Χάρτης 93 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-93/diereynhseis/ti-efista-i-mataiosi
Το πως η ποίηση είναι αιωνίως μειωτέα, σημαίνει πως η αυτο-εξαπάτηση είναι μια απ’ τις διαχρονικότερες αξίες.
Τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη, η ποίηση δεν είναι τυπική διανοητική εργασία, γραπτή έκφραση ορισμένης κατάστασης, κατά την οποία αποδίδονται εντυπώσεις και συσχετισμοί δεδομένων, μα δημιουργία μιας περιεκτικής κρίσης η οποία όντας διαμορφούμενη διαμορφώνει το πρόβλημα του συστήματος στο οποίο υπάρχει.
Ευρύτερα, τόσο στο επίπεδο των απλών αναγνωστών όσο και της ακαδημαϊκής στάσης, ο όρος ποίηση σημαίνει στιχική έκταση όπου συνδυάζει κανείς δίχως να έχει ήδη κρίνει και δίχως να έχει ήδη συγκρίνει, και αντίστοιχα όταν αρχίζει να κρίνει και να συγκρίνει σταματάει πρόωρα και οριστικά, γιατί αρχίζει να αντιλαμβάνεται πως κανένας συνδυασμός δεν είναι πράγματι ικανοποιητικός. Ένας συνδυασμός όμως μπορεί να αποτελέσει μέρος ποίησης μόνο εφόσον διενεργηθεί και παθητικά, όταν το ποιητικό υποκείμενο συνδυαστεί με τη διαφορά του, με τον λόγο της απουσίας του, ή έστω (για όσους τανύζονται αφόρητα) περί της απουσίας του.
Στην ποίηση η ελευθερία ―όπως και σε οποιονδήποτε άλλο τομέα― είναι ζήτημα επιδεκτικότητας του αληθούς, ακριβώς επειδή αυτό παραμένει εκτός των νοημάτων και των ερμηνειών που χρησιμοποιούνται για την κατανόησή του. Η ποίηση, αν υποθέσουμε πως είναι μέσο, στον ιδρυόμενο πυρήνα της είναι απολύτως ουδέτερη γιατί εάν δεν είναι ουδέτερη δεν επιδέχεται το δημιουργούμενο μήνυμα που έχει να μεταδώσει, να παραδώσει, θα το αλλοιώσει. Ο ποιητής δεν είναι de facto ουδέτερος, γνωρίζει όμως πως όσο δημιουργεί ουδετεροποιείται, δημιουργείται. Μέσω αυτής της ουδετεροποιητικής διάκρισης λειτουργεί η διαφορά της ποίησης.
Εάν αυτά τα φαινόμενα ελεγχθούν ως ειδικές ή μυητικές εμπειρίες, δεν σχηματίζουν νέες ολότητες, όπως υποστηρίχθηκε λόγου χάρη από τον Έλιοτ, κάθε άλλο, δημιουργούν περαιτέρω κενό εντός του οποίου περιεχομενικοποιούνται, εντός του οποίου το όλον δημιουργείται. Κατ’ αυτό η Παράδοση υφίσταται μόνο υπό την έννοια μιας διαρκούς αποθραυσματοποίησης, μιας σύνθεσης παραδιδόμενων έργων τα οποία δεν στηρίζονται σε ό,τι έχουν παραλάβει μα στο πως εξελίσσουν την ποίηση διότι παραδίδονται. Εντούτοις ό,τι παραδίδεται είναι μερικώς διαμορφωμένο, σχετικά καταφερμένο. Γι’ αυτό επιμένω πως η ποίηση αποτελεί επίσης επίτευξη ενός δημιουργικού παθητικού: όταν υπάρχει ποιητικό περιεχόμενο γραφής, δεν υπάρχει περιεχόμενο ποίησης.
