Χάρτης 94 - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-94/tehnasmata/amortiser
Το Amorτισέρ είναι ένα συνεργείο αυτοκινήτων που βρίσκεται στον δεύτερο δρόμο αριστερά από το σπίτι μου. Τα ατελείωτα κιλά καλτίλας που κρύβονται πίσω από αυτό το όνομα συνδυάζονται τέλεια με την ξεβαμμένη κόκκινη ταμπέλα ―ή μάλλον ροδακινί πλέον― με γραμματοσειρά οριακά κόμικ σανς, που εκτείνεται από άκρη σε άκρη της πρόσοψής του. Όταν με πιάνει το ξημέρωμα και γυρνάω από το μετρό, δεν διασχίζω αυτόν τον δρόμο, μιας και βρίσκομαι ήδη στην οδό του σπιτιού μου, παρόλα αυτά σχεδόν πάντα κοιτάω να δω αν έρχεται κανένα αμάξι. Και αναλόγως την ώρα, αν έχει προλάβει ο ήλιος να σηκωθεί αρκετά ψηλά, τα γκρι μεταλλικά ρολά του Amorτισέρ μετατρέπονται σε θέαμα που εύκολα θα αποτελούσε πηγή έμπνευσης για κάποιον ρομαντικό σαν τον Τέρνερ. Οι παράλληλες γραμμές του ρολό απομακρύνονται προοπτικά μέχρις ότου συναντήσουν την αντανάκλαση του ηλίου κάπου κάτω από τα γράμματα ‘τισερ’ του τίτλου. Και αυτός, συνήθως, με τυφλώνει λίγο πριν διασχίσω τον δρόμο. Στραβωμένος, δηλαδή, περνάω τον δρόμο και το μόνο που διαβάζω είναι ‘Amor’! Φυσικά, μια τέτοια συνειδητοποίηση θα μπορούσε να συμβεί μόνο σε μια όχι και τόσο νηφάλια ανατολή. Δεν θέλει πολλά. Αρκεί να κάνεις ένα, δύο, και στο τρίτο βήμα η μαγεία χάνεται. Δεν νομίζω να έχουν παρατηρήσει πολλοί αυτή την ενδιαφέρουσα σύμπτωση, μα για εμένα έγινε ξεκάθαρος λόγος να κοιτάω προς τα εκεί κάθε πρωινό.
Ένα διαφορετικό πρωινό. Όχι από αυτά του Γολγοθά του μεθυσμένου γυρισμού, μα ένα από αυτά που ξύπνησα νωρίς για το ταξίδι προς το τωρινό μου σπίτι, σταμάτησα στην μέση του άδειου δρόμου και έβγαλα το κινητό μου να το βγάλω φωτογραφία. Όσο και αν προσπάθησα, δεν κατάφερα να αποτυπώσω τη ρομαντική ειρωνεία που τόσες φορές είχα προσπεράσει μεθυσμένος. Εντάξει, η αλήθεια είναι ότι δεν προσπάθησα και πολύ. Μα ήμουν, σε κάθε βαθμό, άλλος άνθρωπος από αυτόν που το είχε παρατηρήσει, ήμουν φρεσκοξυπνημένος, νηφάλιος, πήγαινα αντίθετα και προσπαθούσα να το τραβήξω από τον φακό του κινητού μου, αντί να το ρουφήξω ρομαντικά με τα μάτια μου. Η στιγμή ολοκληρώθηκε με την αγριοφωνή ενός ταξιτζή που ήθελε να στρίψει στο στενό, λέγοντας «Τι θα γίνει αγάπη, εκεί θα μείνεις;» και όντως κουνήθηκα, ‘γιατί καμία αγάπη δεν μένει στάσιμη’, σκέφτηκα, ‘όσα Amorτισέρ και να βάλεις.’
Πριν προλάβει να φύγει ο ταξιτζής, του έκανα νόημα να σταματήσει. Έπρεπε κάπως να καταλήξω στο αεροδρόμιο και, μια ή άλλη, κατευθυνόμουν προς τον κεντρικό μπας και βρω καμιά κούρσα. Ευτυχώς δεν με αγνόησε και σταμάτησε λίγα μέτρα πιο κάτω. Θα κοιτούσε από τους καθρέφτες. Με είδε με τη βαλίτσα και το σακιδιάκι μου στον ώμο και πρέπει να με μυρίστηκε ότι τον έχω ανάγκη. Μην σου πω ότι μου μίλησε για να με ξυπνήσει. Πλησίασα το ασημένιο Σκόντα και παρατήρησα ότι είχε φιμέ τζάμια, ενώ στο πίσω τζάμι έγραφε «ΕΞΠΡΕΣΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΪΟΥ». Γέλασα και τον πλησίασα.
