Χάρτης 93 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-93/metafrash/af-ipsiloy
Τίποτε άλλο δε μπορούσε να σκεφτεί η Κέιτ παρά μονάχα το τι κατεργαριές είχε κάνει τότε που αυτή και ο Φίλιπ έμεναν σε τούτο δω το σπίτι. Είχε πασαλείψει με κόλλα μεριές-μεριές τη ξεφλουδισμένη ταπετσαρία από πίσω και την πατίκωσε στη θέση της· είχε παραγεμίσει τα μεγάλα νεροπίθαρα τής πίσω πόρτας με παλιοφυλλάδες ―ήταν τόσο βαθιά που 'παιρναν είκοσι λίβρες― και ύστερα έριξε από πάνω και χώμα ίσαμε μισό μέτρο περίπου. Οι πανσέδες, παραχωμένοι μες στα πιθάρια απ’ την καλοκαιρινή βροχή, είχανε, ούτως ή άλλως, ρίξει και ξεχείλιζαν.
Το σπίτι ανήκε σε μια μακρινή θεία του Φίλιπ, την Μπίατρις, η οποία ερχόταν αυτοπροσώπως κάθε μήνα για το νοίκι, αλλά, βέβαια, όλο εκείνο το άγχος της Κέιτ για την ενοικίαση αποδείχθηκε αχρείαστο. Η γυναίκα αυτή σπανίως κοιτούσε προσεκτικά τ’ οτιδήποτε· στην πραγματικότητα, τον χειμώνα άφηνε συχνά τ’ αυτοκίνητό της αναμμένο στο δρομάκο απ’ έξω όση ώρα κρατούσε η επίσκεψη, κι ούτε καν για έναν καφέ δεν ερχόταν μέσα. Το καλοκαίρι έμενε λίγο παραπάνω για να κόψει τριαντάφυλλα ή παιώνιες και να τα πάρει μαζί της στην πόλη. Ήταν μια κυρία ψηλή και ηλικιωμένη, η οποία φορούσε λουλουδάτα φορέματα, κι η οποία όταν πια κινούσε για την αρχαία της Κάντιλακ έμοιαζε συχνά κι ίδια ακόμη με γιγάντιο λουλούδι εν κινήσει, διαθλασμένο μέσ’ απ’ ένα καλειδοσκόπιο.
Εκ των υστέρων, η Κέιτ συνειδητοποίησε πως το σπίτι θα πρέπει να ‘δειχνε απολύτως εμφανίσιμο. Όταν πρωτοήρθε με τον Φίλιπ και αγαπιόντουσαν, τ’ αγαπούσανε κι αυτό, κι όταν πια δεν αγαπιόντουσαν, το σπίτι έμοιαζε να βουλιάζει κι αυτό μέσα στον μαρασμό. Το ετοιμόρροπο πλατύσκαλο την έθλιβε˙ ένα παντζούρι έπεσε μια νύχτα απ’ τον δεύτερο όροφο, κι ο τρόμος τους έγινε αγκαλιά.
Όταν αποφάσισαν οι δυο τους να χωρίσουν, συμφώνησαν πως θα ‘ταν χαζό να μη μείνουν ωσότου να λήξει το συμβόλαιο στο τέλος του καλοκαιριού. Τότε ήταν που τους επισκεπτόταν κι η νεαρή κόρη τού Φίλιπ, κι αυτή μια χαρά τα περνούσε. Το σπίτι ήταν τριώροφο ― υπήρχε σίγουρα αρκετός χώρος ώστε να αποφεύγονται τα συναπαντήματα. Εκείνος θα έπαιρνε από την εταιρεία του μετάθεση για τη Γερμανία τον Σεπτέμβρη. Η Κέιτ σχεδίαζε να μετακομίσει στη Νέα Υόρκη, κι έτσι θα μπορούσε να ψάξει για σπίτι με το πάσο της. Φτιάχνοντας μπάλες από εφημερίδες ώστε να γεμίσει τα πιθάρια για ακόμη ένα καλοκαίρι, είχε κι η ίδια σαστίσει με το πόσο σφιχτά τις συνέθλιβε ― σάμπως βάζοντας στα χέρια της όλη της τη δύναμη να μπορούσε ν’ αντιπαλεύει τα δάκρυα.
Σήμερα, δέκα χρόνια μετά, η Κέιτ ήταν πάλι σ’ αυτό το σπίτι. Η κόρη του Φίλιπ, η Μόνικα, ήταν τώρα δεκαοχτώ, κι ένας φίλος της νοίκιαζε το σπίτι. Σήμερα ήταν το πάρτι αρραβώνων της Μόνικα. Η Κέιτ καθόταν σε μια καρέκλα στο γκαζόν. Το γκαζόν ήταν όμορφα κουρεμένο. Τα άσχημα πιθάρια φύγανε, κι ένα φούξια φυτό κρεμόταν απ’ τον φανοστάτη δίπλα στην πίσω πόρτα. Ένα πράσινο χνούδι απλωνόταν καλύπτοντας ένα μέρος του γκαζόν, το οποίο είχαν πρόσφατα σκάψει για να βάλουν κήπο. Ο μεγάλος σφένδαμος που ‘μπαινε στην κουζίνα είχε γίνει τεράστιος· κι εκείνη αναρωτιόταν αν θα μπορούσε τώρα να περάσει καθόλου φως μέσα σε κείνο το δωμάτιο.
