα φανεί ακόμη περισσότερο με τη μεταφορά της επόμενης στροφής (στ. 253-254), καθώς το ηφαίστειο, με την ανεξάντλητη καταστροφική του δύναμη, δεν παύει να σκορπά τον θάνατο.
Στην έκτη στροφή (στ. 237-296) ο Λεοπάρντι σημειώνει ότι έχουν περάσει «πάνω από χίλια οκτακόσια χρόνια» από τότε που η «πύρινη δύναμη» του «δίκορφου βουνού»[13]
κατέστρεψε τις «πολυάνθρωπες εστίες» των κοντινών πόλεων. Κι όμως ο άνθρωπος συνεχίζει να κατοικεί σε αυτά τα μέρη, παρά την ολοφάνερη ηφαιστειακή απειλή και τη ζοφερή προειδοποίηση των αρχαιολογικών ανασκαφών της Πομπηίας. Χαρακτηριστική, από αυτή την άποψη, είναι η μορφή του χωρικού που, ενώ φροντίζει τα αμπέλια και «καλλιεργεί τη νεκρή κι αποτεφρωμένη γη», υψώνει φοβισμένα το βλέμμα προς το βουνό που φέρνει τον θάνατο: αυτό το τοπίο καταστροφής δημιουργεί μια σκόπιμη αντίθεση με τις φυσικές ομορφιές της Νάπολης, του Κάπρι, της Μερτζελίνα (στ. 256-257). Ο Λεοπάρντι επισημαίνει ότι, παρόλο που έχουν περάσει αιώνες και αιώνες από την καταστροφή της Πομπηίας, της οποίας δεν απομένει παρά ο θαμμένος σκελετός,[14] η φύση παραμένει πάντα απειλητική, αδιάφορη για τις συμφορές των ανθρώπων: μένει διαρκώς νέα και ζωντανή («ognor verde», στ. 292), και μάλιστα ενεργεί με τέτοια βραδύτητα ώστε να φαίνεται αμετάβλητη και ακίνητη.[15]
Ο άνθρωπος, αντίθετα, είναι αδύναμος και εύθραυστος, και υποτάσσεται σε έναν αναπόφευκτο κύκλο φθοράς και θανάτου· παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να αξιώνει για τον εαυτό του την αθανασία («E l’uom d’eternità s’arroga il vanto», στ. 296).
Στην έβδομη, τελευταία, στροφή (στ. 297-317) επιστρέφει η αρχική εικόνα του σπάρτου, που με τους ευωδιαστούς του θάμνους ομορφαίνει εκείνες τις ερημωμένες εκτάσεις, παρ’ ότι αναπόφευκτα και αυτό το ταπεινό λουλούδι σύντομα θα καταβληθεί από τη σκληρή δύναμη της λάβας. Ωστόσο, επειδή γνωρίζει τη μοίρα του και δεν την αρνείται, μπροστά στην αναπόφευκτη έλευση της φονικής ροής που θα το καταπιεί, θα λυγίσει το στέλεχός του χωρίς να αντισταθεί, γιατί το σπάρτο δεν διακατέχεται από παράλογη αλαζονεία, δεν πιστεύει ότι είναι κάποιος Θεός, όπως κάνει ο άνθρωπος, ούτε θεωρεί τον εαυτό του κύριο της ερημιάς, όπως ο άνθρωπος πιστεύει ότι είναι ο κύριος του κόσμου. Γνωρίζει ότι από καθαρή τύχη γεννήθηκε και κατοικεί στην ερημιά και όχι από δική του βούληση. Το σπάρτο είναι πιο σοφό από τον άνθρωπο, γιατί δεν πίστεψε ποτέ ότι οι εύθραυστες γενιές που θα ακολουθήσουν είναι ή θα γίνουν από τη μοίρα ή από το ίδιο αθάνατες. Με τον τρόπο αυτόν αναδεικνύεται σε σύμβολο σοφίας, θάρρους και ύστατης αντοχής απέναντι σε ένα αναπόδραστο