«Καλημέρα, πάμε αεροδρόμιο;» τον ρώτησα από το παράθυρο του συνοδηγού. Ο, κάτι παραπάνω από μεσήλικας, οδηγός έσβηνε το τσιγάρο στο τασάκι με μεγάλη αφοσίωση. Τα φρύδια του τεντωμένα προς τα πάνω και τα αυλάκια στο κούτελο σχηματίζονταν αμέτρητα, όσο αυτός έτριβε δεξιά-αριστερά την καύτρα μέχρι να σβήσει. Χωρίς να με κοιτάξει μου είπε:
«Πρώτη κούρσα λαχείο, αν μου έλεγες λιμάνι τέτοια ώρα θα σε άφηνα.»
Εκτίμησα την ειλικρίνεια, έβαλα τη βαλίτσα στο πορτ-μπαγκάζ και κάθισα πίσω. Αυτός ξεκίνησε με πολύ ήρεμο ρυθμό. Το παρμπρίζ είχε αυτή την καλτ, κιτς, μπλε λωρίδα ηλιοπροστασίας, ενώ σχεδόν κάθε κινούμενο μέρος του αυτοκινήτου ήταν τυλιγμένο με μονωτική μαύρη ταινία. Από τα χερούλια μέχρι τον καθρέφτη και τις σχάρες του εξαερισμού. Κοίταξα ασυναίσθητα μέχρι και τα καθίσματα, να δω αν τα είχε περάσει μια επένδυση, μα προς απογοήτευση μου, συναίσθημα που δεν περίμενα, ήταν απλά δερμάτινα –κάποτε- που τώρα ήταν ξεφτισμένα. Στο ράδιο έπαιζε λαϊκό και για μένα τέτοια ώρα μόνο βαρύ θα μπορούσε να είναι. Δεν προλάβαμε να βγούμε στον κεντρικό και μου λέει:
«Φιλαράκι, προλαβαίνω να πάρω ένα καφεδάκι από το καφέ στο φανάρι ή βιάζεσαι;»
«Εννοείται», απάντησα με περίσσια χαρά που αυτό το έπος καλτίλας ξετυλίγεται μόνο του. Θα έβαζα εύκολά στοίχημα ότι μέχρι το αεροδρόμιο θα ακούσω τουλάχιστον ένα μάθημα ζωής. Όσο περίμενα, μέχρι δηλαδή να πάει, να ανάψει τσιγάρο, να παραγγείλει, να πει δυο κουβέντες, να πληρώσει και να γυρίσει, είχα την ευκαιρία να τον παρατηρήσω λίγο περισσότερο. Πρέπει να ήταν γύρω στα εξήντα φεύγα. Τα μαλλιά του δεν είχαν ούτε ασπρίσει ούτε πέσει όλα. Παρόλα αυτά είχε αρχίσει να εμφανίζεται μια ελαφριά μορφή καμπούρας στην πλάτη. Φορούσε μπλε πόλο μπλουζάκι, με κάτι λεπτές ρίγες σε άνιση απόσταση μεταξύ τους, ενώ τα κουμπιά ήταν ανοιχτά. Προφανώς, από κάτω φορούσε τζιν, ενώ το πατούμενο, προς μεγάλη μου έκπληξη, ήταν σανδάλι τύπου τέβα. Το ρολόι ήταν ασημένιο, μεταλλικό και, όπως πλησίαζε, θα έλεγε κανείς ότι του το είχαν δώσει όταν αγόρασε το ταξί, μιας και ήταν ακριβώς ίδια απόχρωση. Άνοιξε την πόρτα και, όπως καθόταν, προσφώνησε ένα βαρύ από τον καπνό που τον έκαψε «φύγαμε». Δεν έβαλε ζώνη και ξεκίνησε. Μεταξύ πρώτης και δευτέρας, κούμπωσε και μια γουλιά καφέ. Μα δεν ανέβασε ποτέ περισσότερο, ούτε στην επόμενη γουλιά, το αμάξι να βογκάει και αυτός να σφυράει λαϊκά. Τον έπιασα να με κοιτάει από τον καθρέφτη μια-δυο φορές. Σαν να ήταν η δικιά του σειρά να με κόψει, αν και νόμιζα ότι το είχε κάνει από πριν καν με πάρει.
