Χάρτης 93 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-93/diereynhseis/praghmopoiisi-kai-ipokeimenikotita-i-aghoniki-skhesi-toi-walter-benjamin-me-ton-charles-baudelaire
Προοίμιο
Το παρόν άρθρο αποβλέπει στην αναγνώριση της κένωσης της υποκειμενικότητας και ουσιοκρατίας στην ποίηση του Charles Baudelaire. Θα υποστηριχθεί ότι η διηνεκής σπουδαιότητα του Baudelaire ως του κατεξοχήν ποιητή της Νεωτερικότητας μπορεί να αποδοθεί όχι μόνο στη διεγνωσμένη αντανάκλαση στα κείμενά του των καθοριστικών και για το σήμερα πολιτικών και οικονομικών ανακατατάξεων του 19ου αιώνα. Πλέον σημαντική θα πρέπει να θεωρηθεί η από μέρους του συγγραφέα κατάδειξη των γλωσσικών προκείμενων του Λόγου και, κυρίως, της μνημονικής διάρρηξης της βιωματικής συνέχειας του ανθρωπίνου υποκειμένου. Οι δύο τελευταίοι παράγοντες αποκαλύπτουν τον παρασιτισμό κάθε εννοιακού υπερβατισμού εις βάρος της γλώσσας και της περατότητας. Μέσα από την εν λόγω συνειδητοποίηση σχετικοποιούνται οι συγκυριακές εμφάσεις των διαφόρων ιστορικισμών εφόσον τίθενται υπό κριτική αμφισβήτηση τα επιχειρηματολογικά πρωτόκολλά τους. Η ενορατικότητα του Γάλλου ποιητή θα συνδεθεί στο παρόν κείμενο με μία συγκεκριμένη μορφή μνήμης που οργανώνει την εννοιολογική χώρα του και μία ιδιοσυγκρασιακή μορφή του βλέπειν που υποτείνει το οπτικό πεδίο των κειμένων του. Μέσω συγκεκριμένων αναμνησιακών και αντιληπτικών παγιώσεων καθίσταται ορατή μια διαλλειματική υποκειμενικότητα στην περίπτωση των εμβληματικά νεωτερικών μπωντλαιρικών υποκειμένων. Θα υποστηριχθεί εδώ ότι η αντίληψη του Baudelaire για τη μνήμη αποτελεί ρήξη με παραδοσιακές προσλήψεις της ανάμνησης με όρους ανάκτησης βιωματικών περιεχομένων και αποκατάστασης της ουσίας και της συνέχειας της εμπειρίας. Αντιστέκεται, όμως, και σε εννοιοδοτήσεις της υποκειμενικότητας, ατομικής και συλλογικής, και της ιστορικής συνέχειας με όρους συνεκτικής και προοδευτικής / σωρευτικής ιστορικής μαρτυρίας και ιστορικής μνήμης, συγκροτώντας ένα corpus εκτός του διπόλου ιστορικισμός – ουσιοκρατία. Επομένως, υποστηρίζεται εδώ η άποψη ότι η μπωντλαιριανή υποκειμενικότητα συμπυκνώνει τις αμφιταλαντεύσεις της νεωτερικής υποκειμενικότητας όχι μόνον αντανακλώντας τες αλλά, το πλέον σημαντικό, μέσω της μελαγχολικής – αλληγορικής επεξεργασίας μιας σειράς μη-διαλεκτικά εκτονώσιμων εντάσεων. Οι τελευταίες αρθρώνονται ανάμεσα στην εννοιολογική σήμανση και την αποσταθεροποίηση της συμβολικής χώρας, την έγερση και διάβρωση της υποκειμενικότητας, την ατομικότητα και την αμυντική επεξεργασία ιστορικά αναγνωρίσιμων υποκειμενικοτήτων, την ομογενοποιημένη χρονικότητα και μία μνημονική μη-σειριακή αίσθηση του χρόνου, και τέλος ανάμεσα σε μακρο-ιστορικές συλλήψεις και την αλληγορική αποδιοργάνωση της ιστορικής συνέχειας. Η κριτική θεωρία του Walter Benjamin αποτέλεσε εξέχον πεδίο πρόσληψης και θεωρητικής επεξεργασίας του έργου του Γάλλου ποιητή εφόσον, αποφεύγοντας τις πρακτικές της ψυχο-βιογραφικής προσέγγισης, συνδύασε την ευαισθησία απέναντι στις κοινωνικές και πολιτικές υποτείνουσες του έργου με μία αντίληψη περί ιστορίας που αποδομεί τις επιστημολογικές προϋποθέσεις του ιστορισμού, αναδεικνύει την ιστορία ως ένα ανοικτό, μη γραμμικό πεδίο συγκρούσεων και δυνατοτήτων και προτάσσει τη θεολογικής αφετηρίας αξίωση για μεταστοιχείωση των εμμενών νεωτερικών δυνάμεων και λύτρωση των -πόθων και πολιτικών αξιώσεων- των συντετριμμένων από την επίσημη άνιση κατανομή και άσκηση πολιτικής κυριαρχίας και της ομόλογής της διαλεκτικής – ιστοριστικής θεώρησης της ιστορίας. Με αυτή την κριτική και πολιτική θεωρία συνδιαλέγεται, αναπόφευκτα, το ανά χείρας δοκίμιο.
