Χάρτης 93 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-93/tehnasmata/i-solonos-toi-tote-kai-toi-simera
Πίνοντας αλληλοδιαδόχως μαύρες μπίρες και μπίρες ξανθές, σε ουζερί αγαπημένο κορφολογημένο από παλιά, τυλιγμένο υπερούσια σε σημαδιακό ξεφτισμένο μούχρωμα, ανάβοντας με χιλιοφθαρμένο ζίπο χοντρουλά άφιλτρα τσιγάρα, καταβυθίζομαι ασυστόλως στις δαιδαλώδεις σελίδες του Βασίλη, μπολιάζομαι με νικοτινική νοσταλγία, μέσα σε κύματα πυκνής αιθάλης, για μιαν εποχή για την οποίαν έχω χιλιακούσει ιστορίες, σε αυτήν καταβυθίστηκε άλλοτε και ο πατέρας μου, σαν μποέμ πλάνης σελαγιστών δρομίσκων σε καθεστώς αέναου νυχτεριού, όπου κάθε μέρα γιορτή ήταν, μα στην οποίαν υπαρκτός πλην αγέννητος δεν έχω καμιά πρωτογενή εμπειρία, άρα η φαντασία αδράχνει βιαίως τα ηνία και συμπληρώνει ξεδιάντροπα τα εμπειρικά κενά, και όσο γυρίζω γοητευτικά τις σελίδες, φλερτάροντας με το ζοφείδελο ημίφως, φαντασιώνομαι εαυτόν ζώντα τότε και αναγνωρισμένο συγγραφέα, αναμεσίς σε όλες τις μνημειώδεις, μυσταγωγικές μορφές που αναγράφονται στο βιβλιαράκι, που σε μια πρώτη εντύπωση μάλλον μου θυμίζει τους παιάνες του Kerouac για τον φίλτερο του Neal Cassady, ή την μεταρσιωτικά χυδαία πρόζα του Miller για τον Κατσίμπαλη (που σαφώς αναφέρεται στο κείμενο), αφού ο Χατζηϊακώβου μάλλον ομνύει με αγήρατο νεανίζον σφρίγος στον παλαίμαχο βιβλιοπώλη Γιώργο Τσάκαλο με εφάμιλλο σέβας όσο και εξωπραγματική νεανική προσμονή, έναν άνθρωπο που επισυμβαίνει σαν κεντρικός ήρωας του αφηγήματος, μια φιγούρα που δεν είναι ούτε μποέμ ούτε αστική, απλώς, θα λέγαμε, ακρογωνιαίος λίθος, μιας ανθηρής Αθήνας, τελείως παραλλαγμένης σήμερα, βιαίως εκφυλισμένης, και για αυτήν την Αθήνα μάλλον θα γράψω, σε αυθάδη αντιδιαστολή με την περιγραφείσα, δύο πόλεις που μόλο πραγματολογικά οι ίδιες έχουνε γίνει κάτι σαν Άβελ και Κάιν, γιατί τα πάντα, ρε πούστη μου, έχουνε αλλάξει, γάμησε τα, δηλαδή, ξέρω’ γω, τι να πρωτοπώ, ότι τα βιβλιοπωλεία έχουνε γίνει supermarket, ότι άπασες οι άλλοτε αγλαώς πνευματικές περιοχές και συνοικίες έχουνε μεταλλαχτεί σε εξευγενισμένες κουράδες μετοικισμένες από αγραμμάτους και ανεράστους, ότι άπαντες οι σεβάσμιοι διανοητικοί (όσο και βαθιά εν τη ζωή καταχυμένοι) φανοί (ποτέ αμιγώς ηθικοί ταγοί) έχουνε αποδημήσει εις Κύριον, εντάξει, όχι όλοι, αρκετό όμως από δαύτους, επειδής τώρα μάλλον σεργιανώ μιαν άλλην Σόλωνος που μάλλον αν κάτι κοινό έχει με την Σόλωνος που ο Βασίλης παιανίζει τόσο γλαφυρώς, ίσως είναι η μυρουδιά, ή η ασφαλτώδης ονείρωξη μέσα από κυκεώνες φευγαλέων ρωγμών, – γοερές χρονορυτίδες άσβηστες –, κάπου εκεί, αναμφιβόλως, ακόμα πλανιέται φερεγγύως απέθαντο το Λάγειο φάντασμα, απαγγέλλοντας με αναίτια βαρδική αυταπάρνηση το ακόμπαστο μοιρολόγι της θνήσκουσας Αθήνης, τους ίδιους δρομίσκους που σεργιάνισε πριν είκοσι τόσα χρόνια ο Βασίλης, που τέρψη