Χάρτης 93 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-93/biblia/lamia-i-opos-leme-poiisi

Η ποιητική συλλογή Λάμια της Δήμητρας Κωτούλα, τιμημένη με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2025, συνιστά ένα σύνθετο και πολυεπίπεδο ποιητικό οικοδόμημα, που πέρα από την όποια διάκριση, αξίζει ―και με το παραπάνω― την προσοχή του αναγνωστικού κοινού.
Το τερατόμορφο και αιμοβόρο μυθικό ον, γνωστό στις παραδόσεις μας ως «Λάμια», έπαιρνε την μορφή μιας όμορφης γυναίκας που άλλοτε αποπλανούσε νεαρούς άνδρες, άλλοτε γυναίκες ή/και μικρά παιδιά, και που όταν επέστρεφε στην αληθινή του μορφή, αυτή του απεχθούς τέρατος, σκότωνε βάναυσα το θύμα του και το καταβρόχθιζε. Ένα ον που μέσα στους αιώνες μετατράπηκε σε αστικό μύθο, διατηρώντας όμως την αρχέγονη δύναμη της αφήγησης, κυρίως στα χείλη των μανάδων που θέλανε τα παιδιά τους υπάκουα να συμμορφώνονται. Ταυτόχρονα όμως ο αστικός μύθος [επανα]σημασιοδοτείται μέσα από τις σύγχρονες υπαρξιακές αγωνίες, και μετατρέπεται από πρωτογενή μήτρα νοήματος σε ποιητικό σύμπαν, με την μορφή της αμφισημίας και τον συμβολισμό της μεταμόρφωσης να κατέχουν περίοπτη θέση. Η Δήμητρα Κωτούλα έντεχνα αξιοποιεί τη μυθική αυτή μορφή, όχι τόσο ως εικονογραφικό κατάλοιπο της παράδοσης, παρά ως ζωντανό σύμβολο που διασχίζει το σώμα του λόγου και επενεργεί στη συγκρότηση του ποιητικού υποκειμένου.
Η διάρθρωση της συλλογής σε δύο μέρη οργανώνει την εσωτερική δομή του χρόνου. Τα δυο μέρη συνδέονται μέσα από τον παρόντα χρόνο του πρώτου μέρους ―ένα παρόν που παρήλθε όμως και μετατράπηκε σε παρελθόν- και τον παρελθόντα, ύστερο χρόνο του δεύτερου μέρους ― που όμως εξακολουθεί να υπάρχει στην μνήμη ως παρόν. Το πρώτο μέρος αναπτύσσεται σε πέντε ενότητες που αντλούν τους τίτλους τους από μουσικούς όρους, εγκαθιδρύοντας έναν ρυθμικό και πολυφωνικό τρόπο ανάγνωσης. Στο «Πρελούδιο ή προανάκρουσμα» τίθενται τα βασικά μοτίβα, μια εισαγωγική περιοχή όπου η Λάμια εμφανίζεται ως σκιά και προαίσθηση, μορφή που προετοιμάζει την είσοδο στον πυρήνα της ποιητικής εμπειρίας. Στο «A capella ή χωρίς ορχήστρα και φωνές» η γλώσσα απογυμνώνεται, το ποιητικό υποκείμενο εκτίθεται σε μια σχεδόν άηχη συνθήκη, όπου η σιωπή λειτουργεί ως ενεργός σημασιολογικός χώρος. Η «Αντιφωνία ή διαδοχική ανάπτυξη με χορωδία και σολίστα» εισάγει μια πολλαπλότητα φωνών όπου το εγώ διασπάται, συνομιλεί με το συλλογικό, και η Λάμια, αποκτά διαστάσεις που υπερβαίνουν το ατομικό βίωμα. Στο «Contra tempo ή αντίστιξη, οι δυο τους» διακρίνεται μια έντονη κινητικότητα, μια διαρκής μετατόπιση ρυθμού και σημασίας. Η Λάμια και το ποιητικό υποκείμενο συγκροτούν ένα δίπολο που λειτουργεί αντιστικτικά, δημιουργώντας ένα πεδίο έντασης όπου η επιθυμία, η απώλεια και η μνήμη συνυφαίνονται. Το «Rondo finale ή επιστροφή στην αρχή χωρίς καλλωπισμούς» κλείνει τον κύκλο με μια επαναφορά στα αρχικά μοτίβα, σε μια μορφή συγκροτημένης επανάληψης που φέρει το ίχνος της διαδρομής. Η επιστροφή αυτή εγκαθιδρύει μια συνειδητή εκκρεμότητα, μια ανοιχτή συνθήκη που παραπέμπει στην κυκλικότητα του μύθου.
