Χάρτης 94 - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-94/klimakes/i-ipervasi-toi-traymatos-kai-tis-mnimis
Ας το πούμε προκαταρκτικά: έχουμε ενώπιόν μας ένα λογοτεχνικό επίτευγμα, καλομεταφρασμένο από την Ζωή Μπέλλα- Αρμάου, της 35χρονης όταν πρωτοεκδόθηκε το βιβλίο [2019] Ιταλίδας Κλαούντια Ντουραστάντι. Πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικού τύπου μυθιστόρημα που, ενώ στις πρώτες του σελίδες απειλεί να είναι του αυτοοικτιρμού, του θρήνου, του τραύματος, της περιθωριοποίησης, της αδικίας, της διαφορετικότητας, των δακρύων και άλλων παρόμοιων ναρκισσισμών που απονευρώνουν το αναγνωστικό κοινό και έχουν μεταβληθεί στην ιδεολογική κατάρα της εποχής, ο αιχμηρός, καίριος λόγος της συγγραφέως τα σχετικοποιεί ή και αποδομεί πλήρως. Προς το τέλος μάλιστα του βιβλίου η αφηγήτρια ρωτάει την διά βίου κωφή μητέρα της πώς φαντάζεται τη ζωή της αν δεν έπασχε από την αναπηρία αυτή. Και εντελώς απρόσμενα, η μητέρα, που ως τότε αυτοπροσδιοριζόταν πρωτίστως ως θύμα των συγκυριών, απαντά: «Νομίζω ότι θα ήμουν ασήμαντη». Μάλιστα, κάπως αυτάρεσκα ίσως, προσθέτει ότι όλα όσα συνέβησαν στη ζωή της ήταν δική της επιλογή.
Η αυλαία πέφτει με την καταληκτήρια φράση: «Όταν όλα πέφτουν, ακλόνητη η αγάπη παραμένει. Αλλά πρόκειται για αληθινή ιστορία;» Έλα ντε. Είναι αληθινά όσα μας λέει η αφηγήτρια ή το παρελθόν ανακατασκευάζεται κατά βούλησιν; Ποταμοί μελάνης χύνονται τελευταία για τις λειτουργίες της μνήμης: επιλεκτικότητα και επιτελεστικότητα,, αποσπασματικότητα και λειτουργικότητα, σχετικότητα και αυθαιρεσία, ανασκευή και κατασκευή κι ακόμη η ωραιοποιητική, αυτοδικαιωτική της τάση. Από εργαλείο για την πραγμάτευση ενός θέματος, η μνήμη τείνει να μεταβληθεί στις μέρες μας σε ήρωα της αφήγησης - κυρίως σε αμήχανα και άνευ θέματος βιβλία. Ωστόσο εδώ η αμφισβήτηση των γραφομένων, αλλά και των οικογενειακών ιστοριών που αφηγούνται στην ηρωίδα μας συγγενείς, φίλοι και άλλοι, έχει διασπαρεί επιδέξια στη ροή του κειμένου. Η ίδια η συγγραφέας ομολογεί μάλιστα πως αυτό που της έχει παραδοθεί είναι μια μυθολογία και επομένως δεν έχει παρά να την περιγράψει ρεαλιστικά ώστε να παραχθεί ένα μυθιστόρημα.
