Χάρτης 93 - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-93/afierwma/mov
Είναι Νοέμβριος του 1995, απόγευμα, σε μια Θεσσαλονίκη ημιδιαφανή και αναποφάσιστη σαν κυκλοθυμικήν έφηβο. Καθώς κατεβαίνω τη σκάλα του υπογείου του Αρμενικού Κέντρου Πολιτισμού, απέναντι από τη ΧΑΝΘ, ομιλίες αναδύονται και με κυκλώνουν. Είμαι μαζί με τη Δέσποινα, ολιγόμηνη φιλία με έναρξη το περασμένο καλοκαίρι σε μουσικό σεμινάριο. Αναπολούμε και χαμογελούμε για όσα ζήσαμε στο θερινό μουσικό μας συννεφάκι. Σήμερα είναι τα γενέθλιά της. Ανταποκριθήκαμε μαζί σ’ ένα κάλεσμα της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας «Τέχνη» το οποίο αναζητούσε χορωδούς για συμμετοχή στην επερχόμενη παραγωγή της όπερας του Purcell «Διδώ και Αινείας». Είπαμε να δοκιμάσουμε την τύχη μας. Η Δέσποινα, ήδη αρκετά χρόνια στα Ωδεία. Εγώ, πολύ πιο φρέσκος, έχοντας ενταχθεί μόλις πριν λίγους μήνες στον κόσμο της Αρμονίας, μετά από μια παιδική και εφηβική ηλικία σχεδόν πλήρως άμουση ως προς τη χορωδιακή πρακτική και τις ηδονές της. Καθώς εγκαταλείπουμε το τελευταίο καθοδικό σκαλί, εντασσόμαστε σε μια ομάδα συνομηλίκων μας εν αναμονή της ακρόασης από το πρόσωπο που θα διηύθυνε τη χορωδία του έργου. Εσένα.
Κι εδώ περνάμε οδυνηρά στον αόριστο, μη αντέχοντας ακόμη ότι ο ενεστώτας είναι τώρα ιστορικός. Δεν θυμάμαι πια, την ώρα της γραφής αυτής, αν ήταν το φόρεμα ή το μαντίλι ή η ματιά σου, ωστόσο υπήρχε κάτι οπωσδήποτε Μοβ. Πάντα ― θα ανακάλυπτα αργότερα ― έπρεπε να υπάρχει κάτι Μοβ στο περιγύρι σου. Ως εκ τούτου, ήταν ευκολότατο να σου δώσει κανείς χαρά με ένα μηδαμινό δώρο, αρκεί να ήταν Μοβ.
Λίγο το άγχος της στιγμής, η απειρία καρυκευμένη με ενθουσιασμό, η αίσθηση της κοινής προσπάθειας, μάς έφεραν να γνωριστούμε με τους υπολοίπους. Ο Ανδρέας ―σύμπτωση! Είχε κι αυτός γενέθλια, ο Σπύρος, ο Βασίλης, η Βάσω, ο Κώστας και άλλοι μπόλικοι που θα σημάδευαν αργότερα τις ωραιότερες στιγμές της μουσικής μου νεότητας. Ήρθε η ώρα να τραγουδήσω κι εγώ κάτι, ούτε θυμάμαι τι, μπροστά σε όλους. Εσύ στο πιάνο να δοκιμάζεις τις φωνές και τις αντοχές μας. Δεν ήξερα τότε ποια ήσουν, ούτε πόσο σπουδαία και σπουδασμένη μουσικός. Τότε ήσουν μια Κυρία ―δεν απώλεσες ποτέ αυτήν την ποιότητα― άγνωστη, που, εν αγνοία μου, έμελλε να καθορίσει εάν θα πάρω το εισιτήριο για τη μετέπειτα μουσική μου καριέρα.
Τώρα ξέρω ότι όχι μόνο ήσουν ο βασικός εισπράκτορας, αλλά και για κάμποσα χρόνια, ο μηχανοδηγός του πρώτου τρένου που με ταξίδεψε στην μουσική μου διαδρομή και ανέλιξη.
