Χάρτης 93 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-93/metafrash/sizitisi-peri-podiwn
Alfred Lichtenstein (1889-1914)
Η ποιητική ανθολογία Το λυκόφως της Ανθρωπότητας
κυκλοφόρησε στη Γερμανία στις αρχές του 1920, περιλαμβανοντας επιλογές από 23 ποιητές. Οι περισσότεροι κινούνταν στο κλίμα του πρώιμου εξπρεσσιονισμού, συνοψίζοντας την προηγούμενη δεκαετία με ποιήματα-κραυγές, που προϊδέαζαν για την επερχόμενη παγκόσμια σύρραξη, αλλά και προσδοκούσαν με μυστικιστική ελπίδα την πνευματικη ανανέωση του ανθρώπου. Μερικές από τις χαρακτηριστικότερες εικόνες αστικής παρακμής και Αποκάλυψης, ανήκουν στον Alfred Lichtenstein, που ανθολογείται με 8 ποιήματα.
Ο εβραϊκής καταγωγής Άλφρεντ Λίχτενστάιν ήταν από τους πρώτους ποιητές, που έπεσαν θύματα του Α' Παγκοσμίου πολέμου. Πασιφιστής και πεσιμιστής, δεν καλωσόρισε την επιστράτευση από την αρχή, αντίθετα με πολλούς συγχρόνους του. Σατιρική, ουσιαστικά, φύση μοιράζεται με τους άλλους εξπρεσιονιστές την ενασχόληση με το γκροτέσκο, την χαλάρωση της φόρμας με πεζολογικά στοιχεία και την παρεμβολή μιας ομοιοκαταληξίας συχνά παράταιρης και απαξιωτικής. Θαμώνες των Βερολινέζικων καφενείων, ανταγωνιστές, αλλά και συνοδοιπόροι στην αναζήτηση του μοντέρνου στην Τέχνη, οι πρώιμοι εξπρεσιονιστές αποτελούν μία χαρακτηριστικά χαμένη γενιά: πολλοί έχασαν τη ζωή τους σε νεαρή ηλικία και το έργο τους απαγορεύτηκε με την άνοδο του ναζισμού.
Στα πεζά του, όπως και στην ποίηση του, ο Λιχτενστάϊν πάτησε πανω στην γκροτέσκα πεζογραφία της εποχής του, αναπτύσσοντας σε βάθος και προεκτάσεις το συγκεκριμένο στυλ, δημιουργώντας μικρές παραβολές για την αλλοτρίωση και την έλλειψη νοήματος στη «μοντέρνα» ύπαρξη. Πέρα από την οξυδέρκεια του, όσον αφορά στη σύνδεση που επιχειρεί μεταξύ των ανθρώπινων σχέσεων και της ανταγωνιστικής συμπεριφοράς στην αγορά, ο Λίχτενσταϊν παρατηρεί οδυνηρά τη ροπή της ανθρώπινης φύσης προς την αυταπάτη. Οι περισσότερες από τις κύριες φιγούρες στις ιστοριούλες αυτές, κατέληγαν στο τέλος στην αυτοκτονία η την τρέλα. Ο πόλεμος δεν άργησε να έρθει, δίνοντας μια επιβεβαίωση στις προφητικές ανησυχίες των εξπρεσιονιστών. Ο Λίχτενσταϊν άφησε πίσω σχέδια και σχόλια για ένα μυθιστόρημα, αφιερωμένο στο Βερολίνο. Αλλά και ενδιαφέροντα «σπαράγματα», όπως το κείμενο «Συζήτηση περί ποδιών», που προϊδεάζει για μεταγενέστερους τρόπους και τεχνικές:
Κ.Μ.
Όπως καθόμουν στο βαγόνι, μου λέει ο κύριος απέναντι:
«Εσάς, δε μπορεί κανείς να σας πατήσει».
Του είπα: «Γιατί; Τι εννοείτε»;
Ο κύριος απάντησε: «Μα δεν έχετε πόδια».
Τον ρώτησα: «Το προσέξατε- είναι τόσο φανερό»;
Ο κύριος είπε: »Φυσικά».
Έβγαλα κι εγώ τα πόδια μου απ’ το σακίδιο. Τα είχα τυλίξει σε χαρτί. Και τα ‘χα πάρει μαζί μου, γι αναμνηστικό.
Ο κύριος είπε: «Τι ‘ναι αυτό»;
Του λέω κι εγώ: »Τα πόδια μου».
Μου κάνει ο κύριος: «Βάλατε τα πόδια σας στον ώμο, αλλά δεν μπορείτε να πάτε και πολύ μακριά».
Είπα: «Δυστυχώς» .
Μετά από μια παύση, ο κύριος ρώτησε: «Τι σκέφτεστε να κάνετε λοιπόν χωρίς πόδια»;
Είπα: «Δεν με απασχόλησε τόσο, μέχρι τώρα».
