Χάρτης 93 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-93/poiisi-kai-pezografia/i-thesi-ta-kleidia
Η θέση
Τα έγγραφα σκορπίστηκαν στο πάτωμα του γραφείου και ο καφές κύλησε πάνω στο λευκό πουκάμισο και στο πέτο του γκρενά σακακιού. Έσφιξε τα δόντια. Ένας ανεπαίσθητος γογγυσμός ξέφυγε την ώρα που μάζευε νευρικά τα λεκιασμένα έντυπα. Η ώρα ήταν περασμένη. Το κτίριο ήταν σχεδόν αδειανό. Τα μαβιά χρώματα του δειλινού αντανακλούσαν στη μεγάλη τζαμαρία σχηματίζοντας παράξενες μορφές. Το ημίφως του προκάλεσε ανατριχίλα και πάτησε τον διακόπτη που βρισκόταν στην άκρη της αίθουσας. Μια βίαιη λάμψη απλώθηκε στον χώρο και εκείνος μισόκλεισε τα μάτια του. Πάει καιρός που έμπαινε σπίτι λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Χωρισμός, απόμακροι φίλοι. Το τίμημα.
Το βλέμμα του έπεσε στο καφετί σημάδι πάνω στο πουκάμισο. Τα μάτια του σκοτείνιασαν. Θυμήθηκε τον προϊστάμενο. Κάθε μέρα ετοίμαζε τον καφέ του. Μα δεν ήταν λίγες οι φορές που στην πρώτη γουλιά τον έβλεπε να κάνει έναν μορφασμό αηδίας. Πάλι δεν τον είχε πετύχει. Κάθε μέρα. Για τρία χρόνια.
Εκείνος όμως θα έφερνε την αλλαγή. Εκείνος ήξερε. Θυμόταν.
Τα νέα ανακοινώθηκαν στη συνάντηση. Η θέση ήταν δική του. Δέχτηκε ταπεινά τα συγχαρητήρια και προχώρησε στο νέο του γραφείο. Ευάερη αίθουσα με ένα μεγάλο επίμηκες τραπέζι συνεδριάσεων, υπερσύγχρονο ηχοσύστημα και χαλιά χειροποίητα από μετάξι και λινάρι. Βούλιαξε στην πελώρια αναπαυτική πολυθρόνα νιώθοντας πως υψώνεται. Ανάσανε. Του άξιζε αυτή η θέση. Μα το κεφάλι του ήταν βαρύ. Μήνες ξενυχτούσε για τις υποθέσεις της δουλειάς. Παρατήρησε τότε τον νέο ασκούμενο. Αμήχανος, με μια στοίβα έγγραφα υπό μάλης και πουκάμισο ελαφρώς τσαλακωμένο. Όπως εκείνος τότε. Με ένα νεύμα τον κάλεσε στο γραφείο του. Χρειαζόταν έναν δυνατό καφέ.
Τα κλειδιά
Μεγάλωσε με αρχές. Καμάρωνε τους γονείς του. Μεροκαματιάρηδες και αγράμματοι. Τον κάνανε όμως «μεγάλο και τρανό», όπως έλεγε ο κόσμος ― όχι ο ίδιος. Τον μάθανε να είναι ταπεινός, να κρατά τις επιτυχίες του φυλαγμένες. Διακρίσεις και χρήματα δεν τον είχαν θαμπώσει. Ασύμβατες με το ήθος του θεωρούσε την επίδειξη και τη ματαιοδοξία.
Μόνο που, καμιά φορά, πάνω στην κουβέντα κρατούσε τα κλειδιά του ακριβού σπορ αυτοκινήτου του. Χάιδευε απαλά το μπρελόκ με το λογότυπο της μάρκας του αμαξιού. Τα έβγαζε από το σακάκι και τα άφηνε σε περίοπτη θέση. Έπαιζε με αυτά σαν κομπολόι.
Και τότε όλοι θαύμαζαν τον μετριόφρονα γιο βιοπαλαιστών με το ακριβό σπορ αυτοκίνητο.