Ι. Πραγμοποίηση [Reification] και Μνήμη. Η εξάλειψη του μνημονικού/ιστορικού υποκειμένου.
Στον πυρήνα των ποιημάτων πρόζας του Baudelaire,1 καθώς και στην σειρά Spleen από τα Fleurs du mal, σύμφωνα με τις αναλύσεις της Barbara Johnson,2 το ρηματικό υπόστρωμα των κειμένων οδηγεί σε μία μη-αναστρέψιμη υποχώρηση της λυρικής τονικότητας καθώς και στην προζαϊκή διαύγαση της γραμματολογικής υλικότητας των κειμένων.3 Το έκδηλο της υλικότητας αυτής απορρέει από τον τονισμό του απο-ουσιοποιημένου χαρακτήρα τόσο της εξωτερικής πραγματικότητας όσο και της συλλαμβάνουσας -ποιητικής- συνείδησης. Ο Walter Benjamin στο έργο του The Arcades Project και στα δοκίμιά του πάνω στον Baudelaire αναλύει την πραγματικότητα της πραγμοποίησης / εξυλίκευσης σε όλους τους κοινωνικο-οικονομικούς καθορισμούς της και την συνδέει με την μετάλλαξη του αντιληπτικού/εννοιακού ορίζοντα του νεωτερικού υποκειμένου.4 O Benjamin διακρίνει μέσα στα πλαίσια της τελευταίας την ξένωση του εαυτού σαν επακόλουθο της σειριακότητας της εμπειρίας που επιβάλλεται από την οικονομία της αγοράς καθώς και τη σταδιακή απο-οργανικοποίηση των κοινωνικών λειτουργιών. Οι αισθήσεις της όρασης και της αφής προσαρμόζονται στη λογική της πρόληψης του shock. Ο flâneur, δηλαδή ο αστός περιπατητής, βαθμιαία παραχωρεί την θέση του στην άμορφη και νευρωτική μάζα του πλήθους. Το δίκτυο της εξυλίκευσης που αναλύει ο Walter Benjamin αναδεικνύει εντός των ποιητικών κειμένων τον εμβληματικό και αλληγορικό χαρακτήρα της δημόσιας γυναίκας [εταίρας], της λεσβίας, του χαρτοπαίκτη, του εργάτη. Απαντά εδώ κανείς μια ποιητική αποστεγνωμένη από τη ζωτικότητα και την πλαστικότητα της οργανικής ζωής, η οποία κινητοποιεί αλληγορικά τις παραπάνω μορφές στα πλαίσια μιας ευρύτερης στρατηγικής, που αποσκοπεί ομοιοπαθητικά στην αποκωδικοποίηση μίας ήδη κερματισμένης και εμπορευματοποιημένης ιστορικής κατάστασης. Η εκπόρνευση του ζωντανού σώματος στον ανόργανο κόσμο,5 η συμπαθητική ταύτιση με το εμπόρευμα, καταδεικνύουν τις συστατικές συνθήκες αυτής της ποίησης. Γράφει ο Benjamin: “Η απαξίωση του κόσμου των πραγμάτων στην αλληγόρηση ξεπερνιέται μέσα στον κόσμο των αντικειμένων από το ίδιο το εμπόρευμα.”6 Δεν υπάρχει τίποτε εγγενώς ψυχολογικό για τον Benjamin που να μην αποκαλύπτεται τελικά ως υποκείμενο σε ιστορικούς καθορισμούς. Θεωρώ, όμως, ότι αυτή η ιστορικιστική λογική εγκολπώνει την αμφιλογία μιας δισσής δέσμευσης [double bind] ανάδειξης όσο και (επί-) κριτικής αντιμετώπισης όσον αφορά τη λύση της ιστορικής γραμμικότητας και της ιστορικής μνήμης ως τέτοιας. Ο Benjamin αναγνωρίζει τη διάσπαση της γραμμικής ιστορικής εμπειρίας και της μνημονικής συνοχής εντός της Nεωτερικότητας (και εντός της ποίησης του Baudelaire) κατά τρόπον τόσο θετικό όσο και αρνητικό. Οι δύο αυτές πτυχές της διάσπασης έχουν τόσο θετικό όσο και αρνητικό πρόσημο στη σκέψη του. Ο καπιταλισμός προτάσσει τον γραμμικό χρόνο και την ιδεολογία της προόδου την ίδια στιγμή που απισχνώνει τις εμπειριακές δυνατότητες των ανθρώπων μέσω της φορντικής οργάνωσης της εργασίας και του χρόνου. Αποσαθρώνει, ταυτόχρονα, τις δυνατότητες οργανικής ενσωμάτωσης των βιωμάτων σε ένα ενιαίο εμπειριακό σύνολο, συμπαγές, συνεκτικό και εμπλουτίσιμο. Ο Benjamin καταγγέλλει το αφήγημα της προόδου