Τραγούδησα, λοιπόν, κάτι που με κατέταξε στην πεντάδα των τενόρων. Πέντε από κάθε φωνή θα κατέληγαν να συμμετάσχουν. Ανέλπιστο για μένα, εξωπραγματικό! Η πιο άβολη φωνητική μου περιοχή, μιας και ανέκαθεν φλέρταρα με τη γραμμή της σοπράνο εκ φύσεως. Αλλά δεν με απασχολούσε. Στις ηλικίες αυτές μάς προστατεύει ο Θεός, η νιότη και η άγνοια του κινδύνου. Και ξεκίνησαν οι πρόβες, βουτιά στα βαθιά, και φτάσαμε στις παραστάσεις το Δεκέμβρη του ’95 στο «Αυλαία», ντυμένοι όλοι πνεύματα του Κάτω Κόσμου, εντούτοις πολύ φωτεινά και μελωδικά. Ήταν πρόκληση, αλλά τόση ήταν η χαρά να ακούω πλήθος ωραίες φωνές, τόση αρμονία να με αγκαλιάζει, και μπροστά, να δείχνει με ακρίβεια, πλαστικότητα και γνώση το δρόμο, ένα χέρι. Το δικό σου.
Κι αυτή ήταν η πρώτη μας φορά, μαέστρο, πρώτη από πάμπολλες, ώσπου έφυγες και έμειν’ ένα μοβ φουλάρι πάνω στ’ αναλόγιό σου, σκληρής απουσίας λάβαρο.
Μέσα από κείνο το μουσικό σύνολο γνώρισα την μετέπειτα πρώτη μου δασκάλα τραγουδιού, σολίστ της όπερας τότε, την Ελένη. Εκεί με ξεχώρισε εκείνη και αργότερα μού έμαθε τη φωνή μου. Εκεί με ξεχώρισες κι εσύ και με κάλεσες να συμμετάσχω στη Χορωδία του Τμήματος Μουσικών Σπουδών. Λείπανε τενόροι, είπες. Πάντα λείπουν. Νόμιζα τότε ότι ήμουν τενόρος – κι εσύ το νόμιζες, αλλά η φύση και η ζωή είχαν ήδη προαποφασίσει διαφορετικά. Ακολούθησαν κι άλλες όπερες. Και συναυλίες πολλές. Αλλά εκείνη η πρώτη γνωριμία στο υπόγειο είναι ακόμη ανεξίτηλη. Εκεί με βάφτισες χορωδό κι έγινες η Ανάδοχος της μουσικής μου.
Είναι μακρύς και πυκνός ο κατάλογος των αναμνήσεων, μαέστρο, δασκάλα και φίλη μου, Τρισεύγενη. Πήραμε τους δρόμους, εσύ μπροστά κι εμείς ξωπίσω, να οργώσουμε την Ελλάδα και την Ευρώπη συνδυάζοντας τις δυο σου αγάπες, τη μουσική και την αρχαιολογία. Δεν υπήρχε αρχαιοελληνικό σπάραγμα ξένο πια σε μας. Εγκαίνια αρχαίων θεάτρων, μουσεία, αρχαιολογικοί χώροι, επιστημονικά συνέδρια, τελετές επιτίμων διδακτορικών αναγορεύσεων, εθνικές επέτειοι... Από την Καλαμάτα και την Πάτρα ως τη Σόφια, το Κάλιαρι και το Τέραμο... Από την αρχή της πολυφωνίας του 12ου αιώνα ως έργα συνθετών που ακόμη αναπνέουν (πάντα σού έλεγα, αργότερα, ως συνθέτης πια κι εγώ, ότι «ο καλός συνθέτης είναι ο νεκρός συνθέτης» και γελούσαμε).
Ήσουν η μαέστρος την ώρα της πρόβας και της συναυλίας, αλλά κατόπιν ήσουν φίλη μου. Γελούσαμε πολύ κι αυτό φαινόταν απίστευτο σε ανθρώπους που σε γνώριζαν μόνο ως καθηγήτρια, έναν ρόλο τον οποίον έπαιρνες πολύ ζεστά.