Προσωπικά είμαι εξ ορισμού καχύποπτος με το κύμα των αυτοβιογραφιών που μετονομάζονται σε μυθιστόρημα, συχνά με το επίχρισμα της λεγόμενης αυτομυθοπλασίας, ενώ δεν αλλάζουν καν το όνομα και την διεύθυνση του συγγραφέα, της μητρός, πατρός και λοιπών οικείων οι οποίοι πολύ συχνά ταλαιπωρούνται αδίκως στο μνήμα τους. Η λειτουργία τέτοιων βιβλίων είναι υπονομευμένη από χέρι και ο εξωραϊσμός της ζωής ζωντανών και τεθνεώτων παράγει θύματα εις βάρος της αλήθειας [ναι, που να πάρει η ευχή, υπάρχει ακόμη αλήθεια!]. Ωστόσο υπάρχουν και φωτεινές εξαιρέσεις, με μία εξ αυτών, στα καθ’ ημάς, να είναι το πρόσφατο βιβλίο του Δημοσθένη Κούρτοβικ Ο ήχος της σιωπής της
[ΕΣΤΙΑ]. Το καλό πάντως στην Ξένη είναι πως δημιουργικά καχύποπτη είναι και η ίδια η συγγραφέας, καθώς από τις πρώτες σελίδες μάς εισάγει στην σχετικότητα των προσωπικών μυθολογιών: η μητέρα και ο πατέρας της ίδιας και του μεγαλύτερου αδελφού της αφηγούνται την ιστορία της γνωριμίας τους με εντελώς αποκλίνοντες τρόπους. Πρόκειται για δύο κωφά άτομα που η μοίρα τα φέρνει κοντά. Για την ακρίβεια δεν είναι η μοίρα, αλλά το υποδόριο ρεύμα των περιστάσεων που η συγκεκριμένη «αναπηρία» δημιουργεί. Ερωτεύονται, παντρεύονται κάνουν δυο υγιή παιδιά, αλλά αρνούνται να τους μάθουν τη νοηματική γλώσσα έτσι ώστε να μπορούν να τους μιλήσουν με σαφήνεια. Η οικογένεια ζει στο Μπρούκλιν με την υποστήριξη συγγενών Ιταλών μεταναστών δεύτερης και τρίτης γενιάς,. Συγκροτούν ένα άτυπο δίκτυο επιχειρηματιών, επενδυτών, μικρομαφιόζων, και γενικά «πολύ τυχερών ανθρώπων» που πιστεύουν ολόψυχα ότι στην Αμερική είναι αδύνατο να μην πετύχει κάποιος. Είναι οι περίφημες «φαμίλιες» που γνωρίζουμε πολύ καλά από τον Μάριο Πούτσο και τον Νονό του, τον Σκορτσέζε, τον Κόπολα, τον Ντενίρο κλπ. Διατηρούν τις νόρμες, τις κοινοτικές δομές, τα ήθη, τις μνήμες της πατρίδας και τους πανίσχυρους κώδικες τιμής τους σαν να «προβάλλουν ένα ολόγραμμα στο παρελθόν».
Στην περίπτωση βέβαια της πρωταγωνίστριας [τρίτη ή και τέταρτη γενιά μεταναστών] τα πράγματα έχουν σχετικοποιηθεί προ πολλού. Η νεολαία πάει στις ντίσκο, πέφτει στα ναρκωτικά, έχει είδωλα αμερικανικής κοπής, μεταπίπτει στο πανκ ροκ και κινείται ενίοτε στις παρυφές του εθισμού, ακόμη και της πορνείας. Η συγγραφέας μας δίνει μια πρωτότυπη ανθρωπολογική μελέτη της Νέας Υόρκης της εποχής με έμφαση στην ιταλική παροικία, συγκρίνοντας γειτονιές, εθνοτικές ομάδες και εποχές, απογράφοντας στέκια και παρακμάζοντα οικοδομικά τετράγωνα μέσα από ένα ξανακοίταγμα της διαδικασίας της ενηλικίωσης.
Το Μπρούκλιν είναι λοιπόν ο ένας γεωγραφικός πόλος της αφήγησης. Ο δεύτερος είναι η Μπαζιλικάτα,
όπου η μικρή Κλαούντια, ο αδελφός και η μητέρα της θα προσπαθήσουν να επανενταχθούν στην τοπική κοινωνία, όταν οι γονείς χωρίζουν στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Πρόκειται για μια τυπική περιφέρεια του ιταλικού Νότου, με την οπισθοδρομικότητα και τα αρχέτυπά της, τις γεωλογικές της στρώσεις και τους μυθοποιημένους προορισμούς της [το Έμπολι, η Ματέρα], τα διυλιστήρια και τις έρημες εκτάσεις της, ένα κράμμα παράδοσης και εκβιομηχάνισης, υπανάπτυξης και εκσυγχρονισμού. Φυσικά πρόκειται για μια οικογένεια πολλαπλώς «στιγματισμένη», όχι μόνο λόγω της πάθησης των γονέων αλλά επίσης λόγω της βίας που ασκεί ο πατέρας όταν επανέρχεται για να διεκδικήσει την οικογένειά του και της πολιτισμικής διαφορετικότητας που προέρχεται από την αμερικανική τους θητεία.