στις Θέσεις του για την ιστορία,7 και αναγνωρίζει ―θετικά― τη διάσπαση της ιστορικής συνέχειας ως προϋπόθεση για την υλοποίηση των διαλεκτικών εικόνων που θα συνενώσουν δυνητικά ιστορικά περιεχόμενα και θα αποκαταστήσουν ―έστω συμβολικά― ιστορικές αδικίες. Αλλά, ταυτόχρονα, λοιδορεί τις μνημονικές λειτουργίες του Baudelaire (και του Proust, εν μέρει8) που ―κατά την κρίση του― δεν αφήνουν περιθώρια για την ανάκληση, ανάδειξη και δικαίωση των κεκρυμμένων, απωθημένων και λογοκριμένων ιστορικών περιεχομένων και αιτημάτων, που αναμένουν πολιτική λύτρωση. Η μνήμη στον Proust και τον Baudelaire, υποψιάζεται ο Benjamin, εξαντλείται στις αισθητικές της λειτουργίες ενώ δεν επαρκεί για να εκπληρώσει την αξίωση μιας ηθικής, πολιτικής και συλλογικά προσανατολισμένης μνήμης που θα υπερβαίνει το πεδίο της ατομικής ζωής.9
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημείο όπου οι φαινομενικά ορθόδοξες και εν μέρει διαλεκτικές-υλιστικές αναλύσεις συγκρούονται με το κριτικά υφέρπον εννοιακό υπόβαθρό τους στη σκέψη του Benjamin. Η συλλογική μνήμη φέρεται από τον Benjamin να αποτελεί στο κοινωνικό πεδίο το αντίστοιχο της φαινομενολογικής, ψυχολογικής μνήμης, με τη λογική της προυστικής mémoire involontaire, τις φαντασματικές / καλυπτικές αναμνήσεις [screen memories], τις après-coup/αναδρομικές σημασιοδοτήσεις των γεγονότων, τη λογική της μη αμοιβαίας διαπερατότητας/προσπελασιμότητας του συμβάντος και της μνημονικής του ανάκτησης. Εδώ ακριβώς η ένταση ανάμεσα στη διττή υπόσταση της μνήμης, εμπρόθετη και απρόθετη, υπερχειλίζει τα όρια των αναλύσεων του Benjamin οι αμφιταλαντεύσεις του οποίου σχετικά με την υποτιθέμενη ικανότητα της απρόθετης μνήμης να αναγνωρίσει ή και να ανακτήσει μνημονικά ίχνη εγγεγραμμένα στο ασυνείδητο αποτελούν έμμεση παραδοχή της αναπόφευκτης εμπλοκής της απο-ουσιοποίησης / πραγμοποίησης [reification] σε κάθε αναμνησιακή δραστηριότητα, ατομική ή συλλογική. Ο παροξυσμικός και υπερτροφικός χαρακτήρας της μποντλεριανής μνήμης (“J'ai plus de souvenirs que si j'avais mille ans [Έχω περισσότερες αναμνήσεις απ' ότι αν είχα ζήσει χίλια χρόνια]”)10 αποτελεί δείκτη του αμυντικού χαρακτήρα της νεωτερικής συνείδησης στις αναδρομικές προσπάθειές της να απορροφήσει τραυματικά ερεθίσματα. Ο ίδιος ο Benjamin αναγνωρίζει τον απειλούμενο και αμυντικό χαρακτήρα αυτής της νεωτερικής πρόσληψης της πραγματικότητας στο πρόσωπο του συνωθούμενου πλήθους, που αναλώνεται σε μια τελετουργία από σπασμωδικές κινήσεις που αποσκοπούν στην πρόληψη και προληπτική άμυνα έναντι της τραυματικής εμπειρίας. Το όλο σχήμα του Benjamin καταλήγει στη φροϋδική φόρμουλα που αξιώνει τη μη-συμβατότητα της εν εγρηγόρσει συνείδησης και της εγχάραξης μνημονικού ίχνους στο υποσυνείδητο. Ο Benjamin μεταφράζει το όλο σχήμα σε προυστική ορολογία: “Στη γλώσσα του Proust αυτό σημαίνει ότι μόνον ό,τι δεν έχει βιωθεί από την αφυπνισθείσα συνείδηση, μόνον ό,τι δεν έχει συμβεί στο υποκείμενο σαν βίωμα, μπορεί να αποτελέσει μέρος της μη-εμπρόθετης μνήμης [mémoire involontaire].”11 Πρόκειται, λοιπόν, για την απρόθετη μνήμη που έχει την ικανότητα να ανακτήσει μέρος του περιεχομένου του μνημονικού αποτυπώματος, και όχι για την συνειδητοποιημένη εμπρόθετη μνημονική πράξη. Επομένως, γεννάται το ερώτημα