Η ιδεολογική στιχογραφία, ενδεδειγμένη έκφραση ενός αθροίσματος πραγματικοτήτων, μπορεί να θεωρείται ποίηση μόνο στο πλαίσιο ενός αστεϊσμού, εντούτοις, ορισμένες φορές, παρουσιάζει πράγματι δόσεις αθέλητης καθολικότητας. Σ’ αυτές μεγάλο μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας -ακόμη κι αν αυτή έχει υποστεί άκρατο ευτελισμό όντας αντικατεστημένη από την «κοινωνική» ή την «πολιτική» εμπειρία- αποκτά μια αίσθηση σύνδεσης νοήματος του παρελθόντος με το παρόν, αυτή όμως εξαρτάται από κάποιο υπεσχημένο μέλλον, μέσω του οποίου έχει επιτραπεί η αντικατάσταση της εμπειρίας. Συνεπώς ο αστεϊσμός ελαττώνεται μόνο όσο ο ευτελισμός επιτείνεται.
Οι εντοπισμοί καίριων σημείων στη νοηματική έκταση της τρέχουσας ποίησης, ως επί το πλείστον καταγράφονται δίχως την παρεμβολή εσωτερικού αντίλογου και δίχως την ελάχιστη σκιά αμφιβολίας, δίχως έστω κάποια ταλάντωση αβεβαιότητας – όταν το εντοπισμένο στοιχείο λειτουργεί ως αποδεικτικό. Καθετί άλλο απολαμβάνει, ακίνδυνα, τις πιέσεις του αντίλογου, τους κινδύνους της αμφιβολίας και τη στενότητα της αβεβαιότητας. Η προσωπική ικανοποίηση αντικαθιστά την πνευματική και ο παραδειγματισμός εκτοπίζει την ευθύνη.
Αναφορές σε λειτουργίες, ιδιότητες και διενέργειες που δεν λειτουργούν, δεν ισχύουν και δεν διενεργούνται, δεν καθιστούν ένα «ποιητικό κείμενο» ποίημα. Πρώτα πρέπει να λειτουργήσουν, να ισχύσουν και να διενεργηθούν ώστε το απότοκο περιεχόμενό τους να καταστήσει το κείμενο ποίημα.
Το κείμενο στο οποίο γίνεται λόγος για κάτι, δεν είναι ποίημα, θα μπορούσε να ήταν ίσως, υπό μία έννοια, εάν ο λόγος αυτός αντί να γινόταν ξεγινόταν, μα αυτό ανήκει σε άλλο επίπεδο κρίσης (προϋπόθεση για την προσέγγιση του οποίου είναι η επίρρωση των βασικών). Το ποίημα υπόκειται στο περιεχόμενό του και όχι στην προσωπικότητα ή στον χαρακτήρα του υποκειμένου του, γιατί η ποίηση είναι δημιουργούμενος λόγος που υπόκειται στο πρόβλημά του, αυτή είναι πιθανότατα η βασικότερη ιδιοτυπία της. Το υποκείμενο υπόκειται στο περιεχόμενο της ποίησής του, ακριβώς όπως η μεταφορά υπόκειται στο κυριόλεκτο.
Η αντιπαραβολή, η σύγκριση, η αντιστοίχιση ή έστω ακόμα και η απλή διερεύνηση, δεν είναι δυνατή χωρίς ετούτη την ιδιοτυπία. Το νέο περιεχόμενο είναι αναγόμενο σ’ αυτή την ιδιοτυπία, αντί να είναι αναγόμενο σε κάποια αξία αντιπαραβολής, σύγκρισης, αντιστοίχισης ή έστω διερεύνησης, αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο και μέσω του οποίου υφίσταται περιεχόμενο ποίησης.
Εάν η ποίηση είναι κριτήριο πιθανότητας, τότε είναι συνάμα κριτήριο μιας υπαρκτικής πιθανότητας μα επιπλέον κριτήριο πιθανής αλήθειας, εφόσον ο τρόπος, σε κάθε περίπτωση, εκκινεί από κάποιο θεμελιακό σημείο αντιπαραβολής σε απολύτως αρχικό στάδιο. Αυτό σημαίνει, επίσης, πως στην ποίηση δεν μπορεί να υπάρξει πρόβλημα αποδοχής ή απόρριψης ενός ή περισσότερων κριτηρίων μα, αντιθέτως, δημιουργείται σ’ αυτή ένα αντικειμενικό πρόβλημα περιεχομένου μετά την υπέρβαση των κριτηρίων, αφότου, δηλαδή, έχουν αφεθεί στη μικρότητά τους οι σημασίες των συγκείμενων. Κάθε συγκείμενο δεν είναι παρά η αιμασιά που χρειάζεται ν’ αφήσει κανείς πίσω του για να ανοιχτεί στην ποίηση.
