Χάρτης 93 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-93/tehnasmata/epighrammata
ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΟΦΙΑ
Χθες έλαβα από άγνωστό μου αποστολέα
email που ανακοίνωνε τον θάνατό σου.
Θόλωσε η οθόνη. Θυμήθηκα να λες
«Είναι σημαντικό το σπίτι να έχει θέα»
μες στο ρετσίνι του απογεύματος, κοιτώντας
το κούφιο σφύριγμα της άμμου στις σκιές
που ξήλωνε το αρμυρίκι στον μηρό σου
και να μαζεύεσαι στον παφλασμό, ρωτώντας
με αν θα χτύπαγα ποτέ ένα «Σοφία».
Ήταν νομίζω απ’ τις καλές μας διακοπές—
Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να έρθω στην κηδεία.
ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ
Αμήχανοι στεκόμαστε γύρω απ’ τον τάφο
του πιο περίεργου από εμάς. Είχε ένα γούστο
στα σχήματα λόγου στρεβλό και ακανθώδες
και το συντακτικό του ήταν δαιδαλώδες.
«Όχι επειδή ακόμα πνίγομαι στον μούστο
της φωνής σου που κατά κύματα χαράζει
το μέτωπο του ήλιου λάμνουν οι στιγμές μου
προς τα σαρκώδη αμπέλια της σιωπής σου» μοιάζει
καλό παράδειγμα. Σ’ έναν φίλο ζωγράφο,
συνήθως ντροπαλό, είχε πει «Οι πινελιές σου
είναι αδρανή φιλιά μες στης ψυχής το ιξώδες.»
ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΓΔΑ
Στους πιο πολλούς, η Μάγδα με τα δρύινα μάτια
φαινόταν sui generis. Καθόταν πάνω
στην έδρα όταν δίδασκε και καβαλούσε
μια μονοθέσια chopper με κεχριμπαρένιο
ντεπόζιτο και μια θολή αερογραφία
που αναπαριστούσε κόμπρα ή Ινδιάνο.
Είχε, λόγω του τρόπου που επικοινωνούσε
με τα παιδιά, μπλεχτεί και με την πρυτανεία.
«Είναι επικίνδυνα αυτά τα μονοπάτια»
της είχαν πει. Μα εκείνη το κυπαρισσένιο
τιμόνι της, με ήλιο ή βροχή, κρατούσε.
ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ
Μέσα στο μέλι του καλοκαιριού ορκιζόταν
πως προτιμάει τον πιο υψίσυχνο αέρα
του χειμώνα ο κυρ-Γιάννης γιατί τροχίζει
τις ηλιαχτίδες μέσα απ’ τα βαμπιρικά
φύλλα του φοίνικα (που πλέον δεν λυγίζει
τον κοκαλιάρικο κορμό του εκεί στην άκρη
της αυλής) μ’ έναν τρόπο που τα σωθικά
του περισφίγγει, κάνοντάς τον να νομίζει
πως ένα νύχι αναποφάσιστο χτυπιόταν
στο τζάμι του. Την προηγούμενη Δευτέρα,
που βρήκα τα γυαλιά του, μου έφυγε ένα δάκρυ—
ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΛΕΠΟΥ
Το ανατρίχιασμα των πυρωμένων πεύκων
όλο και ξεθυμαίνει καθώς οι βελόνες
τους σιγογδέρνουν τους καπνούς απ’ τις φωτιές
των κατασκηνωτών που πια κατηφορίζουν
προς τα χωριά. Ο ήλιος δύει κι οι στριγκές
ματιές που πνίγει η ομίχλη τώρα αρχίζουν
να κυνηγούν πέρα απ’ τον βόμβο που πυκνώνει
μες στα αυτιά μου... Πρέπει να σας αφήσω μόνες.
Πρόλαβα να θάψω για εσάς ένα τρυγόνι
και μισή κότα κάπου στις σκιές των λόγγων.
Η διαδρομή μου μες το δάσος πια τελειώνει.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΦΟΠΛΑΚΑ ΜΟΥ
Αγαπητέ κύριε Τεχνίτη, που χαράζεις
τον επιτάφιό μου σε φτηνό γρανίτη,
όπως εξυπακούεται, αυτήν την μέρα,
που πίσω από την μαρμαρόσκονη κοιτάζεις
το σπίτι πλάι στα πεύκα και τα κυπαρίσσια
κι ίσως αναπολείς το μέτωπο, την μύτη,
τα μάτια και τα χείλη μιας μορφής, που αλλάζεις
συνέχεια την γωνία να σου βγούνε ίσια,
που μάλλον χάνονται οι βρισιές σου στον αέρα,
μην ξεχνάς, ήμουν από κείνους, που κι αν παίζουν,
ξέρουν πως είναι δύσκολο όλα να χωρέσουν.