Χάρτης 93 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-93/poiisi-kai-pezografia/to-otostop-kai-oi-treis-patates-tis-ikarias
Κάπου στην Ικαρία
Tέσσερις το βράδυ. Είμαστε μέσα στο αυτοκίνητο. Η Μαρία κοιτάζει την Κατερίνα με μάτια γουρλωτά και της γνέφει με το χέρι ― μια μπουνιά, μικρό δάχτυλο τεντωμένο, αντίχειρας πάνω. Σίγουρα δεν εννοεί ‘thumbs up’.
Ξαφνικά, το αυτοκίνητο σταματάει. Ο οδηγός βγαίνει έξω.
― Βγαίνουμε. Τώρα, ψιθυρίζει η Μαρία.
― Και πού θα πάμε; Είναι πίσσα σκοτάδι και είμαστε στη μέση του πουθενά, λέει η Κατερίνα.
― Τότε ας περιμένουμε να μας σφάξει και να μας πετάξει σε κανένα χωράφι ― α, να, αυτό εδώ είναι μια χαρά. Φώτι, πες κάτι. Θα γυρίσει.
Πώς φτάσαμε εδώ; Δεν είναι σκηνή από ταινία τύπου “Dude, what did we do last night?” — είναι κακέκτυπο του δολοφόνου με το πριόνι.
Χριστός Ραχών, Ικαρία.
Μια το πρωί και εμείς σαν wannabe Ικαριώτισες πίνουμε ελληνικό καφέ στην πλατεία.
― Τι κάνουμε τώρα; ρωτάω.
― Πάμε για κάνα ποτό; προτείνει η Μαρία.
― Και πώς θα γυρίσουμε σπίτι; Και μην τυχόν ακούσω τίποτα για οτοστόπ, λέω, τονίζοντας κάθε λέξη για δραματικότητα.
― Μα, εδώ όλοι το κάνουν, επιχειρηματολογεί η Μαρία.
― Μα φυσικά. Γιατί στην Ικαρία δεν υπάρχουν ψυχοπαθείς.
Και συνεχίζω με μια φανταστική συνέντευξη στον υποψήφιο οδηγό.
― Γεια σας, μπορείτε να μας πετάξετε στον Αρμενιστή;
― Βέβαια, μπείτε μέσα!
― Πρώτα χρειάζεται να μας απαντήσετε σε μερικές ερωτήσεις με ένα ναι ή όχι, λέω και βγάζω τετράδιο και στυλό:
1. Σκοπεύετε να μας απαγάγετε;
2. Σκοπεύετε να μας παρενοχλήσετε;
3. Σκοπεύετε να μας πετάξετε σε κανένα χαντάκι;
― Χα-χα-χα. Είσαι ξεκαρδιστική ρε Φώτω, λέει η Μαρία με βαριά φωνή, τα μάτια της τσαλακωμένα.
― Έτσι ξεκινούν τα πιο βασικά θρίλερ. Ταξί, και πάλι ταξί.
― Οκ, σύμφωνοι. Πάμε τώρα για κάνα ποτό;
Το ένα ποτό γίνονται δύο, τα δύο τρία. Μετά κρέπα. Κατευθυνόμαστε στην πιάτσα. Μόνο στο όνομα, γιατί ταξί δεν υπάρχει. Έρημος ο δρόμος. Κουβάλαγε κάτι μετα-αποκαλυπτικό. Καλούμε δύο-τρία νούμερα που βρήκαμε σε φυλλάδια, καμία τύχη. Αρχίζουμε και περιπλανιόμαστε. Μπαίνουμε σε ένα παντοπωλείο και πλησιάζουμε την κυρία πίσω από το ταμείο.
― Αχ βρε κορίτσια! Τέτοια ώρα τέτοια λόγια! Αλλά... είστε τυχερές! O κυρ-Στεφανος εδώ, ο συντοπίτης μόλις φεύγει για Αθήνα και περνάει από Αρμενιστή. Κυρ-Στέφανε, τι λες, μπορείς να πετάξεις τα κορίτσια; Στον δρόμο σου είναι!
― Βεβαίως, ακολουθήστε με.
Κοιταζόμαστε. Μάτια ερμητικά ανοιχτά.
― Αυτό δεν είναι οτοστόπ Φώτι. Είναι ο κυρ-Στέφανος, ο συντοπίτης, λέει η Μαρία που έχει ήδη διαβάσει τις σκέψεις μου.
― Που τον ξέρουν όλοι εδώ γύρω, προσθέτει η Κατερίνα τραβώντας κάθε λέξη νομίζοντας ότι έτσι τους δίνει αξία.
Έφερα σθεναρές αντιστάσεις.
― Πάμε να κάτσουμε... Κοιτάω γύρω μου απεγνωσμένα... εεε, να, σε αυτό το παγκάκι, στην πλατεία. Μια δυο ωρίτσες και τσουπ θα σκάσει το πρώτο λεωφορείο!