Μια αναφορική περιγραφή, ένας σημασιακός εντοπισμός αυτού του τύπου, μπορεί να αναφέρεται σε κάτι που δεν αντιστοιχεί στην περιγραφή του αλλά «συνδέει» εκείνο που θέλει να δηλώσει με οτιδήποτε θα μπορούσε να βοηθήσει στον προσδιορισμό του, το οποίο δεν λειτουργεί σε ποίηση μα σε συγκείμενο. Εντούτοις χρησιμοποιείται για να δώσει σαφήνεια σε στίχους που δεν επιδέχονται ποίηση μα εγείρουν επαναληπτικά ένα «ερώτημα» που έχει απαντηθεί από την αναφορικότητα του. Αυτό ακριβώς το «επιχείρημα» χρησιμοποιείται από πολιτικάντηδες της γραφής ώστε να διασφαλίσουν μια θέση στην «ποιητική συλλογικότητα» της αρέσκειάς τους, κι αυτό είναι το επιχείρημα το οποίο επιτρέπει στους ημιμαθείς διαστρεβλώσεις του όρου ποίηση.
Η έλλειψη ιδιαιτερότητας είναι σε αυτές τις περιπτώσεις προσδιοριστική όχι μόνο γιατί δεν υπάρχει περιεχόμενο διαφοράς, μα κι επειδή από τεχνική άποψη αυτές οι γραφές περιγράφουν απλώς τα μέσα που έχουν ανάγκη για να προσδώσουν σε κάποια κοινή προαπόφαση, σε κάποια δεδομένη προϋπόθεση, τη σιγουριά μιας ακλόνητης, απολύτως ευσταθούς συνάρτησης με «ό,τι συμβαίνει τριγύρω», θέτοντας μάλιστα σ’ αυτό τόνους «αντικειμενικής επισφάλειας» ώστε να επιτυγχάνεται μια πλήρη αποποίηση δημιουργικής ευθύνης.
Πρόκειται για συμφύρματα αναφορικών και αποδιδόμενων σημασιών που αντιπροσωπεύουν την «απόλυτη επάρκεια» που προκαλεί η απουσία των μεταξύ τους διακρίσεων: τώρα όλα ενώνονται γιατί δεν υπήρξαν ποτέ ενωμένα είτε τώρα όλα διαχωρίζονται γιατί δεν υπήρξαν ποτέ διαχωρισμένα. Στην περίπτωση αυτή, η αδυναμία συλλογισμού του αυτονοήτου αναβιβάζεται σε συνθήκη προβληματικής αντίληψης της ίδιας της ζωής. Στην κορυφή των συμφυρμάτων στέκεται η συμμετοχή, η συμβολή και η ενασχόληση επειδή το αντικείμενο
δεν βρίσκεται εκεί.
Η αλλοφροσύνη της πεποίθησης πολιορκεί μέχρι και τη συναισθηματική κατάσταση, το υποκείμενο εμπλουτίζεται πλέον από το όφελος που αποφέρει η βεβαιότητα αποφυγής μιας συγκεκριμένης επιδείνωσης, της δημιουργικής. Η μόνη αμφιβολία που απομένει πια είναι εκείνη της μετατροπής της εκπλήρωσης σε σημασιακή επιθυμία. Ο «απώτερος στόχος» εξαρτάται απόλυτα από μια τέτοια αφομοιωτική και καθόλα ευτράπελη «εκπλήρωση» στην οποία ο Χρόνος αποτελεί ξύλινη σβούρα που μπορεί όταν χάνει την ώθησή της και παύει να γυρίζει να τη θέτει κάποιος άλλος σε κίνηση μέχρι εκείνη να απωλέσει ξανά την περιστροφή της.
Η διασάλευση είναι τόσο σημαντική και κρίσιμη, όσο είναι, επειδή δεν είναι δικαίωμα. Εάν ανήκε στα δικαιώματα δεν θα ήταν παρά ένα από τα τρομερότερα ψεύδη που θα μπορούσε να επινοήσει κανείς. Φυσικά δεν πρόκειται ούτε για υποχρέωση. Εάν ανήκε στις υποχρεώσεις δεν θα ήταν παρά μια από τις τρομερότερες αναστολές την οποία θα μπορούσε κανείς να αποδεχθεί.