πεπρωμένο: σε αντίθεση με τον άνθρωπο, το λουλούδι αποδέχεται το τραγικό του τέλος με ταπεινότητα, χωρίς δειλία ή τυφλή υπερηφάνεια, και υπομένει με αξιοπρέπεια το πεπρωμένο του: το σπάρτο, το μοναδικό λουλούδι που καταφέρνει να ανθίζει στις έρημες πλαγιές του Βεζούβιου, υψώνεται σε σύμβολο ενός ηρωισμού χωρίς τελική ελπίδα. Αντίθεση που καθιστούν ακόμη πιο έντονη τα πέντε «αλλά» («ma») της τελευταίας περιόδου: αυτά συνιστούν σταθερά σημεία μιας σκέψης αυστηρά αντιρρητικής, όπου η εννοιολογική πολεμική εδράζεται στη δύναμη της σύνταξης. Από την άλλη, με τον τρόπο αυτόν ο Λεοπάρντι κατορθώνει να συντήξει δύο εκ πρώτης όψεως αποκλίνοντες τόνους: τον σατιρικό και τον λυρικό· τον σαρκασμό απέναντι στους ανθρώπους που προτίμησαν το σκότος από το φως και τη λεπτή, σθεναρή ποίηση του άνθους που γεννιέται και σβήνει πάνω στο ηφαίστειο: η αλήθεια, το θάρρος, η συμπόνια υψώνουν τη φωνή τους πάνω από την έρημο των ανθρώπινων δυστυχιών. Και ο λόγος του γίνεται μια έκκληση χαμηλόφωνη, σχεδόν μια επίκληση προς τη συνείδηση των ανθρώπων. Όπως ενδεικτικό είναι ότι αυτό το λυρικό απόσπασμα διατρέχεται από πολυάριθμους διασκελισμούς (enjambement), σαν ο Λεοπάρντι να ένιωθε με σπαρακτική ένταση τόσο την ορμή να αφεθεί στη συγκίνηση όσο και την ανάγκη για έναν αυστηρό, αλύγιστο ορθολογικό έλεγχο· γιατί το σπάρτο αποτελεί ένα απολύτως διαφανές σύμβολο της δικής του ηθικής στάσης.
Η ιδιαιτερότητα του Σπάρτου
έγκειται στο ότι λειτουργεί ως ένα είδος ποιητικής διαθήκης, μια σύνοψη των θεμάτων που διατρέχουν την ώριμη ποίηση του Λεοπάρντι, συνδυάζοντας με συνέπεια μια τόσο καταστροφική αντίληψη για την ανθρώπινη φύση με την πρόταση μιας δυνατότητας σωτηρίας ή, έστω, αντίστασης, βασισμένης στην αξία της αλληλεγγύης. Τα δύο αυτά στοιχεία δεν είναι αντιφατικά· απεναντίας, η προτροπή να στηρίζει ο ένας τον άλλον απέναντι στον πόνο που είναι σύμφυτος με το ανθρώπινο γένος βασίζεται ακριβώς στην επίγνωση ότι όλοι μοιραζόμαστε την ίδια «σκληρή μοίρα» και ότι μπορούμε να προστατευτούμε από αυτήν μόνο μέσω της αμοιβαίας συνεργασίας, χωρίς ατομικιστικές τάσεις. Δεδομένου ότι η συμπόνια, προς τα ανθρώπινα και μη ανθρώπινα πλάσματα,[16] είναι πρωτίστως εκείνη η έμφυτη αρετή, εκείνο το είδος φυσικού ενστίκτου, που οδηγεί πολύ συχνά τον ισχυρότερο να φροντίσει τον ασθενέστερο, τον μεγαλύτερο να λυπηθεί τον μικρότερο και να του χαρίσει τη ζωή, για τον Λεοπάρντι, «υποφέρω μαζί με κάποιον άλλο», σημαίνει μοιράζομαι μαζί του εκείνη τη συνθήκη πόνου και οδύνης που ενώνει όλα τα αισθανόμενα πλάσματα· σημαίνει αλληλεγγύη όλων των όντων απέναντι στην αδιαφορία της φύσης.
