Χάρτης 93 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-93/afierwma/vlepo-tosa-adeia-theoreia-katevainoime
Νοέμβριος 1972, στην είσοδο του αμφιθεάτρου της Παλαιάς Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Στεκόμουν αμήχανη, ένα κορίτσι 18 χρονών από την επαρχία, στις πρώτες μέρες του πρώτου πανεπιστημιακού έτους, και μία όμορφη, αέρινη κοπέλα ―συμφοιτήτρια ήταν― πλησιάζοντας μου λέει: «Μπορείτε να μου κρατήσετε για λίγο αυτά τα βιβλία;» Ευχαρίστως απάντησα και θαύμασα το περιεχόμενο που εξείχε από την τσάντα. Βιβλία μουσικής ήταν, και δήλωναν τη διπλή ενασχόλησή της, φιλολογία και μουσική.
Ήταν η αρχή μιας μεγάλης, δυνατής και αξέχαστης φιλίας, που δεν χώρισε ο θάνατος, αφού η θύμησή της και τα όσα ζήσαμε μαζί είναι ζωντανά στη μνήμη μου και σχεδόν δεν υπάρχει μέρα που να μη θυμηθώ ή να μην αναφέρω κάτι.
Με γνώρισε στους δικούς της και το σπίτι τους, το φιλόξενο καλοκυρέικο, με δέχτηκε με τόση αγάπη. Στην κοινή μας πανεπιστημιακή ζωή ήμασταν αχώριστες. Μαζί διαβάζαμε, μαζί λέγαμε τις ανησυχίες μας και τα προβλήματα μας, μαζί φροντίζαμε να διορθώσουμε ό,τι μπορούσαμε, μαζί διακωμωδούσαμε καλοπροαίρετα ό,τι μας ενοχλούσε, με αυτό το λεπτό, το ανεπανάληπτο χιούμορ, όταν πετούσαμε στον αέρα λέξεις-κλειδιά και ένα ολόκληρο περιεχόμενο μας φανερωνόταν.
Στο σπουδαστήριο, το Νο 8 στην παλαιά Σχολή, διαβάζαμε στο πρώτο έτος τα αρχαιολογικά μας, και όταν πρωτομπήκαμε στο νέο κτίριο, στους άνετους τώρα χώρους του, ώρες ατελείωτες χρησιμοποιούσαμε τα βιβλία του με τις εικόνες, που, στα χρόνια μας χωρίς διαδίκτυο και ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές, ήταν ο μόνος τρόπος να κατανοούμε τα έργα της τέχνης που σπουδάζαμε. Μαζί και στις ομαδικές εργασίες, που με ευγένεια πρότεινε να διαλέγουμε χιακά θέματα, μιας και η Χίος ήταν παρούσα στη ζωή μου.

Αξέχαστες οι μέρες στις ανασκαφές του Δίου, σε ένα δωμάτιο, χωρίς ούτε τις απλές ανέσεις, που για μένα, μεγαλωμένη σε ένα χωριό των Αγράφων, ήταν οικεία, αλλά για την αρχοντοπούλα φίλη μου ασυνήθιστα, και τη θαύμαζα για το πόσο ήρεμα τα αντιμετώπιζε όλα.
Μαζί της έμαθα να αγαπώ την κλασική μουσική. Με 5 δραχμές ―τόσο κόστιζε τότε το εισιτήριο στον δεύτερο εξώστη του Θεάτρου Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών― παρακολουθούσαμε τη δευτεριάτικη Συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης, και όταν δεν καταφέρναμε να είμαστε στις πρώτες σειρές για να βλέπουμε, έλεγε στο διάλειμμα η καλή μου φίλη με αποφασιστικότητα και το θάρρος της οικειότητας του χώρου: «Βλέπω τόσα άδεια θεωρεία, κατεβαίνουμε;»
Μεγάλη στιγμή οι εξετάσεις της για το δίπλωμα του πιάνου, που συντροφεύοντας και στηρίζοντας οι φίλες γεμίσαμε από χαρά με τα άριστα αποτελέσματα. Αυτά σημάδεψαν και την επαγγελματική της πορεία με πολλές σπουδές και πλούσιο έργο, διδακτικό, συγγραφικό μεταφραστικό, εκατοντάδες ραδιοφωνικές εκπομπές, διεύθυνση χορωδίας και τιμητικές προσκλήσεις σε όπερες. Σε περίοπτη θέση ήταν στο δωμάτιό της η αφίσα με το ορατόριο του Handel «Μεσίας», που το 1990 διεύθυνε σε τρεις πόλεις της Γερμανίας.
Στις συναυλίες τής πανεπιστημιακής χορωδίας που συμμετείχε ως φοιτήτρια απολαμβάναμε και χαιρόμασταν την ταλαντούχα φίλη μας. Αργότερα θα γινόταν στο Τμήμα των Μουσικών Σπουδών η μαέστρος της χορωδίας, που η ίδια ίδρυσε και που φέρει σήμερα το όνομά της. Ακούραστη, έδωσε πάνω από 180 συναυλίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχω πάντα την εικόνα της να διευθύνει τη χορωδία με ένα τρόπο σπάνιο και να κλείνει τα κομμάτια με τη χαρακτηριστική κίνηση των λεπτεπίλεπτων δακτύλων της. Και δεν ήταν μόνον η δασκάλα και η μαέστρος των τυπικών σχέσεων με τους φοιτητές. «Τα παιδιά μου», έλεγε και το εννοούσε, φροντίζοντας να είναι κοντά τους σε κάθε ανάγκη τους, και αυτά ανταπέδιδαν συγκινητικά την αγάπη.