«Εσύ, τώρα, τελειώνεις τις διακοπές», δήλωσε καταφατικά. «Κάνεις μπαμ, έχεις να ξυπνήσεις τόσο νωρίς βδομάδες. Εγώ, στα νιάτα μου, τέτοια ταξίδια τα έπαιρνα πάντα σερί για να κερδίσω την προηγούμενη νύχτα.»
«Και τι θα έκανες την προηγούμενη νύχτα από ένα ταξίδι;» τον ρώτησα, χωρίς να του επιβεβαιώσω αυτό που ήδη ήξερε.
«Και τι δεν θα έκανα! Μπαρότσαρκα, μπουζούκια, γυναίκες, κι αν προλάβαινα και πατσά για να στρώσω. Με αυτή την σειρά πάντα, και να ξέρεις ότι εγώ, μικρός.. Να πάρουμε και την κοπέλα; Την κόβω για αεροδρόμιο», είπε, κόβοντας τον εαυτό του και κοιτώντας προς τη συγκατάθεση μου από τον καθρέφτη, ενώ ήδη είχε αφήσει το γκάζι.
Στην άκρη του δρόμου ήταν μια γλυκιά κοκκινομάλλα κοπέλα με τεντωμένο το χέρι της. Φορούσε ένα φόρεμα μέσα στα χρώματα, ενώ το τα μακρόστενα γυαλιά ηλίου, με μουσταρδί σκελετό, αρκετά βίντατζ, την έκαναν να φαίνεται σαν να βγήκε από τα σίξτις. Για αποσκευές είχε μια βαλιτσούλα καμπίνας και μια πλεκτή τσάντα σε σχήμα μαργαρίτας. Έσκυψε να ρωτήσει τον προορισμό μας, βγάζοντας τα γυαλιά και κρατώντας τα στο ύψος του στήθους της, για να συγκρατήσει το φόρεμα που ακολουθούσε τη βαρύτητα. Αφού και οι δυο επιβεβαιώθηκαν ότι πάμε στον ίδιο προορισμό, και αφού με έκοψε και εκείνη με δυο γρήγορες ματιές, ο οδηγός βγήκε να τη βοηθήσει με την βαλίτσα. Τριάντα δευτερόλεπτα αργότερα, αυτή καθόταν στην άλλη άκρη του πίσω καθίσματος μαζί μου. Με τόσο χρώμα και άρωμα και εγώ θα την έκοβα, τόσο ότι πάει αεροδρόμιο, όσο και ότι, σε αντίθεση με εμένα, αυτή ξεκινάει τις διακοπές της. Αλλά είπα να το παίξω.
«Πού το ξέρατε, κύριε.. Βασικά, πώς σας λένε;»
«Γιάννη»
«Πού το ξέρατε, κύριε Γιάννη, ότι πηγαίνει αεροδρόμιο και όχι λιμάνι η συνταξιδιώτισσα;»
«Ε, να, δεν ήταν και δύσκολο, φοράει κλειστό παπούτσι, οι περισσότεροι που πάνε λιμάνι πάνε με πέδιλα», είπε και γελάσαμε και οι τρεις. Κοίτα να δεις που την έκοψε από τελείως διαφορετικό χαρακτηριστικό απ’ ό,τι περίμενα. Κι εγώ κλειστό φορούσα σκέφτηκα.
«Για να τελειώσω αυτό που σου έλεγα πριν, εγώ έφευγα συχνά σε ταξίδια. Έχω γυρίσει όλη την Ευρώπη αμέτρητες φορές, ήμουν οδηγός νταλίκας και έφευγα συχνά-πυκνά, οπότε κάθε νύχτα μετρούσε», είπε ― και τον έκοψα.
«Δηλαδή, κύριε Γιάννη, εσείς κάνατε με τη σειρά, μπαρότσαρκα, μπουζούκια, γυναίκες και πατσά, πριν ξεκινήσετε να οδηγάτε νταλίκα για ώρες;» είπα με παιχνιδιάρικο τόνο, παρόλο που μέσα μου ένα καμπανάκι είχε σκιρτήσει τα αντανακλαστικά επιβίωσης μου. Ευτυχώς ακόμη πήγαινε με δευτέρα.