Ας συλλογιστούν, εκείνοι που οφείλουν στον εαυτό τους συλλογισμό, γιατί δεν υπάρχει προτεραιότητα ή βεβαιότητα που να συγκλίνει με την αλήθεια. Αντ’ αυτών το απόλυτο της ύπαρξης επιβεβαιώνεται με το απόλυτο του θανάτου.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, υπογραμμίζω πως η έννοια του καταστρεφόμενου δεν ταυτίζεται με την έννοια του βασανιζόμενου, ακριβώς όπως δεν ταυτίζεται η έννοια του λειτουργικού με την έννοια του λειτουργούμενου. Στην ποίηση η διάρκεια δεν φέρει ανάγκη βοήθειας κάποιου σκοπού, δεν αφήνεται έρμαιο σε ψευδείς διασαφηνίσεις του υπάρχειν. Από την άλλη όμως, το ανύπαρκτο και το άγνωστο υφίστανται στη διάκριση μιας καταστροφικής ή βασανιστικής πορείας, μιας απάλευτης παροδικότητας όπου ο σκοπός μιας ερμηνείας ή αντίληψης μοιάζει να είναι απώτερος. Πρόκειται όμως για αυταπάτη, η αίσθηση σκοπού είναι εκείνο το οργανικό στοιχείο που επιβεβαιώνει ακριβώς το αντίθετο όντας καταργητικό μα και καταργούμενο. Κάθε ποιητικό κατόρθωμα δεν είναι παρά ένα ροχαλητό που διακόπτει τον ύπνο κάποιων.
Ένα από τα βασικότερα ζητήματα στην ποίηση, λοιπόν, είναι το εξής: οτιδήποτε άξιο λόγου παλαιώνεται στην αξία του λόγου του δίχως να παλιώνει, ακριβώς όπως το ανάξιο λόγου παλαιώνεται στη μη αξία του λόγου του επίσης δίχως να παλιώνει. Στο απώτατο σημείο αυτού του δεδομένου, το μέρος της ποίησης που προηγείται της δημιουργίας ποιήματος δεν είναι κρυφό, απροσέγγιστο ή ακατανόητο, επειδή δεν εμφανίζεται στο ποίημα, αντιθέτως, στην ποίηση εμφανίζεται με ιδιαίτατο τρόπο, με εκείνον που τεκμηριώνει κι επιτρέπει τη διάκριση μεταξύ ποιήματος και ποιήματος.
Το ζήτημα δεν είναι η αναγνώριση μιας μοναδικής, δηλαδή αληθούς, ποιητικής ερμηνείας έναντι ενός συνόλου αναληθών, μα το πως κάθε αναληθής ερμηνεία είναι επίσης μοναδική και πως δημιουργία
δεν μπορεί να υπάρξει δίχως την πρόκληση μοναδικότητας ανυπέρβατου περιεχομένου. Γι’ αυτό ανέφερα στην αρχή του δοκιμίου πως η ποίηση είναι μειωτέα.