Είναι από την άποψη αυτή που ο πεσιμισμός του Λεοπάρντι δεν είναι μηδενιστικός: η αλήθεια της ανθρώπινης οδύνης δεν γίνεται παγίδα στο πένθος, αλλά εφαλτήριο για να αντιμετωπίσουμε τη ζωή και τον κόσμο όπως είναι: πρόταση μιας άλλης ζωής. Το γκρέμισμα του ανθρωποκεντρικού μύθου θα πρέπει να μας κάνει να αντιμετωπίζουμε τη φύση και τον κόσμο έξω και πέρα από τις ανθρώπινες συμβάσεις και τα περιορισμένα νοητικά σχήματά μας. Εδώ έγκειται και η πολιτική και παιδαγωγική αξία του συγκεκριμένου ποιήματος: στην ώθηση για μία διαφορετική αντίληψη του κόσμου και του εαυτού μας. Όσο και αν η ποίησή του δεν περιορίζεται στον στοχασμό και σε θεωρητικές επεξεργασίες, αλλά είναι και εξαιρετικά δημιουργική σε ανυπέρβλητες εικόνες, ο Λεοπάρντι δεν φαίνεται να γοητεύεται από τον φυσικό κόσμο. Οι εικόνες πολλών ποιημάτων του εντυπώνονται με μεγάλη ευκρίνεια στη μνήμη, αλλά δίχως παρηγορητικά αποτελέσματα. Η φύση έχει τους δικούς της νόμους και αυτές συμπεριλαμβάνουν τον άνθρωπο, ο οποίος βρίσκεται εξ ολοκλήρου εντός της και επομένως δεν έχει γλιτωμό. Το πεπρωμένο του παραμένει άρρηκτα και αμείλικτα εγγεγραμμένο στους κώδικες της φύσης. Εκείνο του Λεοπάρντι δεν φαίνεται να συνιστά ούτε ένα παράπονο· πράγματι ο Τριστάνος, στον διάλογό του με έναν φίλο λέει πως «αποδέχεται όλες τις συνέπειες μιας φιλοσοφίας οδυνηρής, αλλά αληθινής».
Οφείλουμε ασφαλώς να τονίσουμε ότι η αλήθεια που διατυπώνει το εγώ του ποιητή –το κακό που είναι εσωτερικό στη φύση και η ανάγκη συνεργασίας για την απάλυνση των συνεπειών αυτού του κακού– δεν προβάλλεται ως κάποια ιδιαίτερη πνευματική κατάκτηση ενός ξεχωριστού υποκειμένου, αλλά ως η επανάληψη μιας αλήθειας που ήδη γνωρίζουμε. Η αξία της κίνησης εντοπίζεται στο γεγονός ότι αυτή η αλήθεια προβάλλεται εδώ απροσποίητη, ακαλλώπιστη, και όχι στην ανακάλυψή της. Το ίδιο ισχύει και για την κριτική που ασκείται στον 19ο αιώνα: κρίνεται ένοχος γιατί επαναλαμβάνει ένα σφάλμα που ήδη είχε διαπραχθεί και θα συνεχίσουμε να διαπράττουμε. Μόνο που στους ανθρώπους δεν πολυαρέσει να τους λένε την αλήθεια: δεν συμπαθούν εκείνον που λέει τα πράγματα με το όνομά τους – και αυτή είναι μια διαπίστωση με την οποία ο Λεοπάρντι θα ανοίξει τις Σκέψεις του (υπ’ αριθμόν Ι)!