όσον αφορά τα θεμέλια της νεωτερικής υποκειμενικότητας, η οποία δεν μπορεί παρά να συνέχεται από τη μνημονική συγκρότηση της εμπειρίας: είναι η ιστορική μνήμη (ατομική και συλλογική), και κατ' επέκταση η ομοεκτατή της υποκειμενικότητα, δυνατές, όχι μόνον στα πλαίσια της κεφαλαιοκρατικής οργάνωσης της αντιληπτικής και εννοιολογικής συγκρότησης του υποκειμένου που έχει υποβαθμίσει την ανθρώπινη ανταποκρισιμότητα σε μια σειρά από σπασμωδικές αντιδράσεις, αλλά το πλέον σημαντικό, είναι δυνατή η ιστορική ή και εγω-λογική μνήμη sui generis σαν ανάκτηση βιωματικού περιεχομένου; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι καταφατική, ειδικά αν αναλογισθεί κανείς ότι η αποσύνθεση του βιωματικού περιεχομένου είναι δεδομένη στην περίπτωση που ένα συμβάν δεν εγγράφεται ομαλά στην περιοχή της συνείδησης, όπως στην περίπτωση μιας τραυματικής εμπειρίας, ή ακόμη και όταν το συμβάν συναντήσει έναν εγρηγορούντα αντιληπτικό μηχανισμό εν δυνάμει έτοιμο να το επεξεργαστεί ή να το αποθηκεύσει μνημονικά. Η απο-ουσιοποίηση των παρελθοντικών δρώμενων στην ποίηση του Baudelaire καθώς και ο εξυλικευμένος χαρακτήρας και η τονισμένα υλική, μη οργανική διάσταση των αναμνήσεων που οι ποιητικοί του χαρακτήρες επεξεργάζονται, αποκαλύπτουν μια κατάσταση που υπερβαίνει τους ιστορικά συγκυριακούς καθορισμούς της εποχής στην οποία έζησε, και η οποία κατάσταση συνδέεται με την de facto ανοργανικότητα και το έλλειμα ουσίας που υποτείνει κάθε μνημονική διεργασία. Η ανάδειξή τους πιστοποιεί τη νεωτερική ευσυνειδησία και ανεξάντλητη σπουδαιότητα του συγγραφέα.
Κατά συνέπεια, πίσω από τη σύνδεση της ιστορικά προσανατολισμένης αναλυτικής της μνήμης του Benjamin με την ψυχαναλυτική αντίληψη για την μνήμη υποβόσκει μια συνειδητοποίηση στην οποία ο Benjamin αντιστάθηκε για προφανώς στρατηγικούς λόγους. Δεν υπήρξε ποτέ, και ούτε μπορεί να υπάρξει, αναμνηστική πράξη που δεν θα υπόκειται στην κένωση της ουσίας της εμπειρίας, στην εξυλικευτική απο-ουσιοποίηση του βιωματικού πυρήνα. Το υποκείμενο της mémoire involontaire και των μπωντλαιριανών correspondances αποσπά σπαράγματα εμπειρίας ή αναμνήσεις από ένα ψευδο-ιστορικό / βιωματικό ίζημα δρασκελίζοντας χρόνους και τόπους χωρίς να ανασύρει θραύσματα ουσίας, όπως ενδεχομένως ο Aφηγητής στο έργο του Proust, εφόσον το θέατρο, το υπόστρωμα της εμπειρίας έχει θραυσθεί ανεπανόρθωτα. Το υποκείμενο, ενίοτε, πασχίζει να ενθέσει ίχνη γεγονότων τα οποία βίωσε ή των οποίων κατέστη μάρτυρας μέσα σε μία αφηγηματική σπειροειδή χρονικότητα (η λογική των ανταποκρίσεων / correspondances). Όσον αφορά την ψυχολογική εγρήγορση απέναντι στο ενδεχόμενο ενός shock, στόχος του υποκειμένου είναι η επιτυχής απορρόφηση της παθογόνας ισχύος του τραυματικού συμβάντος. Με άλλα λόγια, το παράδοξο που υποσκάπτει κάθε προσπάθεια να σωθεί κάποιο βιωματικό περιεχόμενο / μαρτυρία μέσω της μνήμης έγκειται στο εξής: η ασύνειδη εγχάραξη της εμπειρίας αφήνει πίσω της μνημονικά ίχνη που μπορούν να ανακτηθούν μόνον μέσω της μη-εμπρόθετης μνήμης [mémoire involontaire]. Όμως, αναγκαστικά, ακόμα και αν παραβλέψει κανείς το γεγονός ότι ο ακούσιος και απρόβλεπτος χαρακτήρας αυτής της μνημονικής πράξης δεν επαρκεί για τις ανάγκες της εγρήγορσης απέναντι στο βιωματικό και ευρύτερα ιστορικό