ανεπανάληπτη να ακούς τις θεατρικές διηγήσεις του, να, όπως τις προάλλες, που πίνοντας μπύρες άκουγα προσεχτικά σημειώνοντας νοερά άπασα λεπτομέρεια ή αφηγηματική ψηφίδα απ’ τις σεληναίες ιστορίες του, παρέα με έτερους καλλιτέχνες, επιτέλους ζωντανός, αυτούς τους παραλλαγμένους δρομίσκους που όμως ακόμα τους βαδίζει ρε πούστη μου ο κόσμος, και μάλλον μέσα στα ρείθρα, τους ξέχειλους κάδους και τις ασφαλτικές ρωγμές ακούω τις αράδες του βιβλίου του εξαισίου κ. Βασίλη, γάμησε τα, σου λέω, έχει αλλάξει η Σόλωνος, και όλο το Αθηναϊκό κέντρο, δεν θα πω ότι έχει εκβαρβαριστεί ή ότι έχει εκχυδαϊστεί, ή ότι έχει εκμοντερνιστεί ή ότι έχει περιπέσει σε μικροαστίλα, διότι μου τη σπάνε οι γαμημένοι μοραλισμοί, και ούτε ανθρωπογεωγράφος είμαι, ούτε θα χρησιμοποιήσω πάλι αυτή τη τόσο σεσημασμένη εις το Ακαδημαϊκόν στερέωμα φράσι (πόσω διαδεδομένη στην μεγαλαυχία της Παντειακής επιστημολογίας!) «εξευγενισμός», α γαμήσου, ω Ακαδημαϊκέ, θα τα πω όπως μου γουστάρει, θα έλεγα ίσως πρώτα, όπως θα έλεγε μια σπάνια αλήθεια ένα παιδί, ότι ο τόπος έχει αλλάξει, ψυχογεωγραφικά σαφώς, άλλοι άνθρωποι άλλες ιδέες, μάλλον αντι-ιδέες, δεν ξέρω, διαβάζοντας τις σφριγηλές αράδες του Βασίλη, με τα ωραία του σακάκια και το απαράμιλλο στυλ, γιατί ο συγγραφέας οφείλει να γνωρίζει να ντύνεται, λογοτεχνία είναι και αυτό, ή ζωοτεχνία (και δεν αναφέρομαι σαφώς στην πρακτική της σωστής εκτροφής των ζώων), μάλλον διαπιστώνω με αντίστοιχη ενδυματολογική αυτογνωσία, φορών λοξά τη τραγιάσκα μου, μνημονεύοντας Καρούζο και Λάγιο και Κακουλίδη, γιατί δε γαμιέται, ό τι θέλω κάνω, με τη φιάλη κονιάκ στο χέρι και το τσιγάρο να ικτερίζει τα δάχτυλα και στις φαρδουλές τσέπες του σακακιού μου Vondel και Dante καταχωνιασμένους σε ευρυγλωσσική συνουσία, ψυχονοητικός επίγονος τέτοιων τεράτων χαίρω να φτύνω στους δρόμους σαν βορβορώδες χαμίνι, και – να δέσουμε το νήμα – μέσα στις αράδες του Βασίλη, ναι, στις δικές σου αράδες Βασίλη, πως να το θέσω, ταξιδεύω στο χρόνο και μάλλον γίνομαι και εγώ κομμάτι της θεόπνευστης παρέας, αποστηθίζω παλιά μπαρ και μέρη που πια δεν υπάρχουν, έντονη επιρροπή του Joyce, αναμφίβολα, αφού μιλάμε μεταφορικά για υπαρκτά μέρη με ανατριχιαστική λεπτομέρεια, στο όριο του ιδεοκαταναγκασμού, και νοερά πίνω το ουίσκι και το καφέ μου εκεί πέρα, σε κλειστά μαγαζιά, ανάμεσα στον Τσάκαλο και τον Μπαμπασάκη και το Βέλτσο και το Γιανναρά και δεν ξέρω και’ γω με ποιον άλλονα, και τον Λάγιο και τον Παπαγιώργη, γιατί, ρε πούστη μου, και ο Pessoa καταδεικνύει με μεγάλη συνέπεια, σε όλη του τη σχιζοειδή βιβλιουργία, στους απαράμιλλα μοναξιάρικους στοχασμούς του, τάχα λογοτεχνία, μάλλον τέχνη ζωής, πως είναι αρκετά προτιμότερο (ιδίως για έναν άθλιο νέο σαν και μένα) να ζει κανείς αμιγώς φαντασιακώς, έτσι είναι τα πράματα, να πούμε, και αυτό το ένιωσα πολύ στο βιβλίο του