Βεβαίως δεν υπάρχει ασυλλόγιστος που να μη συντηρείται από την εντύπωση πως η αλήθεια φέρει μαζί της έναν άμβωνα, έναν αντίχειρα που χαμηλώνει τον άνθρωπο, μια αυταρχική επιβολή που καθιστά τον άνθρωπο ανελεύθερο. Εντούτοις η αλήθεια, δηλαδή το περιεχόμενο ποίησης, δεν αποκλείει απολύτως τίποτα, αντιθέτως κάθε «ποιητής», δηλαδή κάθε ένας που καταπιάνεται με την ενδυνάμωση των πεποιθήσεων του, δεν αποκτά παρά ένα όλο και ισχυρότερο μικροσύστημα ελέγχου της σκέψης και των ενεργειών του, το οποίο ταυτίζεται με τα μικροσυστήματα των περισσοτέρων. Τι είδους ποιητικός πλουραλισμός είναι αυτός; Κατά πόσο κάτι τέτοιο αποτελεί ποιητική αντικειμενικότητα;
Το ζήτημα του τωρινού π ε ρ ί γ υ ρ ο υ λοιπόν, ως χαρακτηρίσιμο μέρος μιας οργανικότητας με αποκτούμενες διαστάσεις και αποκτούμενο νόημα, δεν έγκειται απλά στο ότι δεν έχει κάποιος ιδέα περί τίνος ακριβώς γράφει, μα στο πως ούτε καν αυτό δεν είναι ικανός να εκφράσει: το νόημα, όντας εξίσου μη επιτελέσιμο με το νόημα, θεωρείται επαναλαμβανόμενη δικαίωση και η υποτιθέμενη απογύμνωση -η οποία κάθε άλλο παρά επιλέγεται εντέλει- δεν αποκαλύπτει τη μοναδικότητα των υπάρξεων μα συμπτώματα που προκαλούνται επειδή τα απότοκα θεωρούνται αιτίες και παράγοντες, διότι η ανάγκη να πιστέψει κανείς σε αυτό που με στίχους εκφράζει δεν του επιτρέπει ν’ αποδεχθεί εκείνη τη ματαίωση που του επιβεβαιώνει πως δεν είναι τόσο ειλικρινής όσο χρειάζεται για να αηδιάσει τουλάχιστον με τον εαυτό του.
Δεν μπορεί να υπάρξει αυτογνωσία δίχως αντιπαραβολή με κάτι που υπερβαίνει τον συλλογισμό του υποκειμένου της, άρα, οτιδήποτε η ποίηση προκαλεί ή προσφέρει αποκτά σημασία λόγω της υποδοχής του κενού της. Μέγιστη υπέρβαση της ποίησης αποτελεί ίσως το πως παρά την απροσδιοριστία, το μυστήριο και την αμφιλογία της αλήθειας, δημιουργείται αποκαλυπτόμενη σε αυτή.
Στην ποίηση, χρησιμοποιώντας την αυτογνωσία, δηλαδή κάτι απολύτως συγκεκριμένο το οποίο εντούτοις είναι διαμορφούμενο ως μη ταυτότητα που διαμορφώνεται μέσω δημιουργούμενης γλώσσας, αναγνωρίζουμε τουλάχιστον πως η υπαρξιακή δυσαρέσκεια δεν αποτελεί αρνητικότητα εδρασμένη σε οποιοδήποτε είδος αντίστασης, μα υπερβατική επένδυση του υποκειμένου.
Η απελευθέρωση ως έννοια είναι σταδιακή όχι τόσο λόγω ανάπτυξης μιας ολοένα και πιο πρόσφορης συνειδητοποίησης μα κυρίως επειδή φέρει διάρκεια απόρριψης της πραγματικότητας και κατά συνέπεια τροπής προς την αλήθεια, αποκτώντας ένα πρόβλημα πολύ ισχυρότερο από εκείνο που αρχικά προσδιόρισε την αιτία της, όμως το νέο αυτό πρόβλημα περιέχεται στην αρχική αιτία.
Η ποίηση λοιπόν είναι αναντικατάστατη στο πρόβλημά της δίχως να το παραβιάζει μα όντας σε αυτό παραβιαζόμενη ― ετούτο σημαίνει πως είναι απολύτως παραβατική προς την έννοια της ζωής εφόσον είναι παραβιαζόμενη στο πρόβλημα του υπάρχειν.
Στο επίπεδο της ποίησης τα πάντα εξαρτώνται από μια υπερβατική θεώρηση και εγγυώνται από μια εξίσου υπερβατική δημιουργία, η διαφορά μεταξύ ποίησης και μη ποίησης, δηλαδή μεταξύ δημιουργίας και έκφρασης, δεν είναι διαφορά μεταξύ γλωσσών μα διαφορά μεταξύ γλώσσας και αγλωσσίας. Το περιεχόμενο ποίησης δεν είναι δημιουργούμενο επειδή απλώς τροποποιείται, αφαιρείται ή εμπλουτίζεται μα επειδή η ίδια η ποίηση λειτουργεί σ’ έναν λόγο
τον οποίο δημιουργεί διότι σ’ αυτόν περιέχεται.