Αλλά εγώ γνώριζα μια Τρισεύγενη με αποκρικάτικη στολή, μια άλλη που έπαιζε μπιλιάρδο... που μου έκανε απίθανο χιούμορ από τηλεφώνου... Ήσουν ο πρώτος άνθρωπος που εμπιστεύτηκε τη μουσική μου δημιουργία ήδη από το 2000, όταν στη Σόφια τραγουδήσαμε δυο χορωδιακά μου... ποιος θα το έλεγε ότι αργότερα θα έγραφα μουσική για την έλλειψή σου... ξεκίνησα από τότε ένα «Ρέκβιεμ» στη χάρη σου, ημιτελές εν μέρει ακόμη. Είκοσι χρόνια μετά, και ακόμη πονάει. Ακολούθησαν συναυλίες στη μνήμη σου, εγώ στη θέση που έπρεπε να είσαι εσύ. Τα παιδιά σου, εμείς, ορφανέψαμε νωρίς.
Τα χρόνια περάσαν, όπως το συνηθίζουν. Κι εμείς τραγουδούσαμε και ταξιδεύαμε, σώματι και πνεύματι. Και γινόμαστε πιο φίλοι ακόμη, και ξανοιγόμαστε στο χορωδιακό πέλαγος με σένα ως Τρισεύγενη Καραβοκύρη. Εγώ άρχισα να προοδεύω ως σολίστ πια ― το 2000 στην Αμερική, για σπουδές στο τραγούδι.
Ήσουν μεταξύ των ελαχίστων που επικοινωνούσαν μαζί μου από την άλλη άκρη της γης. Ενδιαφερόσουν. Όταν επέστρεφα στην Ελλάδα, η θέση μου στη χορωδία με περίμενε. Τραγουδούσα πια άλτο, ή σόλο σοπράνο. Ήξερα ότι με υπολόγιζες ως μουσικό. Ένιωθα ότι με αγαπούσες ως το παιδί που δεν είχες. Πώς τώρα να χαθεί όλο αυτό; Αργότερα, η καριέρα μου άρχισε να φουσκώνει. Εσύ, πάντα εκεί, στις όμορφες σολιστικές μου στιγμές, ενώ είχες ήδη γνωριστεί με την πληγή που σ’ έκλεψε από μας. Και δε μίλησες ποτέ γι’ αυτό, ποτέ! Τόσο ποτέ, που πιστέψαμε όλοι, μετά το πρώτο σοκ, ότι είχες βγει στην όχθη των νικητών της επαράτου. Διότι ούτε μια στιγμή δεν φάνηκε ίχνος λιποψυχίας, παράδοσης, κόπωσης, αδυναμίας. Το ίδιο χαμόγελο σε ένα κάπως αλλαγμένο ―αλλά πάντα χαρωπό― πρόσωπο. Η ίδια finesse, αναλλοίωτη. Η μουσική, απείραχτη, η κίνηση ανενόχλητη ― έδειχνες.
Αναρωτιόμαστε, αλλά με τόσο σθένος, αρχίσαμε να έχουμε τη δική σου πίστη. Και το πέτυχες, μάς την κληροδότησες προτυπικά. Και με νέα ορμή κάναμε προγράμματα για συναυλίες, σχέδια για ταξίδια, όνειρα για να συνεχίσουμε να τα ζούμε. Κι ενώ ξέραμε όλοι, με την πρωταθλητική σου διάθεση δε μας επέτρεπες να μιλήσουμε για σένα, παρά μόνο για τη μουσική, το γιατρικό σου... Το τι περνούσες, μας το κράτησες κρυφό. Ξέρω ότι θα μας το πεις όταν ξαναβρεθούμε, ἔνθα ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός, όταν πια θα είσαι βέβαιη ότι δε θα μπορείς να μας στενοχωρέσεις. Γιατί πλέον γνωρίζω, δε με γελάς: Μας λάτρευες, εκεί πίσω από τη δεοντολογική μάσκα αυστηρότητας που φορούσες λόγω θέσης. Ήσουν ένα κορίτσι, μια από μας. Μέχρι τις 19 Ιουνίου του 2006, που έγινες μία των Αγγέλων.
Ήμουν ―σώματι― μπροστά στο σώμα σου όταν η Εκκλησία σε αποχαιρέτησε ψαλμικά. Η ψυχή μου όμως τραβολογούσε εγωιστικά τη δική σου από το Μοβ χιτώνα της καθώς πέταγες, να μη σ’ αφήσω να φύγεις. Ήμουν δίπλα στο μνήμα σου, όταν σε αποθέσαμε να ξεκουραστείς. Έβγαλα το Μοβ διαπασών από την τσέπη και μαζί με τα μουσικά μου αδέρφια της Χορωδίας ΤΜΣΣΚΤΑΠΘ (τίτλος που προσομοιάζει σε φτάρνισμα), σε σκεπάσαμε με Μοβ νότες αντί για λουλούδια, σε ραντίσαμε με Μοβ δάκρυα αντί για λάδι και κρασί. Cum decore, cum amore, cum splendore, cum ardore… magnificate in musica! Έτσι έζησες, έτσι κι έφυγες. Magnifica.
Ήσουν πενήντα ενός. Μερικές μέρες μετά, μόνος, ήλθα στο μνήμα φέρνοντάς σου έντυπο, δεμένο σε ρολό με μια Μοβ κορδέλα, το ποίημα που έμελλε να μελοποιηθεί ως χορωδιακό εναρκτήριο έργο της πρώτης επετειακής συναυλίας για την αναχώρησή σου. Το έγραψα τα βράδια της αϋπνίας που ακολούθησαν τη μετάστασή σου. Το μελοποίησα λίγο μετά.
Τα παιδιά σου στο προσφέραμε ένα χρόνο αργότερα, κλαίγοντας. Φέτος είσαι εβδομήντα ενός. Πόσες φορές δε σκέφτηκα, πώς θα ήσουν τώρα, Μοβ συνταξιούχος και σίγουρα ακόμη ενεργή ως μαέστρος. Η φωτογραφία σου είναι στο κομοδίνο μου από τότε. Το ξέρεις, δα. Αφού με ακούς και τα λέμε και με κοιτάζεις απαράλλαχτα. Δε θα μπορούσες να είσαι αλλιώς. Ακόμη Είσαι. Με αυτό το κατακάθαρο βλέμμα που μεταδίδει απλώς ευλογία, κερδισμένη με πολύν πόνο. Που εμπνέει νότες κεντημένες με γνώση και αγάπη. Που μιλάει με σιωπή και λέει όσα άφατα η σιωπή γεννά. Που αναζητάει, που αγαπάει, που φωτίζει.
Να, κάθομαι τώρα και σου γράφω, είκοσι χρόνια μετά, από μνήμης που δε σβήστηκε ποτέ. Χαράχτηκε με γραφίδα ευγνωμοσύνης μέσα μου, για όσα σήμαινες και για όσα έκανες για να βρω εγώ το δικό μου δρόμο, καθώς με πήρες από το χέρι παρέα στον δικό σου, που κράτησε τόσο, μα τόσο λίγο... Δεν ήταν τύχη, μα Θεία Πρόνοια. Αν δεν ήσουν, δεν θα ήμουν.
Εξόν που ποτέ δε σταμάτησα, πάνε είκοσι χρόνια, να γράφω για σένα, μού το ζήτησαν τώρα κι οι υπόλοιποι αγαπημένοι σου, Αγαπημένη. Έλα δα, σε βλέπω εκεί πίσω από το άγαλμα! Βγες από τον κρυψώνα σου να διευθύνεις το αποχαιρετιστήριο άσμα που τότε σού είχα γράψει. Ώμοι χαμηλά, χέρι αεικίνητο, χείλη να ψιθυρίζουν στίχους και τα σμαραγδο-Μοβ μάτια σου να μάς αγκαλιάζουν. Όπως τότε, όπως παντού, όπως πάντα.