Χάρτης 94 - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-94/tehnasmata/dio-diighimata-kai-dio-poiimata-toi-kairoy
Άκουγα το
Σκεφτόμουν: «Επιτέλους, τον ξεφορτώθηκα τον Ελιέζερ». Από καιρό το ήθελα, μα όλο το ανέβαλλα. Για τη θέση του είχα επιλέξει τον Εμπενίζερ, γνώριμό μου εξ ακοής από πολύ παλιά. Ήταν, πιθανότατα, επίτιμος γκόμενος της γυναίκας του Ελιέζερ… Εν πάση περιπτώσει, μέσω αυτής έπιασα επαφή μαζί του. Κι όλα τούτα γιατί τις δημοσιεύσεις μου που διαβάζετε στον Χάρτη φρονώ πως πρέπει να τις κοιτάζουν πρώτα μάτια κριτών. Για να μην τις στραβοκοιτάξουν, εκ των υστέρων, μάτια κριτικών… Κριτής είχε διατελέσει για καιρό και ο Ελιέζερ, πάντα σιχαμένος σαν τους Κριτές της Παλαιάς Διαθήκης, αναγκαίος όμως. Όταν, όμως, δεν άντεχα πια να με λοξοκοιτάζει, πήρε πόδι.
*
Ο καινοφανής κριτής ήταν μπροστά μου. Αδυσώπητο το άψυχο βλέμμα του. Σκέφτηκα γρήγορα όσα ήξερα γι’ αυτόν: Επιστήμoνας και διανοούμενος που είχε γίνει γνωστός χάρη σ’ εκείνη την περίφημη πολυετή μελέτη του για τους κοινοβουλευτικούς. Στην οποία απεδείκνυε ότι, σε κάθε θητεία, ο μέσος όρος του IQ όλων των εκάστοτε εν ενεργεία βουλευτών ήταν πάντα πολύ μικρότερος από τον μέσο του IQ όλων όσων είχαν βάλει υποψηφιότητα αλλά έμειναν εκτός νυμφώνος. Μελέτη που είχαν πάντα για σημαία τους οι εκάστοτε κοινοβουλευτικοί, άνδρες και γυναίκες. Ήταν, διατείνονταν, μια ακόμα απόδειξη πως αυτοί/ές δεν ήταν παρά ένα σύνολο από αγαθιάρες και αγαθιάρηδες, άτομα άκακα και ακίνδυνα, ανυστερόβουλα και δίχως πανουργία. Κι ας τους κακολογούσε ο κόσμος όλος… Είχε εκπονήσει και άλλες μελέτες ο κριτής μου. Τελευταία, όμως, το είχε ρίξει σε μακάβριους αφορισμούς, αδιανόητους για διανοούμενο, όπως: «Δε έχει υπάρξει αυτόχειρας που να έχει μετανοήσει για την πράξη του» ή «Τους ζωντανούς, αυτούς να κλαις, δεν μοιράζονται ποτέ τη χαρά των νεκρών που απαλλάσσονται από τα βάσανα του μάταιου τούτου κόσμου». Κλπ, κλπ.
―Καλησπέρα, πώς σου φάνηκαν τελικά; τον ρώτησα διστακτικά.
―Σε καλό δρόμο είσαι παραμυθά μου. Ηθογραφίες σκαρώνεις βέβαια, σε τελική ανάλυση, με στοιχεία παραλόγου. Να προσέχεις πολύ στις στροφές.
Αδιανόητος για διανοούμενος, σκέφτηκα... Στα υπόψιν.
Τριήμερο
1η ημέρα
Mόλις ξύπνησε και σηκώθηκε από το κρεβάτι, το πρώτο πράγμα που πρόσεξε ήταν ο πατέρας: της φάνηκε κοντύτερος. Όχι πολύ, αισθητά όμως. Δεν του είπε κουβέντα. Βγήκε να πάρει το λεωφορείο για τη δουλειά. Ο περιπτεράς δίπλα στη στάση της φάνηκε κοντύτερος κι αυτός. Όπως και στη δουλειά, όλοι οι συνάδελφοι της. Γενικά, όλα τα γνωστά της άτομα της φαίνονταν κοντύτερα. (Μόνο αυτά).
2η ημέρα
Mόλις ξύπνησε και σηκώθηκε από το κρεβάτι, το πρώτο πράγμα που πρόσεξε ήταν ο πατέρας: της φάνηκε κοντύτερος. Όπως και χτες. Όσο και χτες. Το ίδιο της φάνηκε πως συνέβαινε και με τον περιπτερά, καθώς και τους συναδέλφους στη δουλειά. Γενικά, όλα τα γνωστά της άτομα της φαίνονταν κοντύτερα. Ιδέα της; Πραγματικότητα; Δεν τολμούσε να μιλήσει σε κανένα τους σχετικά με το γεγονός. Επιπλέον, σήμερα συνειδητοποιούσε ξαφνικά πως τα κοίταζε κάπως περίεργα.
Ανταριάστηκε κάπως. Προσπάθησε, για να μην εκτίθεται, να τα κοιτάζει πιο φυσιολογικά. Βέβαια, με την άκρη του ματιού της προσπαθούσε, με την παροιμιώδη επιμονή Κορεάτη ιερωμένου, να δει πώς την κοίταζαν εκείνα… Δεν τόλμησε, βέβαια, να κοιταχτεί η ίδια στον καθρέφτη. Ούτε χτες ούτε σήμερα. Ένιωσε να την κυριεύει ένας παράξενος φόβος.