Την ενηλικίωσή της η μικρή Κλαούντια θα την ζήσει όχι τραυματικά όπως εύκολα είθισται να λέμε, αλλά με τις διερωτήσεις, τις προσπάθειες ένταξης, τα γλωσσικά χάσματα, ένα μπες βγες στα κοινωνικά ειωθότα που δίνονται σε σωστές αναλογίες και όπου η κωφότητα της μητέρας γίνεται αφορμή για καίριες δοκιμιακού τύπου παρεκβάσεις. Πολλά λέγονται φερ΄ ειπείν για τις λειτουργίες της γλώσσας, και κυρίως για την κυριολεξία που απαιτεί η κωφότητα για να γίνει κατανοητή η πραγματικότητα. Οι γονείς ποτέ δεν παραδίδονται στην μυθοπλασία ακόμη κι αν πρόκειται για ένα παραμύθι με δράκους και τέρατα. Δεν τους αφορά, τη θεωρούν ψέμα, γι’ αυτό άλλωστε και η μητέρα είναι καχύποπτη με τις λογοτεχνικές επιδόσεις της έφηβης πλέον κόρης της: «Είναι αλήθεια αυτό;», τη ρωτάει. Παραπέρα μας δίνονται από τη συγγραφέα εύστοχες παρατηρήσεις για την λειτουργία της μεταγλώττισης, την αδυναμία πρόσληψης του χιούμορ, της μεταφορικής γλώσσας, των παρομοιώσεων και των φραστικών επαγωγών.
Πάντως η οικογένεια διαφέρει από τις άλλες της περιοχής και κατά την θετική έννοια. Ταξιδεύουν συχνά πυκνά στην Αμερική με πληρωμένα από τους παππούδες εισιτήρια, δέχονται εισροές και δώρα από την εκεί κοινότητα, εισάγουν μόδες, χορούς και ρούχα. Βρίσκονται σε μια γκρίζα ζώνη όπου η φτώχεια υφίσταται περισσότερο ως πολιτιστική κατάσταση παρά ως υλικό ισοδύναμο. Είναι και δεν είναι φτωχοί. Άλλωστε, με περισσή ειλικρίνεια, η συγγραφέας αναφέρει το ιταλικό κράτος πρόνοιας που της επιτρέπει με γενναιόδωρες παροχές να σπουδάσει αυτό που επιθυμεί: Κοινωνική ανθρωπολογία. Επιπλέον αναφέρει την άκοπη σχετικά επαγγελματική της ένταξη σε μια κοινότητα εύπορων, ευγενών διανοουμένων- εκδοτών της πάλαι της ιταλικής αριστεράς.
