Χάρτης 92 - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-92/metafrash/pente-poiimata
Ο Weldon Kees γεννήθηκε το 1914 στη Νεμπράσκα. Άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα και διηγήματα κατά τη διάρκεια των σπουδών του σε διάφορα περιοδικά. Το 1943, μετακόμισε στη Νέα Υόρκη με τη σύζυγό του, Ann Swan, και έγραφε για τα περιοδικά Time, The Nation και The New Republic. Ενδιαφερόταν εξίσου για τη ζωγραφική και την μουσική και πίνακές του εκτέθηκαν στην γκαλερί Peridot, μαζί με έργα άλλων αφηρημένων εξπρεσιονιστών.
Το 1951, ο Kees μετακόμισε στο Σαν Φρανσίσκο, όπου σπούδασε τζαζ πιάνο και συνεργάστηκε στη δημιουργία ντοκιμαντέρ με τον ανθρωπολόγο Gregory Bateson και τον ψυχολόγο Jurgen Ruesch. Το 1952 γύρισε το πειραματικό φιλμ Hotel Apex. Έγραψε επίσης κριτικές θεάτρου και σκετς, μουσική και στίχους για το λογοτεχνικό καμπαρέ The Poets’ Follies. Παρά την έντονη αυτή δραστηριότητα είχε συνεχώς οικονομικά προβλήματα: για την τρίτη του ποιητική συλλογή αναγκάστηκε να ζητήσει βοήθεια από τους δικούς του.
Η σύζυγος του, με ιστορικό αλκοολισμού και ψυχικών διαταραχών, κατέληξε σε ίδρυμα. Το διαζύγιο και η αποτυχία του Showplace, ενός πειραματικού θεατρικού χώρου που είχε στήσει, τον έριξαν σε ακόμη βαθύτερη κατάθλιψη και στη χρήση χαπιών και αλκοόλ. Στις 18 Ιουλίου 1955, το αυτοκίνητό του βρέθηκε εγκαταλελειμμένο στη γέφυρα Golden Gate και δεν τον ξαναείδε κανείς. Είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς στο παρελθόν να αυτοκτονήσει στο ίδιο σημείο. Κάποιοι θέλουν να πιστεύουν ότι τελικά πήγε ―όπως σχεδίαζε― στο Μεξικό να αρχίσει μια νέα ζωή...
Μετά θάνατον κυκλοφόρησε μια συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του, μια συλλογή διηγημάτων, Ceremony and Other Stories (1983) καθώς και το μυθιστόρημα Fall Quarter (1990). Ο James Reidel δημοσίευσε το 2003 τη βιογραφία του με τίτλο Vanished Act: The Life and Art of Weldon Kees.
Villanelle I
Η ρωγμή στον τοίχο μεγαλώνει.
Κι αιτία δεν είναι μόνο ο ελαττωματικός σοβάς.
Πρέπει να παραμείνουμε ώσπου να πέσει η σκεπή.
Να θυμάσαι κάπως ξαλαφρώνει,
πως κάθε κτίριο είν’ κι ένας μικρός μπελάς.
Η ρωγμή στον τοίχο μεγαλώνει.
Εδώ στην κουζίνα, πίνοντας κρασί
και τους πιο καταραμένους νόμους συγχωράς.
Πρέπει να παραμείνουμε ώσπου να πέσει η σκεπή.
Και παρόλο που εδώ ούτε ψυχή πια δε σιμώνει,
ψάχνοντας στο κάθε δωμάτιο τριγυρνάς,
γιατί η ρωγμή στον τοίχο μεγαλώνει.
Επισκευές; Από πού να κάνεις την αρχή;
Του συμβολαίου κάθε ρήτρα ν’ αψηφάς.
Πρέπει να παραμείνουμε ώσπου να πέσει η σκεπή.
Στο διάδρομο τριξίματα ακούς όταν νυχτώνει,
αυτά που σε κάνουνε να σταματάς.
Η ρωγμή στον τοίχο μεγαλώνει,
Πρέπει να παραμείνουμε ώσπου να πέσει η σκεπή.
Το φάντασμα επιστρέφει
Όχι ξαφνικές αναχωρήσεις, να χαρείς,
αυτή τη φορά, φάντασμα παλιό, από καιρό χαμένο. Φίλε του σπιτιού,
θέρμανε όλη σου την παροδικότητα κοντά στη φωτιά αυτή
που καίει και τους δυο μας σαν οι νύχτες τελειώνουν.
Σ’ όλα τα χρόνια της ανάπτυξης μου, εσύ, ακούραστο
στοίχειωνες τη σκόνη της σοφίτας, το σκοτάδι του υπογείου,
μουγκρίζοντας κάτω απ’ τη σκάλα, τρίζοντας στις πόρτες.
Οι μέρες παρέλαυναν με τις βεβαιότητες σου.
Και τώρα οι νύχτες αρχίζουν. Η απουσία σου, η απραγμοσύνη
έσπειρε βαθιά σιωπή μεσ’ στα δωμάτια. Στοιχειώνουμε τον εαυτό μας.