γίγνεσθαι (κάτι που υποψιάζεται ο Benjamin), το μόνο “περιεχόμενο” που υποθετικά ενυπάρχει σε αυτές τις μνημονικές εντυπώσεις δεν μπορεί να βρίσκεται σε σχέση σύμφυσης/εγγένειας με το ευρύτερο γνωσιακό - βιωματικό υπόστρωμα του υποκειμένου, αλλά έχει χαρακτήρα αυστηρά αναμνησιακό, viz. αέναα επανασυσταθέντα σύμφωνα με την λογική του φροϊδικού Nachträglichkeit/après-coup. Απ' την άλλη μεριά, το βιωματικό δυναμικό μιας εμπειρίας συνειδητά καταγεγραμμένης θα έχει ούτως ή άλλως εξαντληθεί εξαιτίας της εμπρόθετής του πρόσληψης και επεξεργασίας σύμφωνα με τις προσταγές μιας ψυχολογίας προσανατολισμένης προς την πρόληψη και απορρόφηση τραυματικών βιωμάτων. Pace Benjamin, αυτό που επιβεβαιώνει το ενθυμούμενο υποκείμενο στην ποίηση του Baudelaire δεν είναι η καπιταλιστική εξυλίκευση μιας πάλαι πότε μνημονικής (και υπονοείται κοινωνικής) οργανικότητας αλλά, αντιθέτως, το αδιάβατο χάσμα που καθιστά αδύνατη την αμοιβαία προσπελασιμότητα παρόντος και παρελθόντος. Θεωρώ, επίσης, ότι η μελαγχολία που αναδύεται από τη συνειδητοποίηση αυτή στο Les Fleurs du mal δεν απορρέει από κάποια ενδεχόμενη απο-πολιτικοποίηση του Baudelaire12 αλλά αντιθέτως χαρακτηρίζει και τα γραπτά του ίδιου του Benjamin, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Max Pensky.13 Η εν λόγω μελαγχολία ομολογεί την επίγνωση της δυστοπικής υποδομής μιας μνήμης που πασχίζει να καταστεί συμβατή με την ιστορική εμπειρία και να προσδώσει στο προσωπικό βίωμα ένα ευρύτερα ιστορικό στίγμα. Ίσως, ως τέτοια, αυτή η επίγνωση αποτελεί προαπαιτούμενο μας θεωρητικής στάσης που δεν αυτο-νομιμοποιείται με όρους εννοιακής ευταξίας και ηθικής φυσιολογικότητας, και δύναται να εξερευνήσει τα μεσοδιαστήματα ανάμεσα στο συμβάν και την αναπαράστασή του, την πρωτόλεια ισχύ και την σημασιολογική σήμανση [force and signification],14 το ρηματικά και σωματικά ή/και ποιητικά επιτελεσμένο συμβάν. Η ηθική της μνήμης [Eingedenken] του Benjamin απαιτεί συνδυασμό απρόθετης και εμπρόθετης μνήμης, προσωπικής και συλλογικής. Ο συνδυασμός αυτός δεν φαίνεται να ευδοκιμεί στο κλίμα υστερικής μελαγχολίας και αθεμελίωτης υπερμνησίας, που χαρακτηρίζει τις αναμνήσεις των πρωταγωνιστών της ποίησης. Για τον Benjamin, ο Baudelaire είναι ταυτόχρονα πολιτικός και απολιτικοποιημένος, αστός και εχθρός της τάξης του, πολιτικά αφυπνισμένος και αισθητιστής. Διαπιστώνουμε, υπό το φως όλων αυτών, ότι, καταρχήν, η εξαιρετική διττή φύση του ποιητικού έργου (ιστορική – υπερ-ιστορική) υποχρεώνει τον Walter Benjamin σε μια διαρκή αγωνική αναμέτρηση μαζί του μέσω της οποίας αναφύονται αντιφάσεις και η αγωνιώδης προσπάθεια του γερμανο-εβραίου στοχαστή να συνταιριάσει τη δυναμική της (σολιψιστικής και μονήρους) απρόθετης μνήμης με τις ηθικές προσταγές μιας συλλογικά και πολιτικά προσανατολισμένης αναμνηστικής διαδικασίας, που πασχίζει ενσυναισθητικά να ανασύρει κρύφια ιστορικά περιεχόμενα με την ελπίδα της λύτρωσής τους στο «Τώρα της αναγνωρισιμότητάς τους».15 Αντιστικτικά, η κεντρική θέση του Baudelaire όσον αφορά στην κατανόηση της νεωτερικής υποκειμενικότητας καθίσταται ευκρινέστερη λόγω της οφειλόμενης σε αυτόν διαύγασης της υπερ-ιστορικής και μνημονικής κένωσης της ουσιοκρατίας που, ωστόσο, δεν υποβαθμίζεται ποτέ σε ανιστορικισμό ή άκριτο αισθητισμό.