Βασίλη, στο Βιβλίο σου, Βασίλη, δεν ξέρω πως να το θέσω αρτιώτερα, απλά τελειώνοντας το βιβλίο, ελαφρώς σουρωμένος, μου’ ρθε (αχάραγα) να πάρω το πρώτο λεωφορείο και να πλοηγηθώ ανοήτως όχι μόνον στη Σόλωνος, αλλά σε όλα τα μέρη που μνημονεύονται στο βιβλίο, προσπαθώντας ίσως να ταξιδέψω ναρκισσικά στο χρόνο, να πισωγυρίσω πνευματιστικά, γιατί χρόνος δεν υπάρχει, ένας πόρνος και αυτός, φεγγαροβόιδι ευτραφές που λέει και στη μετάφραση της Τρικυμίας, να πάω έξω απ’ τα παλιά νενεκρωμένα στέκια και να ψάλω ξόρκια, να αναστηθούν οι νεκροί και να πεθάνουν οι ζωντανοί, οι παλιές επιγραφές να ζωγραφιστούν τανάπαλιν στη πρόστυχη χωρικότητα, και η Σόλωνος να γίνει ξανά Σόλωνος, ο ήλιος να γίνει πάλι αθώος και, τι άλλο να σου πω, να αρχίζω να ουρλιάζω λυκίσια αν όχι κουκουβαγίσια ανακούρκουδα τελείως σαλεμένος τις αράδες του βιβλίου σου μέχρι να αφομοιωθώ μέσα στο κράσπεδο, σαν ανθηρό σκατό, τόσο βαθέως, που να ανοίξω τα μάτια και να βρίσκομαι κάπου στο ριζικό ενενήντα ανάμεσα σε beatnik ονειρώξεις, σε κουτσοπίνοντες γραφιάδες και προσηλωμένους ευέραστους εκδότες, παιγνιωδώς να αλληθωρίσω στη τότε ποικιλομορφία, στην νοσηρά απέριττη βιβλιολαγνεία απάντων τούτων των άληστων θηρίων, και μετά, μόλις επιστρέψω (α γαμήσου) ξανά στο σήμερα, αφού αργοσβήσει όλη αυτή η προψυχωσική (βαθιά συνώνυμη του ντελιρίου) εσωτερική αφήγηση, να φτύσω μέσα στη τραγιάσκα μου, να την ποδοπατήσω σαν διάχρονος βλακέντιος, και να ψελλίσω ίδιος Villon γεμάτος άνισο ταλέντο και μπόλικη οργή «Βασίλη, εμείς οι αχάριστοι και μάλλον ολοσχερώς κατηραμένοι πιτσιρικάδες που νοσταλγούμε την εποχή σας, γιατί, τι να σας πω, εποχή του ίμερου και της αξιοπρέπειας την τρώμε, διαβάζοντας τα βιβλία σας, εμείς, τοιγαρούν, οι φλογώδεις νεανίες, που γράφουμε και διαβάζουμε και για αυτό μετά χαράς τρελαινόμαστε (γιατί λεβέντικη η μανία, ωραίο πράμα να τα έχεις χαμένα) γαμώ το σπίτι μας, που να βρούμε τα συστατικά να ανεγείρουμε παρελθόντα μεγαλεία, στοχαστικές καμπάνιες και φευγαλέους έρωτες, που να βρούμε γυναίκες να γδύσουμε με πνευματική φινέτσα και ποία αυταπάρνηση να μας παρασταθεί, χρίζοντας μας οικοδόμους της Νέας Σόλωνος, νεοβιβλικής συνέχειας της Παλαιάς», γιατί μάλλον το βιβλίο του Βασίλη, το βιβλίο σου, Βασίλη, πως να το εξηγήσω, είναι και αυτό ένα πορτραίτο της νιότης του καλλιτέχνη, ένας νεαρός σε αγαστά ταπεινοπερήφανη κάθοδο απ’ την επαρχία στην βαθύρριζη πόλι αδηφάγως ανακαλύπτει την παλικαριά του καλλιτεχνικώς υπάρχειν, τέτοια πορτραίτα που να γράψουμε, εμείς οι ολίγοι μεθόβιοι νεαροί γραφιάδες, μονομανείς, σχιζότυποι, καταναγκαστικοί και ιστριονικοί και αντικοινωνικοί και παρανοειδείς, αλλά μάλλον η διδαχή του βιβλίου σου, Βασίλη, έτσι πως το προσέλαβα εγώ, με όλην την μανιώδη μου μελαγχολική αυταπάρνηση, και βεβαίως την αυθάδη ηλιθιότητα μου, και με όλην σου την