Τους θύμισα την Σίφνο ― που κοιμηθήκαμε στην παραλία μέχρι το πρωί γιατί το δωμάτιό μας είχε καταδρομή από κατσαρίδες. Τη Μύκονο ― που περιμέναμε τη βάρκα να μας μαζέψει άρον άρον από το Super Paradiso ενώ εμείς διαβάζαμε βιβλία σαν γνήσιες βιβλιοφάγοι. Τίποτα. Δεν άκουγαν.
― Σιγά μην κάτσουμε τόση ώρα στο παγκάκι, λέει η Κατερίνα. Και «άλλη φάση η παραλία στην Μύκονο» συνέχισε η Μαρία. Με τα πολλά με πείθουν. Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο. Μπαίνει και ο κυρ-Στέφανος. Βάζει το κλειδί στη μίζα. Γυρίζει προς τα πίσω.
― Έτοιμες κορίτσια; Πόσες είστε είπαμε;
Ή στραβός είναι ο γιαλός...
Άκρα του τάφου σιωπή. Τα μάτια μου κάνουν βόλτες από τον κυρ-Στέφανο στο μπαμπρίζ και τανάπαλιν. Ξαφνικά μπροστά μας μια ταμπέλα που μαζί με άλλα μέρη μας γνωστοποιεί ότι ο Αρμενιστής είναι πέντε χιλιόμετρα προς τα αριστερά. Αχ, φτάνουμε, σκέφτομαι και μαλακώνει το στήθος μου. Και εκεί που πάω να γελάσω ― να πω ότι είμαι καχύποπτη, ότι δεν αδράχνω τη στιγμή, ότι από αύριο θα είμαι άλλη, “new year, new me” - στρίβει δεξιά. Πρώτο plot twist.
Η Μαρία με κοιτάζει με μάτια τόσο γουρλωμένα που μπορώ να δω όλο το άσπρο γύρω γύρω. Ταιριάζει με το υπόλοιπο άσπρο του προσώπου της.
― Καλέ μπερδευτήκατε! Λέει η Κατερίνα με ύφος “Happy birthday Mr President”, αλλά δε μασάει ο κυρ-Στέφανος, μας εξηγεί οτι ξέρει μονοπάτια που ξέρουν μόνο οι ιθαγενείς.
― Και για πέστε κορίτσια. Έχετε έρθει μόνες σας στο νησί μας; ρωτάει με ξαφνικό ενδιαφέρον.
― Όχι καλέ! Μας περιμένουν οι φίλοι μας στον Αρμενιστή, πετάγεται η Μαρία που ήταν έτοιμη να δώσει ονοματεπώνυμα, επάγγελμα και καταγωγή. Μετά αρχίζει και κάνει κάτι περίεργα με τα χέρια της και της κόβει της Κατερίνας και κάνει με μεγάλη θεατρικότητα ότι απαντάει στο τηλέφωνο που χτυπάει αλλά είναι αθόρυβο.
― Έλα ρε Βαγγέλη, φτάνουμε φτάνουμε! Να, βρήκαμε τον κυρ-Στέφανο, τον συντοπίτη που προσφέρθηκε να μας πάρει μαζί του. Ναι, ναι, πολύ ευγενικός κύριος! Λοιπόν, τα λέμε σε λίγο, δεν θα αργήσουμε, ε κυρ-Στέφανε; λέει και τονίζει την τελευταία πρόταση-ερώτηση.
Μούγκα ο κυρ-Στεφανος. Πίσσα σκοτάδι έξω. Η Κατερίνα έχει κουρνιάσει στη άκρη απο τα δεξιά και με τα χέρια της έχει καλύψει το στόμα της. Εν τω μεταξύ, η Μαρία παρατείνει την ιστορία του Βαγγέλη, και ξαφνικά έχουμε όλες αγόρια. Εγώ τον Άρη. Η Κατερίνα τον Θωμά. Όχι και πολύ ΛΟΑΤΚΙ+, θα προσθέσω εγώ. Το παραλήρημα της Μαρίας σταματάει από το τηλέφωνο του κυρ-Στέφανου.
― Έλα ρε Τίμο. Τι έγινε ρε φιλάρα, που βρίσκεσαι; Εγώ, εδώ, Ικαρία ακόμα. Ήμουν Χριστό Ραχών και πάω λιμάνι. Έχω και κάτι κορίτσια εδώ σαν τα κρύα τα νερά! Τα πάω Αρμενιστή. Ναι, ναι, τα λέμε σύντομα.
Ξαφνικά, ο κυρ-Στέφανος ανακοινώνει ότι θα χρειαστεί να κάνουμε μια στάση από το σπίτι του για να πάρει τρία σακιά για κάτι πατάτες που θέλει να πάρει στην Αθήνα. Πέντε λεπτά μετά, στρίβει μέσα σε ένα χωμάτινο δρόμο, και σταματάει σ’ένα αγρόκτημα, μπροστά σε έναν φράχτη.