Επίλογος
Η ποίηση του Charles Baudelaire και η κριτική θεωρία του Walter Benjamin συγκρότησαν στη δεκαετία του ’30 το δικό τους αστερισμό, το δικό τους κρύφιο δίκτυο ανταποκρίσεων. Έξαφνα, με τις γενοκτονίες και το Shoah προ των πυλών, οι μορφές και οι αλληγορικοί – θεματικοί τροπισμοί του ποιητικού και του θεωρητικού σώματος συσπώνται βίαια υπό την πίεση του εκρηκτικού αισθητικού και εννοιολογικού φορτίου τους. Ο καταφρονημένος clochard που η άμαξα του αστού τού συνέθλιψε τα κόκκαλα, η φθισική εταίρα που προσφέρει τη ρημαγμένη ομορφιά της για λίγα sous, το αποστεωμένο, ανδρόγυνο γυναικείο σώμα που απώλεσε κάθε οργανική ικμάδα και φέρει, πλέον, τα ίχνη του εμπορεύματος σε μια φρικτή σχέση ομοιοπαθητικού εναγκαλισμού, ο θάνατος ως το τελευταίο «πανδοχείο» των φτωχών, η γυναικεία ομορφιά που κατατρώγεται ένδον από την υφέρπουσα μόλυνση, οι μεταμορφώσεις του θήλεος σε δαιμονικό ανθρωπο-υβρίδιο, η δημόσια γυναίκα που αλλάζει όψη υπό το ομιχλώδες φως των λαμπτήρων στα boulevards, το απρόσωπο πλήθος με τις σπασμωδικές κινήσεις ανθρωποειδούς, τα απισχνασμένα πρόσωπα μόλις διακριτά πίσω απ’ τις γρίλιες και την μελιτώδη αχλύ του παρισινού άστεως, προεικάζουν τις ανθρώπινες μορφές των γκέτο της Mitteleuropa, και της επικείμενης ευρωπαϊκής καταστροφής. Οι τόποι αυτοί της μποντλεριανής ποίησης συναντούν στο μεσοπόλεμο τη μελαγχολική, αλληγορική, πολιτικο-θεολογική οπτική του υλιστή, διαλεκτικού στοχαστή που, από το γερμανικό θρηνητικό δράμα του 17ου αιώνα, τον πρώιμο γερμανικό Ρομαντισμό της σχολής της Ιένης, την εβραϊκή απαίτηση για δικαιοσύνη πέραν του κοσμικού δικαίου, τη μάχιμη (και μη απαλλοτριώσιμη, παρά τις επίμονες προσπάθειες μεταμοντέρνας οικειοποίησης του έργου του) μαρξιστική θεωρία του, μέχρι την εστίασή του στον Kafka, τον Proust, και εν τέλει, και πάνω απ’ όλα, τον Baudelaire, ανέδειξε το εκρηκτικό λυρικό – αλληγορικό μείγμα ποίησης και θεωρίας που συνέχει το έργο του τελευταίου. Ο βίος του Benjamin, αλλά και η αποκρυστάλλωση από πλευράς του της έννοιας της εμπειρίας και της μνήμης, καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από τη σχέση του με τον Baudelaire, μια σχέση που μόνο ως σχέση ζωής μπορεί να χαρακτηρισθεί. Σε επιστολή του στην Gretel Adorno, λίγο καιρό πριν την αυτοκτονία του, ο μελλοντικός αυτόχειρας και πρόσφυγας Walter Benjamin γράφει: «Με βεβαιότητα κρατώ αυτή τη δουλειά [ΔΕ: πάνω στον Baudelaire] πιο κοντά στην καρδιά μου από κάθε άλλη. Δεν θα μπορούσα να την παραμελήσω ακόμα κι αν ετίθετο ζήτημα επιβίωσής μου».16
Σφραγίστηκε με αυτό τον τρόπο ένα κεφάλαιο ζωής και έργου ενώ με τον τρόπο που η αυτοκτονία του συντελέστηκε ως πράξη βαθύτατα πολιτική αλλά και τόσο κρύφια και διακριτική, φαίνεται, το τέλος αυτό, να επιβεβαιώνει αναδρομικά ― τουλάχιστον όσον αφορά τη σχέση του με τον Baudelaire― την εσωτερική, μυστηριώδη ρήση του στο δοκίμιό του για τον Goethe: «Η αγάπη από τη φύση της επιδιώκει τη συνέχισή της πιο σύντομα στο θάνατο από ότι στη ζωή».17
1. Charles Baudelaire, Œuvres Complètes, εκδ. Claude Pichois (Παρίσι: Bibliothèque de la Pléiade, 1975). Εφεξής OC με αριθμό τόμου και σελίδας.
