Χάρτης 93 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-93/poiisi-kai-pezografia/i-zoi-einai-kyklos-file
Εμένα που με βλέπεις, δεν τα ‘παιρνα τα γράμματα. Ένα Δημοτικό έβγαλα κι αυτό με το ζόρι. Στα δεκαεφτά άρχισα να τρέχω πίσω απ’ τη Ντάμα Κούπα και τους Ρηγάδες. Άτιμο πράγμα το χαρτί. Εκεί που σ’ ανεβάζει στα ουράνια, σ’ αρπάζει ξαφνικά, σε στροβιλίζει στον αέρα και σκας στην άσφαλτο σαν ώριμο καρπούζι που ξέφυγε απ’ την καρότσα. Ένα σπίτι έχω χάσει στο καζίνο κι ένα μηχανάκι. Δούλευα και ξεχρέωνα, δούλευα και ξεχρέωνα. Και τί δεν έχω κάνει. Από κλητήρας σε υπουργείο μέχρι χασάπης στη Βαρβάκειο. Τα τελευταία δέκα χρόνια ήμουν σοφέρ σ’ έναν εφοπλιστή. Όμως θες η ηλικία, θες η θολούρα απ’ τα ξενύχτια στις λέσχες, το ‘χασα. Άρχισα να βλέπω τον τροχονόμο για κρουπιέρη και τα φανάρια για μάρκες. Πέρσι τράκαρα πέντε φορές. Τις δυο είχα μέσα το αφεντικό. «Φάνη» μου λέει μια μέρα, «το τιμόνι θέλει γρήγορα μάτια και ξεστόχαστο μυαλό. Θα πάρω άλλον». Όμως δε μ’ άφησε έτσι. Αυτός μ’ έφερε εδώ. Θα κάτσω ένα-δυο χρόνια και μετά θα βγω στη σύνταξη. Θα γυρίσω στο νησί.
«Ikaros security», γράφει με κίτρινα γράμματα η πλάτη του μπουφάν μου. Κάθε πρωί φοράω τη στολή, βάζω τον καφέ στο θερμός, φραπέ σκέτο με λίγη ζάχαρη στη μύτη απ’ το κουτάλι, κι έρχομαι στη δουλειά. Προσωπικό ασφαλείας σε διαγνωστικό κέντρο. Δεν κάνω και πολλά. Χαιρετάω τον κόσμο, τους λέω πού είναι ο τομογράφος, πώς θα πάνε στο μικροβιολογικό, σε ποιον όροφο γίνονται οι υπέρηχοι. Τέσσερις μήνες εδωπέρα και καταλαβαίνω τον κόσμο απ’ το περπάτημα. Άλλοι μπαίνουν γρήγορα με κατεβασμένα κεφάλια κι άλλοι πάνε με το πάσο τους, μου χαμογελάνε, μου πιάνουν την κουβέντα. Οι πρώτοι είναι τα «επείγοντα» κι οι δεύτεροι τα «τσεκάπ». Έτσι τους λέω. Και τι δεν έχω δει σ’ αυτά τα σκαλιά. Οι περισσότεροι κατεβαίνουν, κάθονται εκεί στην άκρη που βλέπεις το ράγισμα, κι ανοίγουν τους φακέλους. Άλλοι κλαίνε, άλλοι γελάνε, και σε ένα δευτερόλεπτο το «επείγον» γίνεται «τσεκάπ» και το «τσεκάπ» πάει για «επείγον».
Την περασμένη βδομάδα ένα κορίτσι έπεσε απ’ τον τρίτο που κάνουν τις μαγνητικές. Εγώ καθόμουνα στην είσοδο και μέτραγα τα μαύρα αυτοκίνητα. Όταν δεν έχουμε κόσμο, αυτό κάνω για να περνάει η ώρα. Τη μια μέρα μετράω τα μαύρα, την άλλη τα άσπρα, την τρίτη τ’ ασημιά. Βλέπω που λες ένα πράγμα να σκάει στο πεζοδρόμιο μπροστά στην πόρτα. Για σκουπιδοσακούλα το πέρασα. Έτρεξα έξω και την είδα. Ήταν πεσμένη μπρούμυτα στο πεζοδρόμιο λες και κοιμόταν. Μόνο απ’ τη μύτη της έτρεχε λίγο αίμα και κύλαγε στις πλάκες σαν βελούδινη κορδέλα. Είχε περασμένο στο πόδι ένα βραχιόλι από κοράλια. Ήρθε κι ο γιατρός απ’ το ακτινολογικό αλλά αυτή ούτε ανέπνεε, ούτε τίποτα. Από ‘κεινη τη μέρα όποτε βλέπω γυναίκα με βραχιόλι στα πόδια, θυμάμαι εκείνο το μικρό κόκκινο σημάδι στο πεζοδρόμιο.
