Χάρτης 93 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-93/klimakes/o-tses
Έβαλα τα καρύδια (μικρή συσκευασία), έναν αναπτήρα και τέσσερα ξυραφάκια στον πάγκο του ταμείου του σούπερ μάρκετ, η Τζένη, η ξανθιά, ορεξάτη, (όλα-τα-τακτοποιώ) ταμίας, είπε μετρητά ή κάρτα, κάρτα απαντάω, εκείνη λέει γιου αρ εφτάμιση, έδωσα δέκα ευρώ κι αυτή είπε χαμογελώντας τσαχπίνικα γιου αρ δυόμιση και μου έδωσε τα ρέστα. Για να φέρω κάπως τα πράγματα στα ίσια είπα γιου αρ μπιούτιφουλ, Τζένη είπε αυτή, εγώ Γιάννης λέω, ο επόμενος είπε αυτή, γεια εγώ.
Την ίδια μέρα κατά τις «φάιβ» το απόγευμα βλέπω στην παραλία που έχω αραγμένο το τροχόσπιτο την Τζένη, με μια φίλη της μαζί, με σούπερ σέξι μαγιό και οι δύο, ξαπλωμένες στην ακρογιαλιά, να γυαλίζουν λες και τις είχαν λουστράρει. Σηκώνω το χέρι, μια φορά, δυο φορές, την τρίτη φορά ακούω, Τζον!, ανταποκρίνομαι, Τζένη!, Τζον!, Τζένη!, να σου συστήσω τη φίλη μου τη Μάγια λέει, η Μάγια ανασηκώνεται ελαφρώς και μου λέει γουέλκαμ Τζον, εγώ λέω θένκγιου.
Πιάνουμε συζήτηση περί ανέμων και υδάτων, πολλών ανέμων και πολλών υδάτων (όλα πετούμενα και ρέοντα) τα μόνα που συγκρατώ είναι ότι είμαστε από το ίδιο χωριό, ότι εργάζονται σεζόν στη μικρή επαρχιακή παραλιακή πόλη και ότι έχουν τελειώσει γαλλική φιλολογία στη Θεσσαλονίκη και τα αγγλικά τα παίζουν στα δάχτυλα και των χεριών (νύχι πορτοκαλί βαμμένο) και των ποδιών (νύχι κόκκινο η Μάγια, γαλάζιο η Τζένη). Χαλαρά, μετά ελαφριού κυματισμού και απροσδιόριστων κοινωνικών προβληματισμών φτάνουμε νωχελικά στο δειλινό και δίνουμε ραντεβού για «άφτερ».
Παραλίγο να μην τις γνωρίσω, το μακιγιάζ με μπέρδεψε προς στιγμήν, ευτυχώς, φορούσαν αποκαλυπτικά φορέματα και είχα ακόμη νωπή την εικόνα της παραλίας. Πάμε «Ηφαίστειο», λέει η Τζένη, παραλιακό, θερινό, μετανυχτερινό μαγαζί, περνάμε ανάμεσα από γύψινες κολόνες ιωνικού ρυθμού και κιονόκρανα δωρικού ρυθμού, χάι και τζους κάνει η Τζένη στον πορτιέρη, αυτός κάνει το σήμα της νίκης, ανταλλάσσουν πεταχτά φιλάκια στον αέρα, μπαίνουμε στον κυρίως χώρο χωρίς να πληρώσουμε είσοδο.
Οι κοπέλες, μυημένες, μπαίνουν γρήγορα στο ρυθμό της μουσικής, ακολουθώ μουδιασμένα, δεν ξέρω κανένα τραγούδι, μέχρι που σκάει γύρω στις «θρι» το ξημέρωμα ο «Τσες». Ακούω τον DJ να φωνάζει, και τώρα Κούβα μωρά μου, ζήτω ο Τσες, και να σηκώνει τη γροθιά, το «Hasta siempre Comandante» μου σκίζει την καρδιά, στην αρχή τα χάνω, σταθερά, λέει η Τζένη, τις πατούσες στο έδαφος, κουνάς τους γοφούς σαν τον Έλβις που είναι και της εποχής σου, α, και λίγο πλάτες, χορεύω Τσες, η Μάγια με συμπαθεί, μου δίνει ένα φιλί, με πιάνει κάτι σαν παροξυσμός, οι κοπέλες χειροκροτούν, ο DJ φωνάζει δώστου Τσε (εμένα εννοεί), σηκώνω τα χέρια, φτιάχνω τα σήματα της νίκης, είμαι σε έξαψη, ο DJ ξαναβάζει πάλι τον Τσε, είμαι μόνος στην πίστα, όλο το μαγαζί χειροκροτεί ρυθμικά, σηκώνουν τις γροθιές, αγόρι μου, ψιθυρίζει η Τζένη, θυμήθηκες τα παλιά; Ναι, της κάνω (θα της χαλούσα εγώ χατίρι;), να βάλει και τον ύμνο των Ζαπατίστας, των Σαντινίστας, τον Θούριο, να βάλει και τη Διεθνή, να τα βάλει όλα φωνάζω, να ξεκωλωθούμε στο ντανς, να μην μας μείνει ψυχή, όλα θα τα βάλει κούκλε μου, είπε η Μάγια, είσαι πολύ έξαλλος! Έτσι είμαι εγώ, της απαντώ, η επανάσταση θέλει πιστούς μέχρι το εντ!