2. Barbara Johnson, Défigurations de langage poétique : la seconde révolution baudelairienne (Παρίσι: Flammarion, 1979).
3. Johnson, Défigurations, 40.
4. Walter Benjamin, The Arcades Project, μτφρ. Howard Eiland and Kevin McLaughlin (Cambridge Mass. and London: Harvard University Press, 1999). Επίσης Walter Benjamin, Charles Baudelaire: A Lyric Poet in the Era of High Capitalism, μτφρ. Harry Zohn (Λονδίνο & Νέα Υόρκη: Verso, 1997).
5. Βλ. Benjamin, Baudelaire, 166.
6. Walter Benjamin, “Central Park,” στο New German Critique 34 (χειμώνας 1985): 34.
7. Walter Benjamin, Selected Writings IV (1938-1940) μτφρ. Edmund Jephcott κ.ά., επιμ. Howard Eiland και Michael Jennings (Κέιμπριτζ Μασ., Λονδίνο: Harvard University Press / Belknap Press, 2003), σ. 392-3.
8. “Η λύτρωση είναι το προσωπικό [του] show.” Βλ. “On Some Motifs in Baudelaire,” στο Selected Writings IV, σ. 354.
9. Αγωνική δεν ήταν μόνο η σχέση του Benjamin με τον Baudelaire αλλά και με τον Proust. Στο τρομακτικής συμπύκνωσης (και ερμηνευτικής αντίστασης) "Zum Bilde Prousts” / “The Image of Proust,” ο Benjamin εστιάζει στη σημαντική ανάλυση του σνομπισμού στον Proust (την οποία θεωρεί πιο σημαντική από την αποθέωση της τέχνης στο έργο του) κατά τρόπον αξιολογικά αμφίσημο όσον αφορά την ταύτιση, συνενοχή ή/και αποστασιοποιημένη κριτική θεώρηση της μεγαλο-αστικής τάξης (από τον Proust) και της εμπλοκής του με την αριστοκρατία, και, εν τέλει, καταδεικνύει την ώσμωση σνομπ και καταναλωτή: «Διότι η στάση του σνομπ δεν είναι παρά η συνεπής, οργανωμένη, ατσάλινη θέαση της ζωής από τη χημικά αποκαθαρμένη οπτική του καταναλωτή». Και συνεχίζει χαρακτηριστικά: «Και εφόσον αυτός ο σατανικός μαγικός κόσμος [ΔΕ: της αστικής κατανάλωσης, του σνομπισμού, της οικονομικής άνισης κυριαρχίας και εκμετάλλευσης κα, ενδεχομένως, της αριστοκρατικής αισθητικής συγκρότησης της πραγματικότητας] έπρεπε να εξοβελίσει ακόμη και την πιο απόμακρη, καθώς και την πιο πρωτόλεια ανάμνηση των παραγωγικών δυνάμεων της φύσης, ο Proust βρήκε μια αντεστραμμένη σχέση [με τον κόσμο] πιο πρόσφορη από ότι μια φυσιολογική σχέση, ακόμη και στον έρωτα. Αλλά ο αμιγής καταναλωτής είναι ο απόλυτος εκμεταλλευτής -λογικά και θεωρητικά- και στον Proust είναι αυτό ακριβώς με τον απόλυτα συγκεκριμένο τρόπο της απτής ιστορικής του εμπειρίας» (Benjamin, “The Image of Proust,” στο Selected Writings II, σ. 243). O Proust, όμως, είναι και σνομπ και καταναλωτής. «Περιγράφει μια τάξη που είναι παντού ταγμένη στο να καμουφλάρει την υλική βάση της και η οποία, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, προσκολλάται σε μία φεουδαλική [ΔΕ: αριστοκρατική] τάξη που δεν έχει πλέον καμία οικονομική σημασία αλλά είναι απολύτως χρήσιμη ως μάσκα συγκάλυψης της μεγαλοαστικής τάξης» (ibid). Ο απομυθοποιητικός Proust μετατρέπει την τέχνη του σε ένα «πέπλο / προκάλυμμα» που συσκοτίζει το «πιο ζωτικό μυστήριο της τάξης του: την οικονομική πτυχή». Αμέσως μετά, όμως, σαν να θέλει να τον δικαιολογήσει, ο Benjamin συνεχίζει λέγοντας ότι όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι ο Proust υπηρετεί την τάξη του, απλώς είναι πιο «μπροστά από αυτήν» [sic! ― ό,τι κι αν σημαίνει αυτό!].