Αλλά έτσι είναι η ζωή, φίλε. Τη μια φέρνεις ασσόδυο, την άλλη εξάρες. Σήμερα που λες, πάνω που τέλειωνα τον καφέ, βγήκε απ’ το ασανσέρ μια γυναίκα μ’ ένα παιδί που είχε περασμένο στην πλάτη έναν σάκο. Ήταν γυαλιστερός, γκρίζος κι έδειχνε τον Σπάιντερμαν να σκαρφαλώνει σ’ έναν τοίχο από αμερικάνικα τούβλα. Η γυναίκα κάθισε εκεί στο σκαλί με τη ραγισματιά, έβαλε δίπλα το παιδάκι κι άρχισε να το φιλάει στα μάγουλα, στο κεφάλι, στα χέρια. «Είναι καλά», είπε στο τηλέφωνο κι ύστερα το ‘δωσε στο παιδί. «Μπαμπά, τώρα θα ξανάρθει ο Σπάιντερμαν για να μου πει να μη φοβάμαι;», τ’ άκουσα να λέει. Μετά μπήκανε σ’ ένα ταξί και χάθηκαν στην Αλεξάνδρας. Και έτσι όπως καθόμουνα μπροστά στο άδειο θερμός ρε φίλε, μου ‘ρθε να μπήξω τα κλάματα. Αλλά κρατήθηκα. Μόνο κάπως θολώσαν τα γυαλιά μου.
Όσοι τα ‘χουν φάει τα ψωμιά τους, αυτοί να δεις πόσο αγαπάνε τη ζωή. Οι γέροι είναι οι πιο τακτικοί για τα «τσεκάπ». Συνήθως τους κρατάνε δύο. Ένας από ‘δω κι άλλος από ‘κει. Ο γιος, η κόρη, το εγγόνι, η Βουλγάρα. Μου θυμίζουν κάτι ναυαγούς που μπήγουν τα νύχια στο μαδέρι. Τα κύματα σηκώνονται, τους σκεπάζουν, τους πετάνε ψηλά κι αυτοί γραπώνονται απ’ το ξύλο σα να ‘ναι σώμα. Μυρίζουν σκόρδο, κλεισούρα και μπαγιάτικη κολόνια. Καμιά φορά κοιτάω το δέρμα τους. Μοιάζει με εκείνα τα τσαλακωμένα χαρτιά που τα κάνουμε μπάλα και τα πετάμε στα σκουπίδια. Δες εδώ το καλαθάκι μου κάτω από το γκισέ. Γεμάτο είναι. Όμως έχουνε κάτι μάτια, ρε φίλε, ολοζώντανα, που σπαρταράνε. Με τα μάτια τα κάνουν όλα οι γέροι. Πάνε ταξίδια, χαϊδεύουν, τσακώνονται, ευχαριστιούνται το φαΐ, κάνουν έρωτα. Καμιά φορά κανένας παππούς μού ζητάει στα κρυφά τσιγάρο. Ανοίγω το πακέτο, του τ’ ανάβω κι αυτός ρουφάει τον καπνό με κλειστά μάτια, λες και φιλάει γυναίκα.
Η ζωή είναι κύκλος, φίλε. Που γράφεται με μαλακό μολύβι και ξαναγράφεται πάνω στα ίδια σημάδια. Δεν έχει αρχή, ούτε και τέλος. Μόνο γυρίζει όπως η ρουλέτα στο καζίνο. Και εσύ τη μια στιγμή χαίρεσαι, την άλλη λυπάσαι, αλλά άμα είσαι καλά, ο χρόνος κυλάει. Όμως καμιά φορά έρχεται μια βροχούλα ή μια καταιγίδα, το μολύβι σβήνει κι ο κύκλος χάνεται. Αλίμονο σ’ αυτούς που δεν προφτάσανε. Γι’ αυτό κάθε πρωί πριν φύγω για τη δουλειά, ισιώνω τη χωρίστρα, χαϊδεύω τα κίτρινα γράμματα πάνω στο μπουφάν, θυμάμαι το νησί και λέω στον εαυτό μου, «πρόφτασε Φάνη, πρόφτασε πριν γίνεις χώμα».