― Δυο λεπτάκια κορίτσια μου, δύο λεπτάκια! λέει και εξαφανίζεται.
― Αυτός φέρνει σακιά. Κάτι μου λέει ότι οι πατάτες είμαστε εμείς. Είναι η μόνη μας ευκαιρία, φωνάζει η Κατερίνα.
Μέχρι να συντονιστούμε, ο κυρ-Στέφανος έχει κιόλας γυρίσει...με τρία σακιά. Μπαίνει μέσα και βάζει μπρος. Ακίνητο το αυτοκίνητο. Τσεκάρει τις ταχύτητες και το χειρόφρενο. Ξαναπροσπαθεί. Το αυτοκίνητο μαρσάρει, ζορίζεται, τίποτα.
― Τι στο διάολο; αναρωτιέται δυνατά.
Ανοίγει την πόρτα και βγαίνει με φόρα. Βγαίνω κι εγώ, σέρνοντας τα πόδια μου.
― Τι συνέβη κυρ-Στεφανε;
Καμιά απαντηση.
Κοιτάω τη μούρη του αυτοκινήτου. Ο φράχτης έχει γίνει ένα με τον προφυλακτήρα.
Ο κυρ-Στέφανος αρχίζει τα μπινελίκια. Τραβάει τον φράχτη με μένος αλλά μάταια. Καταιδρωμένος ανοίγει το πορτμπαγκάζ με δύναμη. Σπρώχνει κουτιά αριστερά και δεξιά. Χώνει τα χέρια του κάτω απο σακούλες. Οτι τον εμποδίζει πετιέται έξω. Σταματάει απότομα. Τραβάει αργά τα χέρια του. Κρατάει ένα μεγάλο πριόνι.
Αν υπήρχε μια στιγμή που θα μπορούσα να χάσω τις αισθήσεις μου, ήταν σίγουρα αυτή. Αντιθέτως, βρίσκω τον εαυτό μου να κρατάει τον φράχτη τεντωμένο για να μπορέσει ο κυρ-Στέφανος να τον πριονίσει. Η Μαρία ακόμα μέσα. Η Κατερίνα σε απόσταση ασφαλείας. Αφού τα καταφέρνουμε, ο κυρ-Στέφανος παίρνει το πριόνι και το χώνει ξανά κάτω απο τις σακούλες όπως-όπως. Άραγε τι άλλο έχει εκεί μέσα. Τσεκούρι, δρεπάνι, τσάπα;
Και κάπως έτσι φτάσαμε στο τώρα.
Στο αυτοκίνητο.
Με το πριόνι κάπου πίσω μας.
Εμείς άφωνες...Μιλιά δεν βγάζουμε.
Έχω σκεφτεί κάθε πιθανό σενάριο τρόμου.
Δεν μπορώ να αποφασίσω τι είναι χειρότερο: το “Funny Things”, όπου στο τέλος δεν τη γλιτώνει κανείς, ή τα σπλάτερς όπου πάντα μένει ένας;
Ξαφνικά φαντάζομαι τις ειδήσεις των 9 της αυριανής μερας. Τρία κορίτσια βρέθηκαν νεκρά σε ένα αγρόκτημα στην Ικαρία. Δραματική μουσική και δηλώσεις γνωστών και αγνώστων για το πόσο καλά κοριτσια ήμασταν. Σεμνές. Ήσυχες. Χωρίς να προκαλούμε.
Καθώς κάνω όλες αυτές τις μακάβριες σκέψεις, αποφασίζω να του πιάσω κουβέντα μπας και πιάσω κανα vibe. Είναι ο κυρ Στέφανος ο συντοπίτης ή ο Στέφ ο σίριαλ κιλερ;
― Κυρ-Στέφανε φτάνουμε;
― Τώρα δα. Απαντάει κοφτά.
― Τι ώρα φεύγει το πλοίο σας;
― Πέντε... έξι.
― Σας περιμένει κάποιος στην Αθήνα;
― Ο γιoς μου.
Κουνάω το κεφάλι σαν να με καθησυχάζει η πληροφορία. Δεν με καθησυχάζει.
― Τελικά οι πατάτες πού είναι;
Σιωπή.
Και τότε, ξαφνικά, στρίβουμε σε έναν δρόμο με φώτα.
Αυτοκίνητα.
Μαγαζιά.
Άνθρωποι.
Να και το μίνι μάρκετ της γειτονιάς μας.
― Φτάσαμε κορίτσια.
Ο κυρ-Στέφανος κόβει ταχύτητα, βγάζει φλας και καβαλάει το πεζοδρόμιο στ’ αριστερά.
Στέκουμε αμήχανες. Αγαλματάκια ακίνητα.
Και μετά... εξέγερση.
Πεταγόμαστε έξω.
Λούης ο κυρ-Στέφανος.
Μεγάλη ανάσα από το διάφραγμα.
Σκύβω και ακουμπάω το χώμα.
Ούτε χωράφι.
Ούτε πατάτες.