Όταν εγκαταστάθηκα στη Χίο, ήταν παρούσα σε όλες τις χαρές μου και σε όλες τις ανάγκες μου. Μέχρι και τη χορωδία του Αριστοτελείου με τον αείμνηστο μαέστρο Γιάννη Μάντακα μας έφερε στη Χίο στο νεόδμητο τότε Ομήρειο Πνευματικό μας Κέντρο. Και εγώ καμάρωνα για τη σπουδαία φίλη μου.
Είμαι απέραντα ευγνώμων, όχι μόνο για τη φιλοξενία κατά την εκπόνηση του διδακτορικού μου, αλλά και για την υποστήριξη και τις πολύτιμες συμβουλές ολόκληρης της οικογένειά της. Αν δεν ήταν η μεγάλη αγκαλιά τους, δεν θα τολμούσα να προχωρήσω με ανοιχτές πολλές οικογενειακές υποχρεώσεις στη Χίο. Και δεν θα ξεχάσω το πώς με φρόντιζαν σαν παιδί τους, και πόσο χάρηκαν με το αίσιο αποτέλεσμα.
Στη Χίο, στην Πεντέλη και στη Θεσσαλονίκη ανταμώναμε με κάθε ευκαιρία σε χαρές και δυσκολίες. Και καταφέρναμε τα δύσκολα να τα μετατρέπουμε σε αστεία και πάντα να βρίσκουμε κάτι να γελάμε και να μετρούμε τις όμορφες στιγμές με το πόσα γέλια κάναμε και πώς διακωμωδούσαμε ακόμα και τις γκάφες μας. Δεν αφήναμε θεατρικό έργο στη Θεσσαλονίκη που να μην το δούμε. Και συχνά αναφέραμε τον ύπνο που μας πήρε μετά από μία απίστευτα κουραστική μέρα, και την πρότασή της να φάμε στο διάλειμμα σοκολάτα να ξενυστάξουμε. Και για τη συνέχεια της… πλάκας, όταν αργότερα διάβασα για μία κυρία που, μετά από το άκουσμα ενός πυροβολισμού στο έργο, πετάχτηκε φωνάζοντας έντρομη στην πλατεία του Κρατικού Θεάτρου, της έστειλα το απόκομμα της εφημερίδας με ένα μικρό σοκολατάκι μέσα στο φάκελο σχολιάζοντας: «Τουλάχιστον εμείς δεν πάθαμε τέτοιο ρεζιλίκι!»

Είναι αξέχαστο το ταξίδι μας στην Τουρκία, όταν ακόμα λίγοι ξεκινούσαν από τη Χίο για να την επισκεφτούν. Δύο μέρες μαζί στη Σμύρνη και την Έφεσο πασχίζαμε να δούμε όλα όσα είχαμε διαβάσει. Θελήσαμε εκτός προγράμματος να πάμε μόνες μας στο Κορδελιό και πήραμε το καραβάκι από τον σταθμό κοντά στο ξενοδοχείο μας, αλλά δεν προσέξαμε ότι από εκεί, τον ένα σταθμό, έφευγαν καραβάκια για τρεις προορισμούς στην πόλη. Πήραμε το πρώτο που ξεκινούσε και βρεθήκαμε πολύ μακριά. Έπεφτε η νύχτα και η Τρισεύγενη επαναλάμβανε σαρκαστικά αυτό που ο αδερφός της, το πειραχτήρι, της είπε φεύγοντας: «Οι Τούρκοι σφάζουν», συνδέοντας με τη συμφορά της Χίου. Ο τόπος όμως ήταν ήσυχος, οι κάτοικοι ευγενέστατοι και επιστρέψαμε από το ταξίδι μας γεμάτες εικόνες, ιστορία και αναμνήσεις.

Την ευαίσθητη ψυχή της συγκινούσε βαθιά κάθε αδύναμος και κάθε ανθρώπινος πόνος. Εκτός από συνεισφορές σε ατομικές ανάγκες που έπεφταν στην αντίληψή της, ήταν συνδρομήτρια σε οργανώσεις για τον άνθρωπο, το περιβάλλον και τον πολιτισμό, που φρόντιζε μάλιστα να διαδίδει. Από τους πρώτους γράφτηκε στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Ενίσχυε τη Unisef αγοράζοντας προϊόντα που μας δώριζε –ακόμα κρατώ τις κάρτες και τα αρωματικά κεριά– και, όταν λίγοι ασχολούνταν με την ανακύκλωση, μάζευε σχολαστικά κάθε χαρτάκι.
Ύστερα ήρθε η αρρώστια που μας γέμισε θλίψη. Τι δύναμη ψυχής, τι καρτερία. Υπέμεινε τους πόνους, τις επεμβάσεις, τις βαριές θεραπείες, χωρίς να κοιτάζει μόνο τον εαυτό της, αλλά να κρύβει τα πολλά, για να μη στενοχωρεί τους δικούς της, που έλιωναν από τον καημό. Και τότε ακόμα φρόντιζε για όλους μας. «Σού έκλεισα αυτή την ώρα, σ’ αυτό το ιατρείο εξέταση μαστογραφίας, για να μην πάθεις ό,τι έπαθα», μου είπε με φωνή που δεν σήκωνε αντίρρηση. Δεν θα ξεχάσω τις τελευταίες μέρες στην εντατική που μας σπάραξαν την καρδιά.