3η ημέρα
Μια από τα ίδια... Άρχιζε να το συνηθίζει. Να το θεωρεί φυσιολογικό. Το σκεφτόταν όμως, συνέχεια. Τόσο πολύ, που βρέθηκε να διασχίζει έναν πεζόδρομο μόνο για άντρες.Την κοίταξαν περίεργα. Δεν το πρόσεξε. Επιστρέφοντας από τη δουλειά, στο περίπτερο, άκουσε μια γνώριμη φωνή πίσω της:
― Μη σε ματιάσω… Στις ομορφιές σου όπως πάντα, αν κι έχεις βάλει με τα χρόνια κάτι κιλά… Γύρισε να δει. Ήταν η παιδική της φίλη, η Έρη, η οποία την κοίταζε κάπως περίεργα.
― Γνωριζόμαστε; ρώτησε φοβισμένα.
https://www.youtube.com/watch?v=xjNiZFxq5JA&list=RDxjNiZFxq5JA&start_radio=1&rv=4jC5V71pvpw
Χαρά, μια προστιθέμενη αξία
Γνωστοί του από καιρό και οι πέντε. Ένας κουρελής γέρος με μια υποψία νανισμού, πάντα στο παγκάκι της μικρής πλατείας, εκατό μέτρα από το σπίτι του. Ένας μεσόκοπος κουλός με ένα ψωριάρικο σκυλί, κάτω από την φρεσκοκλαδεμένη μουριά, τετρακόσια μέτρα πιο κάτω. Και μετά ο γνωστός στη γειτονιά ως Ρορό, ο Ρουμάνος ρομά με την αλλήθωρη κόρη του, 3-4 χρόνων. Πεντακόσια μέτρα από το γραφείο του. Δίπλα στον Ρορό ο κωφάλαλος με την ακρομεγαλία. Και τέλος το νευρικό πρεζόνι, σχεδόν στην είσοδο του γραφείου του. Τους έβλεπε καθημερινά, πλην Σ/Κ. Έδινε ελεημοσύνη και στους πέντε. Από κάτι λίγο στον καθένα, ό,τι μπορούσε. Ρουτίνα. Και η κίνησή του και οι ευχαριστίες τους. Ρουτίνα δίχως χάρη, δίχως χαρά.
―Γιατί πάντα λίγα; ρώτησε θαρρετά μια μέρα το πρεζόνι, μετά το ευχαριστώ.
―Έχω να δίνω σε πέντε κάθε μέρα. Το ίδιο ποσό πάνω-κάτω σε όλους.
―Να δίνετε μονάχα σε έναν κάθε μέρα, αλλά πενταπλάσιο ποσό. Εκ περιτροπής. Να το χαίρεται, να το χαίρεστε και σεις. Έτσι, κάθε πέντε μέρες, θα παίρνουν όλοι πολλά.
Άκουγε το το νευρικό πρεζόνι προσεχτικά, λες και περίμενε από καιρό αυτή την κουβέντα.
Ακολούθησε την υπόδειξή του. Έδινε σε έναν μόνο κάθε μέρα. Όχι όμως εκ περιτροπής. Ήθελε τη χαρά της έκπληξης, ήθελε διπλή τη μικρή ευτυχία. Φρόντιζε πάντως να δίνει σε όλους τέσσερις φορές τον μήνα.
Αχαρακτήριστος
Ήθελε έναν χαρακτήρα
Για να έχει και να δείχνει
Ήταν όμως αδρανής
Άργησε μα τον παράγγειλε.
Αργούσε η παραγγελία
Θύμωνε, ωρυότανε
Και κάποτε, όταν έφτασε,
________δεν την παρέλαβε,
________την επέστρεψε.
Εγώ έχω χαρακτήρα,
με τον χάρακα φτιαγμένο,
τύπος και υπογραμμός,
είπε δυο φορές μέσα του.
https://www.youtube.com/watch?v=H_yATzyi-3g&list=RDH_yATzyi-3g&start_radio=1
Ακάματος ο ποντίφικας
θα φυλάει συνεχώς τις υποβρύχιες οπτικές ίνες
μήνες μονάχος στην υπεράκτια πλατφόρμα
αδιάφορος για τις μικρές αγέλες ποντικών τριγύρω
δε θα κοιτά επ’ ουδενί τις άδειες ποντικοπαγίδες
φορές φορές όμως θα στυλώνει το βλέμμα του
στα ποντοπόρα πλοία ή στον απέραντο άδειο πόντο
δίχως να αναλογίζεται ―λέτε να σκαπουλάρει έτσι τη ζωή;―
πως κάποτε, νεαρός, είχε ποντάρει σε νέες έννοιες ελπιδοφόρες,
―νέες έγνοιες δρεπανηφόρες πλέον γι’ αυτόν…
με το νου του πόντο πόντο στα ποντισμένα καλώδια
θα επινοεί εργασίες, μέχρι να κάνουν ποντίκια τα μπράτσα του
δεν θα είναι ο ίδιος ποτέ Πόντιος, θα είναι όμως
στόχος του η διασύνδεση μέσα στη μοναξιά του
βλέποντας πάντα γέφυρες μέσα στα όνειρά του
(δε θέλει να τον πει ποτέ κανείς ακαμάτη)