Ο κύριος είπε: «Χωρίς πόδια, ούτε ν’ αυτοκτονήσει δεν μπορεί κανείς εύκολα».
Του είπα: «Δεν το βρίσκω τόσο αστείο».
Ο κύριος είπε: «Κι όμως. Εάν θελήσετε να κρεμαστείτε, πρέπει πρώτα κάποιος να σας σηκώσει ως το περβάζι. Και ποιός θα σας ανοίξει το γκάζι αν θελήσετε να δηλητηριαστείτε; Θα μπορούσατε βέβαια ν’ αγοράσετε ένα περίστροφο στέλνοντας κάποιον άλλο. Τι θα γίνει όμως αν η βολή αστοχήσει; Για να πνιγείτε, θα πρέπει να πάτε με ένα αυτοκίνητο και να σας μεταφέρουν, με φορείο, μέχρι το ποτάμι δύο εντολοδόχοι».
Είπα: «Ο καθένας ας κοιτάει τη δουλειά του».
Ο κύριος είπε: «Κάνετε λάθος. Αναλογίζομαι, από τότε που σας βρήκα εδώ, πώς θα γινόταν να σας βγάλει κάποιος απ’ τον κόσμο τούτο. Πιστεύτε ότι ένας άνθρωπος χωρίς πόδια είναι ένα όμορφο θέαμα; Ότι έχει καν δικαίωμα ύπαρξης; Αντίθετα προσβάλετε σοβαρά την αισθητική των συνανθρώπων σας».
Είπα: «Ας συστηθώ. Είμαι τακτικός καθηγητής Ηθικής και Αισθητικής στο Πανεπιστήμιο».
Ο κύριος είπε: «Πώς τα καταφέρνετε; Προφανώς δεν έχετε κι ο ίδιος ιδέα, πόσο αδύνατο είναι».
Κοίταξα μελαγχολικά τα κολοβώματα μου.

Αμέσως, μια κυρία απέναντι σχολίασε: «Πρέπει να’ναι ένα περίεργο συναίσθημα, να μην έχεις πόδια».
Είπα: «Ναι»
Η κυρία είπε: «Δε θα ‘θελα ν’ αγγίξω έναν άντρα, που δεν έχει πόδια».
Είπα: «Είμαι πολύ καθαρός».
Η κυρία είπε: «Πρέπει να ξεπεράσω μια μεγάλη ερωτική αηδία για να σας μιλήσω, πόσο μάλλον να σας κοιτάξω».
Είπα: «Λοιπόν».
Η κυρία είπε: «Δεν νομίζω ότι είστε εγκληματίας. Μπορεί να είστε ένα έξυπνο και βασικά αξιαγάπητο άτομο. Αλλά με την καλύτερη θέληση στον κόσμο δεν θα μπορούσα να σας συναναστραφώ, λόγω της έλλειψης των ποδιών σας».
Είπα: «Συνηθίζει κανείς τα πάντα».
Η κυρία είπε: «Το να μην έχει κάποιος πόδια, προκαλεί ένα ανεξήγητο συναίσθημα βαθύτατης φρίκης, σε μια γυναίκα φύσει ευαίσθητη. Σαν να είχατε διαπράξει ένα αηδιαστικό αμάρτημα».
Είπα, «Μα είμαι αθώος. Έχασα το ένα πόδι από τον ενθουσιασμό μου, όταν πήρα για πρώτη φορά την έδρα του καθηγητή, έχασα το δεύτερο όταν, χαμένος στη σκέψη, βρήκα αυτόν τον σημαντικό αισθητικό νόμο, που οδήγησε σε θεμελιώδεις αλλαγές στον κλάδο μας.
Η κυρία είπε: «Πώς λέγεται αυτός ο νόμος;»
Είπα: «Ο νόμος λέει: Όλα εξαρτώνται μόνο από τη δομή της ψυχής και του πνεύματος. Αν η ψυχή και το πνεύμα είναι ευγενή, πρέπει να θεωρούμε ένα σώμα όμορφο, όσο καμπουριασμένο και παραμορφωμένο κι αν είναι εξωτερικά».
Η κυρία σήκωσε επιδεικτικά το φόρεμά της, αποκαλύπτοντας τα όμορφα πόδια της μέχρι πάνω, καλυμμένα με κάθε λογής μετάξι, που έβγαιναν από το χυμώδες σώμα της, σαν ανθισμένα κλαδιά.
Ταυτόχρονα, είπε: «Μπορεί να έχετε δίκιο, αν και κάποιος θα μπορούσε να πει το αντίθετο. Σε κάθε περίπτωση, ένα άτομο με πόδια είναι πολύ διαφορετικό, από ένα, που του λείπουν».
Με αυτό με άφησε, κι απομακρύνθηκε περήφανα.