Η ανθρωπολογικού τύπου γραφή της Ντουραστάντι είναι ένα άλλο σημαντικό στοιχείο του βιβλίου. Αρχίζει να διακρίνεται λίγο μετά την αρχή, ωριμάζει στα της ιταλικής κοινότητας του Μπρούκλιν και γίνεται απολύτως σαφής όταν περνάμε στις σελίδες για τις σπουδές και τις επιρροές, κυρίως τους μεγάλους Πολωνούς Τζόζεφ Κόνραντ [θεμελιακή επιρροή της συγγραφέως} και Μπρόνισλαβ Μαλινόφσκι. Το έργο του τελευταίου έχει καθορίσει εν πολλοίς την ιστορία της κοινωνικής ανθρωπολογίας μέσω του συστημικού φονξιοναλισμού και της συμμετοχικής παρατήρησης που εισήγαγε στη μελέτη των πρωτόγονων κοινωνιών [βασική του μονογραφία το έργο Αργοναύτες του Δυτικού Ειρηνικού]. Όπως και να ‘χει, οι πρωτόγονοι και οι άγριοι μας τέλειωσαν προ πολλού, αλλά η μέθοδος της Ντουραστάντι όταν μελετά αργότερα τις σύγχρονες ινδικές κάστες ή τη γενιά των μιλλέννιαλς στο Λονδίνο του μπρέξιτ και των πρόσφατων τρομοκρατικών γεγονότων θυμίζει πολύ τις κλασσικές ανθρωπολογικές αφηγήσεις. Έχει παρεισφρήσει στη γραφή της η επίγνωση ότι το αντικείμενο της παρατήρησης τροποποιείται μέσω της εμπλοκής του παρατηρητή, ό,τι όργανο κι αν χρησιμοποιεί αυτός. Εξαιρετικές είναι οι σελίδες όπου η Κλαούντια πάει με μια συμφοιτήτριά της ένα ταξίδι στην Καλκούτα και μετά σιδηροδρομικώς στην υπόλοιπη Ινδία, όπου παρατηρούν σε μια ανάστροφη προβολή ότι η αχανής χώρα με το αποικιακό της παρελθόν είναι η απαραίτητη εισαγωγή για την κατανόηση της Αγγλίας όπου ζει τον καιρό εκείνο. Μπρούκλιν, Μπαζιλικάτα, Καλκούτα, Λονδίνο - δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν πιο διαφορετικά μέρη, και όμως η συγγραφέας καταφέρνει να ανακαλύψει κάτω από την επιφάνεια συνάφειες και αντανακλάσεις, δομικές διαφορές και ιμπρεσιονιστικές πινελιές που εισάγουν σε μια δημιουργική σύγχυση.
Πολλά άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου θα μπορούσε να μνημονεύσει κανείς, ορισμένα από αυτά όχι εύκολα αφομοιώσιμα, καθώς η Ντουραστάντι χρησιμοποιεί μια μέθοδο επιμελώς τυχαίων αφηγηματικών αλμάτων, κάτι σαν το πήδημα της ακρίδας, όπου η μια παράγραφος δεν προκύπτει κατ’ ανάγκην ως λογική ακολουθία της προηγούμενης και όπου δεν υπάρχουν συνδετήριες προθέσεις. Αν πάντως η αφηγηματική συνοχή καμιά φορά απουσιάζει, κερδίζει το παιγνίδι η ισορροπία μεταξύ οριακών καταστάσεων [η κωφότητα των γονέων»] και ευρύτερων δομών που καθορίζουν τις μικρές ασήμαντες ζωές μας.
Υπάρχει βεβαίως και το ζήτημα της ξενότητας. Παρά τις μετακινήσεις της, η Κλαούντια δεν νοιώθει και τόσο ως ξένη, έχει επίγνωση των όποιων μικρών προνομίων της, κι όπως ειρωνικά παρατηρεί, «ξένοι και μετανάστες ένοιωθαν άλλες γενιές Ιταλών». Τώρα στα τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα από το σπίτι είσαι ακόμα εγκατεστημένος εντός μιας ευρωπαϊκής χώρας και μάλιστα με δική σου επιλογή. Δεν είσαι δα και κάνας πιονέρος, ούτε «ταξιδευτής του Δυτικού Ειρηνικού». Άρα γιατί αυτός ο πιασάρικος τίτλος, κατ΄ αντιστοιχίαν του Ξένου του Καμί; Υποψιάζομαι πως είναι μάλλον εκδοτική επιλογή. Το λέω γιατί τελικά, μέσω της παράκαμψης του αυτοοικτιρμού της μητρός, μέσω της απόδοσης σημασίας ακόμη και στην κωφότητα, τα όποια χάντικαπ του βίου της κόρης μετατρέπονται σε πλεονεκτήματα, και πρωτίστως σε ένα: την δόμηση μιας ετερόχθονης έστω ταυτότητας.