Ήξερε πως η ακίδα στον σφένδαμο θα ‘ταν ακόμα εκεί. Ήταν ήδη εκεί, μυστηριωδώς πως στo ίδιο εκείνο σημείο, όταν πρωτοήρθαν. Περπάτησε μέχρι το δέντρο και ακούμπησε το χέρι της επάνω της. Ήταν σκουριασμένη, αλλά στο κατάλληλο ακόμη ύψος ώστε να επιτρέπει στον καθένα να πατήσει το ένα του πόδι και ν’ ανέβει στα πλησιέστερα κλαδιά από πάνω.
Πριν το πάρτι, ο Φίλιπ είχε στείλει στη Μόνικα ένα σημείωμα, το οποίο η Μόνικα έδειξε στην Κέιτ παρέα μ’ έναν μορφασμό. Έλεγε πως αυτός δεν επρόκειτο να παρευρεθεί στον εορτασμό ενός λάθους· εκείνη παραήταν νέα για να παντρευτεί, κι εκείνος δεν ήθελε να ‘χει καμία απολύτως σχέση με το γεγονός. Η Κέιτ σκέφτηκε πως το ότι αυτός δεν ήταν εκεί είχε λιγότερο να κάνει με την κόρη του και περισσότερο με την ίδια και αυτόν. Ή που θα την αγαπούσε ακόμη ή που θα τη μισούσε. Έκλεισε μες στη χούφτα της την ακίδα στο δέντρο.
«Για ανέβα να δω κάτω απ’ τη φούστα σου», είπε ο σύζυγός της.
Κι ύστερα ξαφνιάστηκε που εκείνη πράγματι ανέβηκε.
Αδιαφορώντας για το δάχτυλο που είχε γδάρει στον κορμό σκαρφαλώνοντας, στάθηκε στο πρώτο ψηλό κλαδί και γύρισε να ξεπιάσει τη φούστα της, γελώντας και αφήνοντας τη φούστα της να ξεκολλήσει απ’ το σώμα της. Ανέβηκε άλλο ένα κλαδί, προσεκτικά, κι έγειρε να κοιτάξει κάτω. Γύρισε και ακούμπησε σ’ ένα ψηλότερο κλαδί, κοιτώντας τον, και σήκωσε τη φούστα της.
«Εντάξει», είπε, γελώντας κι αυτός. «Πρόσεχε».
Εκείνη συνειδητοποίησε ότι δεν τον είχε ποτέ της προηγουμένως κοιτάξει από ψηλά ― ούτε από κανένα παράθυρο, ούτε από πουθενά αλλού που να της ερχόταν τώρα στο νου. Ήταν στα δώδεκα με δεκαπέντε πόδια απ’ το έδαφος. Ανέβηκε άλλο ένα κλαδί. Ξανακοίταξε κάτω και τον είδε να πλησιάζει το δέντρο με τη σβελτάδα ενός μαγνήτη. Είχε μικρύνει κι άλλο.
«Τα πουλιά τσιμπούσαν κανναβούρι από μια καμπάνα με σποράκια που κρεμόταν από κει», είπε, δείχνοντας το κλαδί που ο σύζυγός της μπορούσε σχεδόν ν’ αγγίξει. «Αυτό το δέντρο ήταν γεμάτο πουλιά το πρωί. Ήταν τόσο φασαριόζικα που μπορούσες να τ’ ακούσεις πιο δυνατά κι απ’ το μπέικον που τσιτσίριζε».
«Κατέβα», είπε αυτός.
Εκείνη ένιωσε λιγάκι τρομαγμένη σαν είδε πόσο μικρό ήταν το υψωμένο του χέρι. Ένιωσε το σώμα της ελαφρύ, και κρατήθηκε σφιχτότερα.
«Καρδούλα μου», είπε αυτός.
Ένας νέος άντρας μ’ άσπρο μπουφάν ερχόταν προς τον σύζυγό της, κρατώντας δυο ποτά. «Όπα, τέρμα ψηλά!» αναφώνησε. Εκείνη έριξε ένα χαμόγελο. Στη στιγμή, ένα κοριτσάκι άρχισε να τρέχει προς τον άντρα. Ήταν περίπου δύο χρονών, κι ασταθής εκεί που το γκαζόν έπαιρνε να κατηφορίζει και οι ρίζες του δέντρου ξεπετάγονταν μέσ’ απ’ το έδαφος. Ο άντρας έδωσε γρήγορα τα ποτά στον σύζυγό της και βούτηξε να πιάσει το παιδί καθώς αυτό παραπατούσε. Η Κέιτ, προετοιμασμένη για το κλάμα του παιδιού, ξεφύσησε όταν τίποτα δε συνέβη.