10. Baudelaire, OC I : 73.
11. Benjamin, Baudelaire, 114.
12. Βλ. ενδεικτικά Benjamin, Baudelaire, 172: "Οι αντικομφορμιστές επαναστατούν ενάντια στη χειραγώγηση της τέχνης από την αγορά. Συσπειρώνονται γύρω από το δόγμα l'art pour l'art [η τέχνη για την τέχνη]. Από αυτό το σλόγκαν πηγάζει η έννοια του ολοκληρωμένου έργου τέχνης που προσπαθεί να προστατέψει την τέχνη απέναντι στην ανάπτυξη της τεχνολογίας. Το τελετουργικό που περιβάλλει το έργο τέχνης αντικατοπτρίζει τα αντίστοιχα στοιχεία που μεταμορφώνουν [και εξωραΐζουν] το αγοραίο εμπόρευμα. Και τα δύο έχουν αποκοπεί από την κοινωνική διάσταση του ανθρώπου. Ο Baudelaire
υποκύπτει τελικά στη γοητεία του Wagner" [έμφαση του γράφοντος]. Πολλές φορές στα κείμενα του Benjamin η αφοριστικότητα προδίδει εννοιολογική αδημονία και κριτική δυσφορία ενόψει της αντίστασης στην ερμηνεία που προβάλλει το ποιητικό έργο. Ο Baudelaire δεν "υπέκυψε" ποτέ στον αισθητικισμό με τον τρόπο που υπονοεί ο Benjamin εδώ. Τα γραπτά του τελευταίου είναι διάστικτα από τη συνειδητοποίηση ότι η ιστορία καταλαμβάνει περίοπτη θέση στην ποίηση του Γάλλου δημιουργού.
13. Max Pensky, Melancholy Dialectics: Walter Benjamin and the Play of Mourning (Amherst, Mass.: University of Massachusetts Press, 1993), κυρίως "Melancholia and Modernity," 151-83 passim.
14. Βλ. Jacques Derrida, "Force and Signification," στο Writing and Difference, μετ. Alan Bass (London: Routledge and Kegan Paul, 1978), 3-30.
15. Βλ. Benjamin, Selected Writings IV (1938-1940), σ. 395. Επίσης, Benjamin, The Arcades Project, σελ. 473 («Η διαλεκτική εικόνα είναι μια εικόνα που αναδύεται ξαφνικά, σαν αστραπή. Αυτό που έχει υπάρξει στο παρελθόν πρέπει να αρπαχθεί -σαν μια εικόνα που λάμπει στο τώρα της αναγνωρισιμότητάς της. Η σωτηρία [Rettung] που επιχειρείται με αυτά τα μέσα ―και μόνον με αυτά― μπορεί να αποδώσει μόνο προς χάριν αυτού που την επόμενη στιγμή θα έχει ήδη χαθεί ανεπιστρεπτί»).
16. Επιστολή στην Gretel Adorno, 17 Ιανουαρίου 1940 στο The Correspondence of Walter Benjamin 1910-1940 επιμ. Gershom Scholem και T. W. Adorno, μτφρ. Manfred R. Jacobson και Evelyn M. Jacobson (Σικάγο: University of Chicago Press, 1994) σελ. 626.
17. Στο Selected Writings I 1913-1926, επιμ. Marcus Bullock και Michael W. Jennings, μτφρ. Stanley Corngold (Κέιμπριτζ Μασ. & Λονδίνο: Harvard University Press / Belknap Press, 2003), σελ. 301. Επίσης: «Ο θάνατος έχει τη δύναμη να απογυμνώνει [να αποκαλύπτει αυτό που είναι θνητό], όπως η αγάπη» (ό .π., σελ. 353).