Ό,τι εκπλήσσει στον Λεοπάρντι είναι το βλέμμα που απογυμνώνει τη φύση από όλα τα πέπλα της και από όλες τις αυταπάτες της. Μολονότι κατά τον 19ο αιώνα οι πλέον διαφορετικές ιδέες και αντιλήψεις διατρέχουν τις κοινωνίες και τις συνταράσσουν, μολονότι η πρόοδος (ή ορθότερα η οικονομική και πολιτική ανάπτυξη) φαίνεται ασυγκράτητη, μολονότι η τεχνολογία παράγει θαύματα, ο ίδιος αντικρίζει ένα πεπρωμένο ισχνό και αχαμνό, όπου το ανθρώπινο είδος δεν φαίνεται διαφορετικό από τα άλλα ζωικά και φυτικά είδη: αν ο άνθρωπος αποτελεί μέρος της φύσης, δεν θα μπορέσει ποτέ να ξεπεράσει τα φυσικά όριά του. Η γλώσσα της φύσης δεν είναι η γλώσσα του ανθρώπου: και αυτή η συνθήκη θεωρείται αμετάβλητη.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το έργο του Λεοπάρντι είναι απαισιόδοξο και τραγικό στον πυρήνα του, ωστόσο είναι εξίσου αναμφισβήτητο ότι είναι εξαιρετικά όμορφο και θα έπρεπε να προκαλεί μάλλον ψυχική ανάταση παρά μελαγχολία. Το να τραγουδάει τον πόνο ήταν για τον ίδιο ένα είδος φαρμάκου για τον πόνο· να τραγουδάει την απελπισία λύτρωση από την απελπισία· να τραγουδάει τη δυστυχία για τον ίδιο ήταν όχι ένα απλό λογοπαίγνιο, αλλά η μόνη ευτυχία. Ο Λεοπάρντι μετέτρεψε το βάσανο και την αγωνία της ύπαρξης σε στοχαστική ηδύτητα, το παράπονο σε ευφρόσυνη μουσική, τη λύπη των νεκρών και χαμένων ημερών σε λαμπρά οράματα. Η επίγνωση του πόνου στον Ρεκανατέζε δεν σημαίνει και παραίτηση από τη ζωή· μάλλον το επείγον μιας ζωής άλλης από εκείνη που διάγουμε. Έδειχνε να αντλεί ζωή ακριβώς μιλώντας για τον θάνατο και τη δυστυχία και αυτό μας το αποκαλύπτουν τα ίδια τα λόγια του. «Να ποιο είναι το ίδιον των μεγαλοφυών έργων: ότι ακόμη και όταν απεικονίζουν με ένταση τη μηδαμινότητα των πραγμάτων, ακόμη και όταν δείχνουν ολοφάνερα και μας κάνουν να νιώσουμε την αναπόδραστη δυστυχία της ζωής, ακόμη και όταν εκφράζουν τις πλέον τρομερές απελπισίες, εντούτοις για μία μεγάλη ψυχή, η οποία βρίσκεται σε κατάσταση έσχατης κατάπτωσης, γκρεμίσματος κάθε ψευδαίσθησης, μηδαμινότητας, πλήξης και αποθάρρυνσης της ζωής, ή στις πικρές, σπαραχτικές και θανατηφόρες συμφορές… χρησιμεύουν πάντοτε ως παρηγοριά, αναζωπυρώνουν τον ενθουσιασμό και, επειδή δεν πραγματεύονται και δεν αναπαριστούν τίποτ’ άλλο παρά τον θάνατο, ξαναδίνουν, έστω προς στιγμήν, στην ψυχή αυτήν τη ζωή που είχε χάσει… Και αυτή η ίδια η γνώση της αθεράπευτης ματαιότητας και πλαστότητας κάθε ωραίου και κάθε μεγάλου είναι μία κάποια ομορφιά και ένα κάποιο μεγαλείο που γεμίζει την ψυχή, όταν αυτή η γνώση απαντά στα μεγαλοφυή έργα. Ακόμη και το ίδιο το θέαμα της μηδαμινότητας στα έργα αυτά είναι ένα στοιχείο που φαίνεται να μεγαλώνει την ψυχή του αναγνώστη, την ανυψώνει και την κάνει να νιώθει ικανοποιημένη με τον εαυτό της και με την απελπισία της».[17]