ανθρωπιστική γλαφυρότητα, αφού είναι βιβλίο πάνω απ’ όλα για τη φιλία, μέσα στα ρείθρα της παραλλαγμένης Σόλωνος να καταχωνιάσουμε, σαν σπέρμα σε μήτρα, τις εδικές μας αράδες, σε αυτές τις αστικές ρωγμές να κτίσουμε, νέοι και παλαιοί ομού σε μεταρσιωτική μέθεξη, τις οψιγενείς Λουσιάδες μιας εποχής που μέσα στην αδυσώπητη αυτοκτονία της μαντεύει βαθύτατη ανάσταση, γιορτάζοντας τα αστέρια, τα παραδείσια αστέρια, και δεν θα ήτανε σαγηνευτικό απαραμίλλως να απαγγέλλουμε στις λιπόσαρκες κατουρημένες γάτες της Σόλωνος τα δικά σας παλιά όνειρα και τις δικές νεανικές φιλοδοξίες, δεν υπάρχει πιο μεγαλειώδης στιγμή στη ζωή ενός καλλιτέχνη απ’ το να νιώθει ότι όντως έχει δημιουργήσει κάτι ενούσιο, και αν ο Θεός υπάρχει (εγώ έτσι πιστεύω, άλλη κουβέντα αυτή) να ευλογήσει τις λυρικές βλαστοβολές μας σε εκρηκτική εκσπερμάτωση που συγκεράζοντας τον «Μεσσία» του Handel και τις πενιές του Άκη Πάνου θα χρίσει το φάντασμα του Λάγιου σεκιουριτά της απέθαντης Σόλωνος, και αν πότε Τέχνης Ένεκεν πεινάσω και ανέστιος ξεμείνω, εκεί να στεριώσω το κουτί μου, το φυξήλιο χαρτόκουτο μου, μέσα εκεί να κοιμάμαι, επί Σόλωνος, ζοφόβλητος αλλά περήφανος, με τη πένα στο χέρι, να ομώσω στην Αθηναϊκή οιμωγή και τσιρίζοντας σαν λευκή κουκουβάγια για άλλη μια φορά, αιωνίως βλακέντιος και τρομαχτικά ασταθής να αναζωπυρώσω όλα τα τεθνεώτα λυρικά φαντάσματα με ιδιολεξή μάγια μπας και μου κάνουν συντροφιά τα κατάκρυα βράδια, εντάξει, ρε πούστη μου, δεν θα πω ψέματα, έχει μια λεβεντιά η αυτολύπηση, η δημιουργική σαφώς, αυτό δεν εδίδαξε και ο Fyodor;, έτσι – το λοιπόν – πάω, τάχατις, στο ΕΚΠΑ για μελέτη, (φαντάσου εξετάζομαι σε Πολυμεταβλητή Στατιστική – τι γαμημένες μαλακίες), μα μαζί σου το βιβλίο σου παίρνω, Βασίλη, να το ξαναδιαβάσω, να αναλωθώ σε παρελθούσες οσμώσεις μυαλών ηρωικών, και με νοσταλγική φρενοβλάβεια να πω «Η Νέα Σόλωνος έπεται», παλαιό και νέο σε ασύστολο γαμήσι, γιατί μητρομανία η ιστορία των ιδεών, έτσι δεν είναι;, ε, για να δούμε, δυστυχώς (ή ευτυχώς, κάποτε ίσως μάθω) ο χρόνος ολοένα γυρίζει, και εν τέλει κατέβηκα στη Σόλωνος, λίγο μετά μόλις έκλεισα το βιβλίο σου, αχ, ήμουν μισομεθυσμένος, ασθμαίνοντας βαρύθυμα και περιδιαβάζοντας τα ίδια αυτά χρονο-ρήγματα, τα πολύπαθα, πολυετή ρείθρα, τσαλαβουτώντας ανάμεσα σε προσμονή παρελθόντος και μελαγχολική αδημονία μέλλοντος, ανάμεσα σε καταιονισμούς από φανταστικούς συριγμούς νεκρών αθάνατων εννοιών, απέθαντων στίχων (μέσα στους κάδους, τα συνθήματα στους λερούς τούβλινους τοίχους και τα τυροπιτάδικα), σε σκέψεις που μόλο παρελθούσες επιμόνως παρείναι συντροφιά στα χθαμαλά σβέλτα βήματα μου, τα στοχαστικά μου, επώδυνα βήματα, γιατί κάθε βήμα κοντύτερα σε φέρει στο θάνατο, και το παρελθόν αν δεν είναι πεθαμένο σίγουρα είναι δικό μας, δικό μας να το σκοτώσουμε και δικό μας να το αναστήσουμε, φίλε Βασίλη.