Ένα παντζούρι, να χτυπάει στο μυαλό,
παλιοί ιστοί αράχνης να αιωρούνται πίσω απ’ τα μάτια,
ένας βόγγος στην καρδιά να προειδοποιεί επίμονα,
φάντασμα παλιό, φίλε του σπιτιού, μείνε
Τι μένει τώρα να μας σπρώξει προς το παρελθόν,
τις ολέθριες νοσταλγίες μας;
Κορίτσι τα μεσάνυχτα
Τότε στο πάτωμα περπάτα, ή στριφογύρνα στο κρεβάτι σου
ενώ οι σφαίρες, κρύες και τυφλές, επιστρέφουν με ορμή απ’ το μάτι του στόχου
και πες, ‘Δε θα δω αυτό το όνειρο ξανά. Δε θα ονειρευτώ
ψιθύρους από καιρό σβησμένους να χάνονται σε διαδρόμους
γυριστούς μέσα σε κτίρια που δεν γνώρισα ποτέ·
Το τρίξιμο πλαστικών γαντιών· το ψηλό παιδί, τυφλό,
που καλεί το όνομά μου· τα λεκιασμένα σεντόνια
ενός άλλου κοριτσιού. Και μετά ένα χαμηλό κουδούνισμα,
ηχώντας μεσ’ από σκιές στο κρύο, να διαταράσσει
την οθόνη που είναι το μυαλό μου όταν κοιμάμαι.
‘Το πρόσωπό σου δε φαίνεται ποτέ καθαρά. Πάντα στέκεσαι
σε πόρτες – σαν από κάρβουνο – στο σκοτάδι. Μέρος του προσώπου σου
λείπει. Μου λες, ‘ Άντε να τελειώνουμε μ’ αυτό τον παλιόκοσμο.
Μεταδοτικές ομίχλες πνέουν εδώ μέσα. Χριστέ μου, μπορεί να πεθάνουμε
όπως καμιά φορά τα ελάφια, με τα κέρατα τους μπλεγμένα,
σαπίζουν στο χιόνι’.
“Κι εγώ δε μπορώ ποτέ να μιλήσω.
Μα σου’χω πει ποτέ την αλήθεια;
Δεν το ζήτησα αυτό· μια νέα αρρώστια μέσα μου εισχωρεί.
Θέλω τα χείλη σου στα χείλη μου, το στόμα σου
στα στήθη μου επάνω, ξανά και ξανά, ξανά και ξανά·
Θέλω το πρωί γεμάτο λιακάδα.
“―Αλλά πρέπει γι’ άλλη μια φορά να ονειρευτώ πόλεις καμένες μακρινές,
ξύλα σαπισμένα και σιωπή στις προκυμαίες.
Η αγάπη είναι ένας θάλαμος νοσοκομείου με τη μισή στέγη να λείπει
όπου οι νύχτες περνούν με συνεχή βροχή.
Καρδιά, καρδιά. Δε ζω. Το ψέμα
της γαλήνης να ηχεί χωρίς τέλος· τα ρολόγια νεκρά.
Ό,τι είχαμε, δεν θα το βρούμε πάλι”.
Προς τον Βορρά
Aν μπορούσα, όπως άλλοι στα φτωχά τους λαγούμια,
να βρω μια περιοχή του παρελθόντος να επαινέσω,
θα βρίσκονταν ίσως υποκατάστατα για τον θόρυβο και τη θολούρα:
Οι ανέσεις του ασύλου, ακριβείς, σίγουρες,
θρέψη όταν το φως πεθαίνει στο γυαλί.
Αλλά το μυαλό πρέπει να σκύψει, καχύποπτο, να ξεφύγει
και να εστιάσει πάνω στις ενδεικτικές λυχνίες
σε μέρες από άλλα μαστιγώματα, εξορίες, αρρώστιες
όπου η φρίκη της ιστορίας από τη σπηλιά
στον καταυλισμό κι ως τα φέρετρα του χθες
καίγεται σε μια ενιαία στάχτη.
Πού είναι ο τάφος
του Χρόνου; Με τι θα απεικόνιζες τη φθορά;
Μια οπλή αλόγου, άσπρα κόκαλα, ένα άψυχο δέντρο,
κρύα ημισφαίρια, ξερά βρύα κι ένα γαλάζιο κύμα
να σκάει το μεσημέρι σε ακτές που δεν θα δεις.
Μικρή προσευχή
Άλλαξε, γύρνα, νεκρό ρολόι, ώστε αυτή η νέα μέρα
να χαράξει μ’ εκθαμβωτικό φως γι’ αυτά τ’ άρρωστα μάτια.
Κάψε, λάμψε, ήλιε παλιέ, τόσο καιρό κρυμμένε,
ώστε ο χρόνος να ξανάβρει τη φωνή του και να καθαρίσει
ό,τι κι αν είναι αυτό που θυμάται μια πληγή
σαν η επούλωση περάσει.