Αν σύντροφος της αλήθειας που κομίζει ο Λεοπάρντι είναι η μελαγχολία, τότε η δική του μελαγχολία δεν είναι η θέση του πράου παραδεδομένου, αλλά η νηφάλια απελπισία του εξεγερμένου (ηρωικός πεσιμισμός), που απευθύνει ένα πολιτικής φύσης κάλεσμα για αλληλεγγύη, σε ρήξη και εναντίωση προς την πορεία που ακολουθούμε: τον δρόμο του ατομικισμού –ενός ατόμου, μιας ομάδας ή ενός έθνους– μεταμφιεσμένου σε πρόοδο του πολιτισμού, η οποία καθορίζεται από την απληστία, για πλούτη, για εξουσία κ.ά. Αυτό που ηχεί σχεδόν σαν κάλεσμα του Λεοπάρντι μπορεί, ιδίως στα δικά μας μάτια, να φαντάζει μια γοητευτική αλλά σχεδόν ουτοπική πρόσκληση. Στην πραγματικότητα όμως είναι ακριβώς η δοκιμασία του χρόνου που προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη εγκυρότητα σε όσα γράφονται στο Σπάρτο, που τονίζει τον επαναστατικό, ανεπίκαιρα επίκαιρο
χαρακτήρα του. Στα σχεδόν διακόσια χρόνια που μας χωρίζουν από τη σύνθεση του ποιήματος, ο άνθρωπος έχει σημειώσει τεράστια πρόοδο με μεγάλη ταχύτητα και ανεξέλεγκτη ορμή, επειδή δεν κατευθυνόταν πάντα –μάλλον σχεδόν ποτέ– προς εκείνο που θα έπρεπε να είναι ο πρωταρχικός στόχος κάθε ζωικού είδους: η ίδια του η επιβίωση. Παύουμε να θεωρούμε την πρόταση του Λεοπάρντι ουτοπική, όταν συνειδητοποιούμε ότι το θεμέλιό της βρίσκεται σε τούτη τη στοιχειώδη πραγματικότητα. Καθώς ο Λεοπάρντι είναι πεπεισμένος υλιστής, η σκέψη του δεν του επιτρέπει να αναζητήσει θεϊκές εξηγήσεις, αλλά τον οδηγεί στην επιστημονική παραδοχή, ότι όλοι ανήκουμε σε ένα και μόνο είδος που οφείλει να επιδιώκει τη διατήρησή του. Για το ανθρώπινο γένος, η ελπίδα σωτηρίας εδράζεται στο να σκεφτεί, ίσως για πρώτη φορά, τον εαυτό του ως μια ενιαία και ευάλωτη οντότητα, που κινείται από τις ίδιες δυσκολίες και τις ίδιες ανάγκες και άρα έχει περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας αν δράσει συντονισμένα.
Υπάρχει όμως και ένα άλλο στοιχείο που αξίζει να επισημανθεί σχετικά με το Σπάρτο, δεδομένου ότι φαίνεται να συμπυκνώνει την ίδια την αντίληψη του Λεοπάρντι περί ποίησης. Το Σπάρτο
θα πρέπει ιδωθεί ως ένα κορυφαίο παράδειγμα της σύνθεσης ποίησης και φιλοσοφίας, ό,τι ο ίδιος ο ποιητής είχε χαρακτηρίσει «ultrafilosofia» (ή πιστότερα «oltrafilosofia»). Μιας «υπερφιλοσοφίας» η οποία θα συνδεθεί με την ποίηση, με την ακριβή αποτίμηση της φύσης του ανθρώπου ως όντος με επιθυμίες και, συνάμα, ανίκανου να υλοποιήσει την απειρότητα της επιθυμίας του και της αναζήτησης της ηδονής. Εδώ φιλοσοφία/σκέψη και ποίηση συντονίζονται, αλληλοεμπλέκονται και επηρεάζει η μία την άλλη. Όταν η ποίηση αγγίξει τη σκέψη, τότε η τελευταία «διασχίζει τη γη της γνώσης, ωθούμενη μέχρι το κατώφλι του ακατάληπτου». Η ποίηση, με τη σειρά της, καλείται να διερωτηθεί σχετικά με την ατομική ύπαρξη, σχετικά με τον πόνο του κόσμου, σχετικά με την περατότητα ως ουσία της ανθρώπινης συνθήκης, σχετικά με τον δεσμό που ενώνει «την ανάσα της ζωής και την ανάσα του σύμπαντος». Δεδομένου πως, για τον Ρεκανατέζε, μόνο όποιος είναι ταυτοχρόνως φιλόσοφος και ποιητής γνωρίζει την αλήθεια, μόνο «ο αληθινός ποιητής τείνει στον υπέρτατο βαθμό να είναι σπουδαίος φιλόσοφος, και ο αληθινός φιλόσοφος να είναι σπουδαίος ποιητής», και καθώς «ούτε ο ένας ούτε ο άλλος μπορεί να είναι στο είδος του ούτε τέλειος ούτε μεγάλος, αν δεν μετέχει σε βαθμό πολύ ανώτερο του μετρίου στο άλλο είδος»,[18]
