Χάρτης 93 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-93/biblia/me-idiaiteri-matia-kai-ghrafi

Από τις πρώτες σελίδες της συλλογής διηγημάτων του Νικόλα Περδικάρη, «Το Αντίθετο του Εκλεκτού», διαφαίνεται μια υπαρξιακή ρωγμή η οποία διαρκώς βαθαίνει, γίνεται άβυσσος. Ο αφηγητής βρίσκεται σε κρίση, σε αποσύνθεση. Και αυτή η αποσύνθεση είναι προσωπική, αισθητική, κοινωνική, πολιτική, βαθιά πολιτισμική. Πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων - πεδίων σύγκρουσης ανάμεσα στο σώμα και τη μνήμη, στην επιθυμία και την απώλεια, στο άτομο και το κοινωνικό του περίβλημα. Το αντίθετο του εκλεκτού μας καλεί να αναμετρηθούμε με μια εμπειρία βαθιά υπαρξιακή, σχεδόν ωμή, σύγχρονη και πανανθρώπινη.
Το πρώτο διήγημα του βιβλίου με τίτλο «Ι.Α.» («Ιερή Αμνησία») δίνει το στίγμα όλης της συλλογής με συγκλονιστικό τρόπο. Από τη σκηνή με το ταξί και την εικόνα της Παναγίας μέχρι την πορεία προς το μνημείο του Ιωσήφ-Αρίστου, παρακολουθούμε έναν άνθρωπο που αιωρείται ανάμεσα στο ιερό και το βλάσφημο, στο σώμα και την πνευματικότητα, στη μνήμη και τη λήθη. Αυτή η ένταση θυμίζει έντονα τη γραφή του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, όπου οι ήρωες βρίσκονται διαρκώς αντιμέτωποι με την ηθική και την υπαρξιακή κατάρρευση. Όπως ο Ρασκόλνικοφ, έτσι και ο αφηγητής του Περδικάρη, δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Περιφέρεται μέσα σε έναν εσωτερικό μονόλογο που μοιάζει περισσότερο με εξομολογητική ανάκριση. Η σκηνή της ζήλιας προς τον θείο ο οποίος πάσχει από άνοια, είναι από τις πιο συνταρακτικές του βιβλίου. Εδώ, η λήθη παύει να είναι απώλεια, μετατρέπεται σε επιθυμία. Αυτό το παράδοξο μάς φέρνει κοντά στον Μαρσέλ Προυστ, ο οποίος έθεσε τη μνήμη ως θεμέλιο της ταυτότητας. Όμως, στον Περδικάρη, συμβαίνει το αντίστροφο: η μνήμη γίνεται βάρος, σχεδόν ασθένεια. Αν στον Προυστ η ανάμνηση ανασυστήνει τον κόσμο, στο «Αντίθετο του Εκλεκτού» η λήθη μοιάζει να υπόσχεται απελευθέρωση. Και όμως, αυτή η «απελευθέρωση» δεν είναι ποτέ καθαρή. Ο ήρωας φαντάζεται τον εαυτό του να χάνεται, να διαλύεται, να παύει να «είναι», αλλά ταυτόχρονα προσκολλάται μανιακά στη Λίλα, σε ένα σώμα που λειτουργεί ως τελευταίο σημείο αναφοράς. Αυτή η εμμονή μάς φέρνει στον Σάμιουελ Μπέκετ, όπου οι χαρακτήρες συνεχίζουν να μιλούν, να επιθυμούν, να υπάρχουν, ακόμη και όταν όλα έχουν χάσει το νόημά τους. «Δεν μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω» γράφει ο Μπέκετ και αυτή η φράση θα μπορούσε να συνοψίσει τον ήρωα του Περδικάρη. Η μνήμη αποτελεί έναν από τους πιο ισχυρούς άξονες του βιβλίου. Η άνοια του θείου Ιωσήφ-Αρίστου μετατρέπεται σε μια ισχυρή μεταφορά για μια κοινωνία που ξεχνά… Ξεχνά τις ρίζες της, τις σχέσεις της, ακόμη και τον ίδιο της τον εαυτό. Οι δεσμοί είναι προσωρινοί, οι ταυτότητες εύθραυστες, και η μνήμη παύει να είναι σταθερό σημείο αναφοράς. Ως εκ τούτου, το εν λόγω διήγημα θέτει ένα βαθύ ερώτημα: τι σημαίνει να θυμάσαι; Και, ακόμη πιο ανησυχητικό, τι σημαίνει να ξεχνάς; Η «Ιερή Αμνησία» δεν είναι απλώς ένας ποιητικός συνειρμός. Είναι μια πρόταση. Μήπως η λήθη αποτελεί μια μορφή σωτηρίας; Μήπως, μέσα σε έναν κόσμο υπερφορτωμένο από τραύματα και απογοητεύσεις, το να ξεχνάς είναι ο μόνος τρόπος για να συνεχίσεις;
Στο δεύτερο διήγημα της συλλογής με τίτλο «Ιδανικός», το έργο περνά σε μια άλλη ενότητα όπου η γραφή αποκτά μια διαφορετική, αλλά εξίσου αποκαλυπτική διάσταση. Ο νέος αφηγητής κινείται μέσα σε έναν χώρο κατανάλωσης, ένα σούπερ μάρκετ το οποίο λειτουργεί ως μικρογραφία της σύγχρονης κοινωνίας. Τα προϊόντα, τα ράφια, οι προσφορές, οι ήχοι και τα βλέμματα συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου ο άνθρωπος ορίζεται από τις ανάγκες του και την αγοραστική του δύναμη. Εδώ, η συγγένεια με τον Ζορζ Περέκ είναι εμφανής: η λεπτομερής καταγραφή της καθημερινότητας, η σχεδόν εμμονική παρατήρηση των αντικειμένων, η μετατροπή του τετριμμένου σε λογοτεχνικό υλικό. Όμως, και πάλι, ο Περδικάρης δεν μένει στην επιφάνεια. Το σούπερ μάρκετ είναι χώρος υπαρξιακής αγωνίας. Οι άνθρωποι κλαίνε πίσω από τα ράφια, οι εργαζόμενοι χαμογελούν μηχανικά και ο αφηγητής προσπαθεί να ισορροπήσει κυριολεκτικά και μεταφορικά. Οι άνθρωποι του Περδικάρη παρουσιάζουν μια πλαστή εκδοχή του εαυτού τους προς τα έξω, ενώ εσωτερικά καταρρέουν. Το χαμόγελο γίνεται μάσκα, εργαλείο επιβίωσης, αλλά και ένδειξη βαθιάς αλλοτρίωσης.