«Υπήρχε ένα δεντρόσπιτο», είπε η Κέιτ. «Του κρεμούσαμε χάρτινα φαναράκια όταν κάναμε πάρτι».
«Το ξέρω», είπε ο σύζυγός της. Είχε ακόμη τα χέρια του σηκωμένα, μ’ ένα ποτό στο καθένα. Ο άντρας που ‘στεκε πλάι του κατσούφιασε. Ξαναπήρε το ποτό του και άρχισε να απομακρύνεται, μιλώντας στο κοριτσάκι. Ο σύζυγός της ακούμπησε το ποτό του στο γρασίδι.
«Ψηλά στο δέντρο!» τσίριξε το κοριτσάκι. Γύρισε κιόλας να δει πίσω απ’ τον ώμο της.
«Σωστά», είπε ο άντρας. «Μία κυρία είναι ψηλά στο δέντρο».
Το ποτήρι στα πόδια του συζύγου της είχε αναποδογυρίσει.
«Ούτε καν», είπε η Κέιτ. «Απ’ το μυαλό μου τα ‘βγαλα».
Εκείνος είπε, «Μήπως ν’ ανέβω να σε πάρω;» Ακούμπησε την παλάμη του στην ακίδα. Ή, τέλος πάντων, εκείνης έτσι της φάνηκε˙ δε μπορούσε να σκύψει και πολύ μπροστά για να δει.
«Είσαι τόσο καλός μαζί μου», είπε.
Δεν είχε υπάρξει ποτέ της τολμηρή όσο ήταν νέα, κι ήθελε τώρα να πατήσει πόδι. Η συνειδητοποίηση τού πόσο παράδοξη ήταν αυτή η σκέψη τής έφερε ζάλη – η αντίθεση μεταξύ τού «πατάω πόδι» και τού ισορροπώ πάνω σ’ ένα δέντρο. Θα μπορούσε να είχε υπάρξει δεντρόσπιτο. Και ποιοι άλλοι εάν όχι εκείνη και ο Φίλιπ θα ζούσαν σ’ ένα τέτοιο σπίτι δίχως να κάνουν πάρτι στο γκαζόν; Δε θεωρούσε ότι η Μόνικα έκανε λάθος που παντρευόταν· ο αρραβωνιαστικός της ήταν γοητευτικός και χαζός και δραστήριος. Κι ο δικός της ο σύζυγος ήταν πολύ γοητευτικός ― το φανέρωνε, βέβαια, μονάχα κατ’ ιδίαν, ξαφνιασμένος απ’ τις πλάκες της τόσο που αυτή συχνά σκεφτόταν πως εντέχνως την ενθάρρυνε να κάνει ζαβολιές γιατί θαύμαζε τους ανθρώπους που μπορούσαν και φέρονταν έτσι. Εκείνος ήταν σεμνός. Δεν ήταν του χαρακτήρα του να λέει, «Για ανέβα να δω κάτω απ’ τη φούστα σου».
«Θα πετάξω», του είπε.
Εκείνος άφησε τα χέρια του να πέσουν. «Ένας περίπατος στο δάσος», είπε.
Από πίσω απ’ το γκαζόν, εκεί που το γκαζόν γινόταν δάσος, ο άντρας και η κόρη του ήταν σκυμμένοι, κοιτώντας κάτι στο γρασίδι. Η Κέιτ μπορούσε ν’ ακούσει μουσική από πιάνο να ‘ρχεται μέσ’ απ’ το σπίτι.
«Αυτοκινητάδα», είπε ο σύζυγός της. «Θα φύγουμε για λίγο απ’ τη γιορτή».
Εκείνη ένευσε αρνητικά. Ύστερα ένιωσε τα πλευρά της σα σε αιμοστατικό ιμάντα, κι αποφάσισε να ξεκινήσει να κατεβαίνει προτού μεγαλώσει ο πόνος. Ντράπηκε που η προσεκτική, επιφυλακτική της κατάβαση κάθε άλλο παρά θαρραλέα ήταν. Ένιωσε τον ιδρώτα πάνω απ’ τα χείλη της και παρατήρησε, για πρώτη φορά, μια κηλίδα αίματος κατά μήκος της παλάμης της ― το κόψιμο στο δάχτυλό της που ‘χε τώρα σταματήσει να αιμορραγεί. Ακούμπησε το δάχτυλό της στα χείλη της και η αλμυρή γεύση τής έφερε δάκρυα στα μάτια. Ακούμπησε τα πόδια της στο έδαφος και αντίκρισε τον σύζυγό της, κι ύστερα προέβη στην εξής δραματική κίνηση: ύψωσε τα χέρια της και τ’ άνοιξε για μια στιγμή, διάπλατα σαν πέργκολα, προτού τον περικλείσουν.