επείγει μία «υπερφιλοσοφία» που να διαρρηγνύει το φράγμα που απομονώνει τον λόγο από τη φαντασία, την πραγματικότητα από την επιθυμία, τη σαφήνεια των εννοιών από την ασάφεια της φαντασίας και της ποίησης· ένα εκείθεν των γνώσεων που να ανακτά την ολότητα, το εσωτερικό στοιχείο των πραγμάτων, εκείνο που οι επιστήμες έχουν εγκαταλείψει· μία νέα σκέψη η οποία δεν θα αρκείται –και δεν θα σταματά– μόνο στην περιγραφή του ορατού. Ο Λεοπάρντι υπογραμμίζει πως όχι μία και μοναδική γνώση, όχι μία και μοναδική επιστήμη, αλλά αυτή η «υπερφιλοσοφία» που αναζητά το ενδόμυχο των πραγμάτων θα έπρεπε να χρησιμεύσει ακριβώς για να μας φέρει πιο κοντά στη φύση, και επομένως να χρησιμεύσει για μία αναγέννηση, δηλαδή για να ξανασκεφτούμε την κουλτούρα, τον πολιτισμό, τον άνθρωπο. Είναι από την άποψη αυτή που η «υπερφιλοσοφία» είναι η φιλοσοφία που κατορθώνει το ακατόρθωτο, συμβιβάζει τα ασυμβίβαστα και τα «φαινομενικά» ασυμφιλίωτα. Είναι από την άποψη αυτή που η υπερφιλοσοφία του Ρεκανατέζε συνιστά τη συνέχιση της φιλοσοφίας με άλλα μέσα, με εκείνα της ποίησης – ή μήπως την ολοκλήρωση της ποίησης με τις έννοιες της φιλοσοφίας; Για τον Λεοπάρντι ποίηση και φιλοσοφία όχι μόνο δεν συγκρούονται, αλλά συνιστούν ένα αδιάρρηκτο ζεύγος για τον στοχασμό, καθώς, όταν η φιλοσοφία εγκαταλείπει το πεδίο του «ποιητικού», είναι καταδικασμένη να παραμείνει στέρφα. Και είναι από την άποψη αυτή που, για τον Πιέτρο Τζιορντάνι, ο Λεοπάρντι είναι «κορυφαίος φιλόλογος, κορυφαίος ποιητής, κορυφαίος φιλόσοφος». Εξάλλου όποιος κατανοεί σωστά αυτές τις κατευθύνσεις σκέψης και αυτές τις κατευθύνσεις της ποιητικής του, δεν μπορεί να βγει από την ανάγνωση του Σπάρτου, από τη μελέτη αυτού του μεγάλου ποιήματος, χωρίς να έχει βαθιά συγκινηθεί, ίσως και ταραχθεί, και χωρίς να έχει νιώσει εκείνο που ο Τζιάκομο Λεοπάρντι έλεγε ότι είναι το αποτέλεσμα της αυθεντικής ποίησης – και ο Λεοπάρντι δεν ασχολούνταν τόσο με το τι είναι ποίηση, όσο με τα αποτελέσματά της: η μεγάλη αληθινή ποίηση «πρέπει να κινεί και να ταράζει βαθύτατα», δηλαδή να αναστατώνει, να συγκινεί, να αποτελεί μια βαθιά ώθηση που εμπλέκει ολόκληρη την ύπαρξη και να προκαλεί «μια θύελλα, μια ορμή, ένα σχεδόν κοχλάζον ξέσπασμα παθών, που αφήνει μέσα μας μόνιμα σημάδια· και σε αυτό κυρίως συνίσταται η απόλαυση που αντλείται από την ποίηση, η οποία πρέπει να μας συγκινεί και να μας ταράζει βαθιά και όχι να αφήνει την ψυχή μας σε ηρεμία και γαλήνη»,[19] που είναι το αντίθετο από ό,τι συνήθως εννοείται ή εννοούνταν με τον όρο ποίηση.