Το δεύτερο μέρος με τίτλο «Ύστερο θέρος (Έντεκα σημειώσεις για το καλοκαίρι)», η ποιήτρια μετατοπίζει την έμφαση σε μια πιο στοχαστική και ημερολογιακή [κατά]γραφή. Οι έντεκα σημειώσεις λειτουργούν ως θραύσματα εμπειρίας, μικρές σημειώσεις όπου ο χρόνος του καλοκαιριού αποκτά ποιητική πυκνότητα. Η Λάμια εδώ, χάνει την απειλητική της παρουσία, αλλά διαχέεται στο τοπίο, ενσωματώνεται στο φως και στη ζέστη του καλοκαιριού, καθώς και στη φθορά που προαναγγέλλει το τέλος της εποχής. Η μυθική διάσταση διαπερνά το καθημερινό, καθιστώντας τον χώρο της εμπειρίας, ένα πεδίο όπου το ορατό και το αόρατο συνυπάρχουν. Η Κωτούλα εδώ υιοθετεί μια αυστηρά ελεγχόμενη μορφολογική αρχιτεκτονική που καθορίζει αποφασιστικά την πρόσληψη του υλικού. Τα έντεκα ποιήματα παρατίθενται χωρίς τίτλους, αριθμημένα με λατινική αρίθμηση, στοιχείο που υποδηλώνει μια αλληλουχία καταγραφών με χαρακτήρα ημερολογιακών σημειώσεων. Η απουσία τίτλων αποσύρει κάθε καθοδηγητική ένδειξη και μεταθέτει το βάρος στη μικροδομή του ίδιου του στίχου. Η επιλογή εξαιρετικά σύντομων στίχων, αποτελούμενων από μία, δύο ή τρεις λέξεις, παράγει ένα αποσπασματικό, σχεδόν στιλπνό γλωσσικό πεδίο. Κάθε λέξη λειτουργεί ως μονάδα υψηλής σημασιολογικής πυκνότητας, ενώ τα διαστήματα σιωπής που παρεμβάλλονται ανάμεσα στους στίχους αποκτούν ισοδύναμη βαρύτητα με το εκφερόμενο. Κομβικό στοιχείο της ποιητικής τέχνης και τεχνικής της Κωτούλα, αποτελεί και η κυκλική δομή κάθε ποιήματος, καθώς ο τελικός στίχος επαναλαμβάνει τον αρχικό. Η επανάληψη αυτή εγκαθιδρύει μια μορφή κλειστής τροχιάς, όπου το νόημα επιστρέφει στην αφετηρία του έχοντας υποστεί όμως την χρονική μετατόπιση. Ο αρχικός στίχος, μετά τη διέλευση από το σώμα του ποιήματος, επανεμφανίζεται φορτισμένος με τα ενδιάμεσα συμφραζόμενα, αποκτώντας νέα ηχητική και σημασιολογική ποιότητα. Πρόκειται για μια διαδικασία ανακύκλωσης του λόγου που ενισχύει την αίσθηση ενότητας και συνέχειας του χρόνου.
Οργανικό πάντως τμήμα της ποιητικής σύνθεσης στη συλλογή της Δήμητρας Κωτούλα, αποτελούν, κατά την άποψη μου, και οι προμετωπίδες των ενοτήτων στο πρώτο μέρος. Εκεί ενεργοποιείται ένα πολυφωνικό πλαίσιο ποιητικής συνδιαλλαγής της ποιήτριας με προγενέστερες γραφές, ―κυρίως με στίχους του Κωστή Παλαμά, αλλά και των Κ.Π. Καβάφη, Ρόμπερτ Μπάρτον και ενός δημοτικού τραγουδιού―, εντάσσοντας έτσι τη «Λάμια» της, σε μια μακρά παράδοση λόγου και μύθου. Οι Λάμιες που μετατρέπονται σε Μούσες υποδεικνύουν την πολλαπλή λειτουργία του ποιητικού βιώματος της Κωτούλα. Άλλοτε εμφανίζονται ως έμπνευση, ως δύναμη που γεννά τον λόγο μέσα από την ένταση της εμπειρίας, ως ένας μηχανισμός παραγωγής ποίησης, ως ο ενδιάμεσος χώρος όπου η εμπειρία μετασχηματίζεται σε δημιουργία. Άλλοτε εισάγουν τη διάσταση της απώλειας της γοητείας τους, μέσω της εξαφάνισης, της «εξαέρωσής» τους, προσδίδοντας στους συμβολισμούς μια εύθραυστη ποιότητα, μια διαρκή διαφυγή από τη σταθεροποίηση του νοήματος. Άλλοτε προσθέτουν μια ψυχολογική και σχεδόν αλληγορική διάσταση στην ιδιότητα της φευγαλέας παρουσίας, μετεγγράφοντας το ίχνος που διαρκώς υποχωρεί, σε μελαγχολική χροιά του λόγου, σε παραίσθηση, σε μια απατηλή υπόσχεση ευτυχίας, στην έννοια της επιθυμίας που όμως διαψεύδεται. Και άλλοτε επαναφέρουν την μυθική Λάμια της λαϊκής παράδοσης, στο συλλογικό φαντασιακό, ως θαλάσσιο, σχεδόν στοιχειακό ον. Η πολλαπλότητα των πηγών, από τον λόγιο ποιητικό κανόνα έως την προφορική παράδοση, συγκροτεί ένα υβριδικό πεδίο έμπνευσης για την δημιουργό. Η Κωτούλα αντλεί από αυτές τις φωνές, τις επανεγγράφει και τις μετασχηματίζει, δημιουργώντας ένα κομβικό ποιητικό σώμα, έναν κόμβο συνάντησης διαφορετικών ποιητικών χρόνων και εκφραστικών τρόπων.
Συνολικά, η συλλογή συγκροτεί έναν λόγο υψηλής αισθητικής συνοχής, όπου ο μυθικός συμβολισμός και η υπαρξιακή διερεύνηση συνδέονται δημιουργικά. Η Λάμια εμπνέει και συνδέει τον κεντρικό άξονα που ενοποιεί τις επιμέρους ενότητες, προσφέροντας ένα πολυεπίπεδο σύμβολο που επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις. Η ποιήτρια Κωτούλα επιτυγχάνει μια ισορροπία ανάμεσα στην αφαιρετικότητα και τη συγκινησιακή ένταση, διαμορφώνοντας ένα άξιο ποιητικό σώμα που ανταποκρίνεται πλήρως -κατά την ταπεινή μου άποψη- στη βαρύτητα της διάκρισης που έλαβε.