«Ε, όχι δα!» είπε καθόλου προσβεβλημένος και αντιθέτως κάπως χαρούμενος από την συμμετοχή μου. «Εγώ τις έπαιρνα από το Καλέ στη Γαλλία και τις οδηγούσα σε όλη την Ευρώπη, μέχρι να τις παραδώσω κάπου. Και μετά γυρνούσα με αεροπλάνα.»
«Και τι μεταφέρατε;», μας έκοψε η κοκκινομάλλα που, με αρκετή αυτοπεποίθηση, φαίνεται να είχε ξεπεράσει το σοκ της εσωτερικής διακόσμησης του ταξί και σαν να είχε αποδεχθεί ότι θα παίζαμε σε ένα μίνι σενάριο, καλύτερο και από του Νικολαΐδη.
«Εμ, να πως κάνεις τις σωστές ερωτήσεις!» είπε ο κυρ Γιάννης. «Τότε που έκανα εγώ τα ταξίδια, δεν ήταν εύκολο να περνάς από τόσα σύνορα, δεν είναι όπως είναι τώρα. Ε, κι εμένα η μητέρα μου είναι Γερμανίδα. Οπότε είχα δυο διαβατήρια, ένα ελληνικό και ένα γερμανικό, που μου επέτρεπαν να κινούμαι σε πολλές περισσότερες χώρες από άλλους οδηγούς.»
«Σωστό κελεπούρι ακούγεστε, κύριε Γιάννη», είπε η κοκκινομάλλα
«Και πού να με έβλεπες κιόλας τότε. Εγώ ήμουν σαν τον Αλέν Ντελόν», καυχήθηκε ο κυρ Γιάννης, όσο ανασκουμπωνόταν στη θέση του οδηγού, σαν να τέντωνε την πλάτη του από περηφάνια.
«Άλλα ντ’ άλλων», μου ψιθύρισε η κοπέλα ― που θα την ονομάσω Μαργαρίτα, όπως και την τσάντα της. Και συνέχισε να του δίνει πάτημα: «Τον Αλέν Ντελόν; Καλέ αυτός είναι κούκλος! Πρέπει να είχατε πολλές επιτυχίες τότε!»
«Ε, ΄ντάξει κοπέλα μου, έχουμε περάσει και εμείς στην ζωή μας όμορφα, και φέρουμε τώρα τα παράσημα στο κούτελο. Και ακόμη περνάμε, δηλαδή, αν με πιάνεις.»
Δεν είμαι σίγουρος αν κανείς τον έπιασε ή αν ήθελε να τον πιάσει, μα αφήσαμε το σχόλιο να περάσει. Ο κυρ Γιάννης ήπιε μια γουλιά καφέ και έβγαλε ένα τσιγάρο, το οποίο και ακούμπησε στα χείλη του χωρίς να το ανάψει. Ακόμη πήγαινε με δευτέρα και το αμάξι βογκούσε, μα αυτόν δεν τον ενοχλούσε ούτε ο θόρυβος ούτε η ταχύτητα. Δεν αγχωνόμουν για τον χρόνο, μιας και είχα ξυπνήσει επαρκώς νωρίτερα, ενώ ο θόρυβος, που κάλυπτε κάπως τα λαϊκά, δεν με ενοχλούσε και τόσο. Μείναμε για λίγο σιωπηλοί. Και λίγα λεπτά αργότερα, ο κυρ Γιάννης μας ζήτησε την άδεια να καπνίσει. Δεν αντιδράσαμε, και άναψε το τσιγάρο του.
Σε ένα ταξί και οι τρεις μας να συλλογιζόμαστε τις διακοπές μας, μα αλλιώς. Εγώ που τις τελείωνα ταλαιπωρημένος, γεμάτος και με αυτή τη χαρμολύπη που κουβαλάει κανείς όταν γυρνάει σπιτάκι του μετά από βδομάδες με μια βαλίτσα στο χέρι. Η Μαργαρίτα, που μόλις ξεκινούσε, με το βλέμμα της να αστράφτει και το μυαλό σε 180bpm. Είμαι σίγουρος ότι αναχωρεί με μια υπόσχεση να περάσει καλά γιατί το αξίζει, και φαίνεται ήδη έτοιμη να ρουφήξει κάθε εικόνα που θα βρεθεί στον δρόμο της. Και τέλος ο Κυρ Γιάννης, που με τρεις τζούρες τελείωσε το τσιγάρο, και μαζί τους πρέπει να θυμήθηκε όλα τα καλοκαίρια που είχε χάσει ως Αλέν Ντελόν.
Απόσπασμα από το πρώτο του αδημοσίευτο μυθιστόρημα