Στα επόμενα διηγήματα της συλλογής, «Ένα τραγούδι που γυαλίζει», «Λευκές Βιβλιοθήκες» και «Ο Συγγραφέας», ο Περδικάρης διερευνά την αγωνία της δημιουργίας. Η συναρμολόγηση μιας βιβλιοθήκης γίνεται μεταφορά για την προσπάθεια του συγγραφέα να βάλει τάξη στο εσωτερικό του χάος. Η εμφάνιση του καταξιωμένου συγγραφέα Θεμιστοκλή Αερόπουλου και η ανάμνηση μιας τραυματισμένης καμηλοπάρδαλης στον ζωολογικό κήπο συμβολίζουν την ανθεκτικότητα μέσα στην αντιξοότητα. Η τέχνη εδώ δεν είναι χόμπι, αλλά μια «εξομολογητική ανάκριση» που απαιτεί ωμότητα και αλήθεια.
Στα διηγήματα, «Έξτρα σως» και «Μπότοξ», το έργο εστιάζει στην αποσύνθεση των σχέσεων. Η σκηνή με την παραπάνω σάλτσα σε ένα fast-food γίνεται το σημείο μηδέν για την έκρηξη μιας λανθάνουσας συζυγικής δυσαρμονίας. Αντίστοιχα, το σώμα, που κάποτε υποσχόταν πληρότητα, τώρα υπενθυμίζει την έλλειψη. Η επιστροφή στο παρελθόν μέσω ενός εφηβικού ημερολογίου και η συνάντηση με την παλιά δασκάλα μουσικής, τη Μίνα, αναδεικνύουν το χάσμα ανάμεσα στον νεανικό ιδεαλισμό και τη φθορά της ενήλικης ζωής.
Στο τελευταίο διήγημα της συλλογής με τίτλο «Μπέικον», ο ζωγράφος Τόμης ενσαρκώνει το απόλυτο δημιουργικό μπλοκάρισμα. Η επιρροή του Φράνσις Μπέικον και η προσπάθεια αποτύπωσης της μητέρας του στον καμβά ως φασματικής φιγούρας υπογραμμίζουν τη δυσκολία της αναπαράστασης του τραύματος.
Συνολικά, η συνεκτική και πολυδιάστατη συλλογή διηγημάτων Το αντίθετο του εκλεκτού του Νικόλα Περδικάρη, μετακινείται από την ιδιωτική εμμονή στον δημόσιο χώρο, από το σώμα στην κοινωνία, από τον έρωτα στην κατανάλωση. Και όμως, το κεντρικό ερώτημα παραμένει το ίδιο: τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος σε έναν κόσμο που σε διαλύει; Ο συγγραφές δεν δίνει απαντήσεις. Αντίθετα, μας αφήνει μέσα σε αυτή την αβεβαιότητα, σε αυτή την «ιερή αμνησία», όπου η μνήμη και η ταυτότητα διαρκώς διαφεύγουν. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη δύναμη του έργου: δεν μας παρηγορεί, δεν μας καθοδηγεί, αλλά μας εκθέτει.
Εν κατακλείδι, με ιδιαίτερη ματιά και γραφή, με ευαισθησία και οξυδέρκεια, με απολαυστικό χιούμορ και καυστική ειρωνεία, με δυνατές εικόνες και έξοχη χρήση της γλώσσας, ο Περδικάρης μας παραδίδει μια σύγχρονη λογοτεχνική κατάθεση η οποία λειτουργεί ως πολυπρισματικός καθρέφτης: μας δείχνει αυτό που κρύβουμε, αυτό που θα θέλαμε να είμαστε, αλλά και αυτό που είμαστε, αποσπασματικοί, ευάλωτοι, φθαρτοί, ιλαροί, διψασμένοι για αγάπη, για έρωτα, για σώμα, για νόημα μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία.