Χάρτης 94 - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-94/eikastika/emst-poi-anikei-to-moiseio
Αμαρτία εξομολογουμένη: πάει καιρός που έχω να δω στο Φιξ μια σφιχτοδεμένη έκθεση με όλα τα έργα να υπηρετούν μια ταυτότητα. Αυτό το σπάνιο αίσθημα ενότητας είχα νιώσει το μακρινό 2002, στις «Θεολογίες» της Άννας Καφέτση. Θες η φαραωνική κλίμακα του κτιρίου, θες η σύγχρονη μουσειολογική πρακτική που θέλει τα μουσεία σύγχρονης τέχνης κάτι σαν «θεματικά πάρκα», η επίσκεψη στο πρώην εργοστάσιο έχει γίνει μια επιλεκτική περιήγηση. Ο θεατής στέκεται αποσπασματικά, όπου το έργο τραβήξει το βλέμμα ή όπου είναι ήδη υποψιασμένος για τον δημιουργό του. Δύσκολα συναντάς μια σχέση ανάμεσα στα εκθέματα που, σε μια ομαδική έκθεση, να φανερώνεται ως σπονδυλική στήλη.
Η τρέχουσα έκθεση του ΕΜΣΤ, με τίτλο «South by Southeast», φιλοδοξεί κάτι περισσότερο. Μέσα από πρόσφατα αποκτήματα της μόνιμης συλλογής, δωρεές και επιλεγμένα δάνεια εγκαινιάζει ή, ακριβέστερα, διακηρύσσει τη νέα του ταυτότητα. Ενδεικτικός και ο τίτλος της «Κ», «Πού δείχνει η πυξίδα του ΕΜΣΤ;». Διαβάζοντας το άρθρο, επισκέφθηκα το Φιξ περισσότερο για να καταλάβω τι ακριβώς σημαίνει και πού αποβλέπει αυτή η πυξίδα. Το ίδιο το ΕΜΣΤ μιλά για «αναπροσανατολισμό». Προτείνει να ξανασκεφτούμε τη θέση της Ελλάδας, όχι ως περιφέρεια της Δυτικής Ευρώπης αλλά ως κεντρικού κόμβου ενός τόξου που εκτείνεται από τα Βαλκάνια και την Τουρκία έως τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Δείχνει έτσι τη θέση του ελληνικού κόσμου, όχι μόνο πολιτισμικά και ιστορικά αλλά, όπως ρητά αναφέρεται, και γεωπολιτικά.

Το γεγονός ότι δεν αποτελεί πλέον αυτονόητη βεβαιότητα πως ανήκουμε στο ευρωπαϊκό τόξο είναι από μόνο του ενδιαφέρον. Πολύ περισσότερο όταν, μέσα σε έναν επίσημο εθνικό θεσμό, η ευρωπαϊκή διάσταση του νεότερου Ελληνισμού μοιάζει να αντιμετωπίζεται περίπου ως μακρά «προσκόλληση» σε ξένα πολιτισμικά πρότυπα. Εδώ αρχίζει ένα πρόβλημα — και ένα ερώτημα στο οποίο θα χρειαστεί να επανέλθουμε: από πότε η συνομιλία του ελληνικού κόσμου με την Ευρώπη θεωρείται σχέση εξάρτησης και όχι συστατικό μέρος της ταυτότητάς του;
Το θεωρητικό υπόβαθρο αυτής της μετατόπισης αντλείται από το βιβλίο του Sean Mathews The New Byzantines: The Rise of Greece and Return of the Near East. Στον πυρήνα του βρίσκεται τούτο το σχήμα: η δυτική ταυτότητα της νεότερης Ελλάδας υπήρξε σε σημαντικό βαθμό κατασκευή του 19ου αιώνα, όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις και το νεοσύστατο κράτος αναζήτησαν τη νομιμοποίησή του στην κλασική αρχαιότητα, αποσιωπώντας ή υποβαθμίζοντας το βυζαντινό και οθωμανικό παρελθόν του. Η σημερινή «στροφή προς Ανατολάς» εμφανίζεται έτσι περίπου ως επιστροφή μιας ιστορικής μνήμης που είχε απωθηθεί: η Ελλάδα ξαναβρίσκει τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο και την Εγγύς Ανατολή.
Είναι σκόπιμο να επιμείνουμε σ’ αυτό το σημείο για να κατανοήσουμε την ιστορική ακροβασία. Το Βυζάντιο δεν υπήρξε το «άλλο» της Ευρώπης, αλλά η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ένας κόσμος που εξακολουθούσε να ονομάζει τον εαυτό του ρωμαϊκό και που, όπως έλεγε ένας δάσκαλος, «χτίστηκε στη δυτική όχθη». Οι συγκρούσεις με τους Φράγκους, το Σχίσμα και, κυρίως, το τραύμα του 1204 όξυναν ασφαλώς τη διάκριση Ανατολής και Δύσεως. Δεν αρκούν όμως για να μεταφέρουν αναδρομικά το Βυζάντιο έξω από την ευρωπαϊκή ιστορία και μέσα σε μια αδιαφοροποίητη «Ανατολή». Άλλωστε, ακόμη και ο όρος «βυζαντινός» είναι μεταγενέστερη κατασκευή για ανθρώπους που αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρωμαίοι. Οι παραμορφωτικοί αυτοί φακοί επέβαλαν μια από τις μεγαλύτερες παρεξηγήσεις της ιστορίας και, το χειρότερο, πέρασαν από τη δυτική ιστοριογραφία και στον ίδιο τον ελληνικό κόσμο, τροφοδοτώντας μια παράδοξη κρίση ταυτότητας: είμαστε ίσως ο μόνος λαός που εξακολουθεί να χωρίζεται σε «οπαδούς» των ίδιων του των ιστορικών περιόδων.
Το δεύτερο στοιχείο που επιστρατεύεται είναι η ιστορική συγγένεια του ελληνικού κόσμου με τον Λεβάντε και, ευρύτερα, με την Ανατολική Μεσόγειο, έναν κόσμο κινητικότητας, ανταλλαγών, πολυγλωσσίας και σύνθετων ταυτοτήτων. Βεβαίως ο Λεβαντίνος, αυτή η κατεξοχήν μεθοριακή μορφή ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, δεν επιβεβαιώνει τόσο εύκολα το σχήμα μιας ελληνικής «επιστροφής στην Ανατολή». Έχει ένα βαθύτατα ευρωπαϊκό χαρακτηριστικό: την κινητικότητα. Είναι άνθρωπος των λιμανιών και των δικτύων και των μετακινήσεων. Η ταυτότητά του συγκροτείται περισσότερο από τις διαδρομές παρά από τα σύνορα. Αν αναζητούμε, δε, τη μεγάλη ιστορική μετατόπιση του νεότερου Ελληνισμού, τίποτε δεν τον έστρεψε προς τη Δύση τόσο αποφασιστικά όσο η Μικρασιατική Καταστροφή. Τα βήματα των προσφύγων, καθώς περνούσαν το Αιγαίο, δεν μετέφεραν μοναχά τον πληθυσμό της Ιωνίας. Μετατόπισαν το κέντρο βάρους ολόκληρου του ελληνικού κόσμου. Μετά το 1922 ο Ελληνισμός είναι ριζικά διαφορετικός. Η Ανατολή παραμένει μέσα του ως μνήμη, η ιστορική του πορεία, όμως, έχει πλέον άλλη γεωγραφία.
Η ορθή αποτίμηση του έργου και της αποστολής του μουσείου προϋποθέτει, ασφαλώς, μια σκιαγράφηση της πραγματικότητας μέσα στην οποία κινούμαστε. Στην έκθεση είναι φανερά τα σημάδια της ελληνικής κρίσης και, βέβαια, της μετανάστευσης, με τις πολυσήμαντες πληθυσμιακές και πολιτισμικές μεταβολές που επιφέρει στην Ευρώπη. Το δεσπόζον στοιχείο της - η αίσθηση που παίρνεις μαζί σου φεύγοντας - είναι μια δυστοπία με επίκεντρο το δράμα των προσφύγων. Το χρώμα της είναι το χρώμα μιας ζοφερής πραγματικότητας που αντιμετωπίζει σήμερα, με διαφορετικές εντάσεις, ολόκληρη η Ευρώπη. Αυτό δεν θα γεννούσε κανένα ερώτημα, εφόσον η έκθεση προτείνεται ως μία ακόμη περιοδική έκθεση.
Όμως το «South by Southeast» ευαγγελίζεται έναν προσανατολισμό. Συγκροτεί από τα νέα του αποκτήματα μια δήλωση ταυτότητας και προβάλλει τη συλλεκτική πολιτική με τους καλλιτέχνες που ακολουθεί τα τελευταία χρόνια. Δεν είναι, λοιπόν, μόνο πρόταση για το σήμερα, αλλά και δήλωση προθέσεων για το ΕΜΣΤ του αύριο.
Το έργο ενός εθνικού μουσείου, ανεξαρτήτως καλλιτεχνικού προσανατολισμού, είναι κατεξοχήν πολιτικό. Πολιτικό όμως με την πρωταρχική σημασία του όρου: θεμελιακό, όχι ιδεολογικό. Οφείλει να συνομιλεί με το άμεσο, αλλά να εργάζεται με προοπτική, να καταγράφει τα τραύματα και τις μεταβολές της εποχής χωρίς να θηρεύει το άμεσο αποτέλεσμα. Στα ζητήματα του καιρού μας ασφαλώς ανήκουν το φύλο, η μετανάστευση, η κλιματική κρίση, οι νέες ταυτότητες. Ανήκει όμως εξίσου, αν όχι κυρίως, και το μεγάλο ευρωπαϊκό ερώτημα: αν η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει δική της φωνή ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, να γίνει «η αυτοκρατορία της μέσης οδού» για να χρησιμοποιήσω τον λόγο του Καμύ.
«Δεν είμαστε πλέον σέξι οι Ευρωπαίοι», θυμάμαι τον Κώστα Βαρώτσο να μου λέει κάποτε, γοητευμένος από όσα συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια στην τέχνη της Μέσης Ανατολής. Μπορεί να έχει δίκιο. Τα κέντρα μετακινούνται, οι περιφέρειες αποκτούν φωνή και η τέχνη δεν γνωρίζει τελωνεία. Αλλά για να γίνουμε «σέξι», χρειάζεται άραγε να αρνηθούμε αυτό που είμαστε; Κατανοώ την ανάγκη να μη βρίσκεται η Ελλάδα στο περιθώριο ενός κόσμου, αλλά στο κέντρο. Στο κέντρο, όμως, ποιου κόσμου; Κατανοώ ακόμη περισσότερο την ανάγκη ενός μουσείου σαν το ΕΜΣΤ να κοιτάζει προς την Αλεξάνδρεια ή την Κωνσταντινούπολη, να μην συγκρίνεται με τη Ρώμη, το Παρίσι ή την Κοπεγχάγη. Άλλο όμως η διεύρυνση του βλέμματος και άλλο η μετατόπιση της ταυτότητας. Ένα εθνικό μουσείο δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στην Ευρώπη και τη γειτονιά της.
(Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, το ΕΜΣΤ φιγουράρει ανάμεσα στους έξι φιναλίστ του European Art Museum Award 2026, μαζί με μουσεία όπως το Rijksmuseum. Και μόνον η παρουσία του σε αυτή την εξάδα είναι μια επιτυχία που αξίζει να αναγνωριστεί. Τι κάνει ένα μουσείο «ευρωπαϊκό»; Ασφαλώς όχι ο κλιματισμός του, ούτε το σύστημα πυρασφάλειας. Ευρωπαϊκό το κάνει η ελευθερία με την οποία αναμετριέται με την ιστορία του, η αντοχή του στην αμφιβολία)