Χάρτης 94 - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-94/metafrash/simadi
Από το ένα ως το δέκα, αν πούμε ότι δέκα είναι o τοκετός, αυτό θα είναι τρία.
Τρία; Αλήθεια;
Ναι. Έτσι λένε.
Τι άλλο είναι τρία;
Κοίτα, πέντε λένε πως είναι άμα σου ανατάξουν το σαγόνι.
Άρα δεν είναι τόσο άσχημο.
Όχι.
Και τι είναι δύο;
Να σου πατήσει αυτοκίνητο το πόδι.
Ωχ, δηλαδή χειρότερο απ’ αυτό;
Περνάει γρήγορα όμως.
Εντάξει, ωραία, είμαι έτοιμη. Όχι — μισό λεπτό· να στρώσω τη ζακέτα μου. Εντάξει, έτοιμη.
Ωραία, λοιπόν.
Νάτο το τρία.
Το λέιζερ, που το είχαν περιγράψει ως καθαρό λευκό φως, θύμιζε περισσότερο γροθιά που βροντάει σε πάγκο, και το σώμα της, φλιτζάνι πάνω στον πάγκο, αναπηδούσε σε κάθε χτύπημα. Τελικά το τρία ήταν απλώς ένα νούμερο. Δεν έλεγε τίποτα για τον πόνο — όπως τα λεφτά δεν λένε τίποτα γι’ αυτό που αγοράζουν. Δύο χιλιάδες δολάρια για να αφαιρεθεί ένα αιμαγγείωμα. Ένα σημάδι εκ γενετής που φάνταζε άτσαλο και ατυχές, θαρρείς και η κοκκινίλα που κάλυπτε για τα καλά το ένα της μάγουλο είχε προκύψει από το πολύ ξεφάντωμα. Μιλούσε στο σώμα της σαν να ήταν ζωάκι σε κτηνίατρο, Σσσσς, σώπα τώρα, λυπάμαι, λυπάμαι πολύ που πρέπει να σου το κάνουμε αυτό. Πράγμα μάλλον σύνηθες: ο περισσότερος κόσμος νιώθει πως, όπως τα ζώα ή τα φυτά, έτσι και το σώμα δεν φέρει ευθύνη για τα δικά του εγκλήματα. Όχι πως επρόκειτο για κάποιο έγκλημα. Από την ηλικία των δεκατεσσάρων είχε κάνει υπομονή, περιμένοντας τη στιγμή που οι τιμές των αισθητικών επεμβάσεων θα έπεφταν, σαν τις τιμές των υπολογιστών. Το χίλια εννιακόσια ενενήντα οκτώ ήταν η χρονιά που το λέιζερ προσφέρθηκε σαν άρτος στα πλήθη, φάτε να χορτάσετε, ήρθε η ώρα για τελειότητα. Ω ναι, τελειότητα. Εκείνη μάλλον δεν θα είχε μπει στον κόπο εάν δεν είχε ζήσει τι σημαίνει να είσαι «πολύ όμορφη με εξαίρεση το». Πρόκειται για ειδική κατηγορία πολιτών, που ζουν με συγκεκριμένους κανόνες. Κανείς δεν ξέρει τι να κάνει μαζί τους. Αυτό που θέλουμε κυρίως είναι να τους χαζεύουμε, σαν την οφθαλμαπάτη με το βάζο και τις φιγούρες των δυο προσώπων που φιλιούνται. Τώρα είναι βάζο … τώρα είναι σίγουρα δυο πρόσωπα που φιλιούνται … ω, μα δεν μπορεί, είναι οπωσδήποτε βάζο. Είναι και τα δύο συγχρόνως! Αντέχει ο κόσμος μια τέτοια αντίφαση; Κι αυτό ήταν ακόμη καλύτερο, διότι καθώς η εντύπωση ακροβατούσε μεταξύ ομορφιάς και αποκρουστικότητας, ακροβατούσαμε κι εμείς μαζί. Ήμασταν πιο άσχημοι από ’κείνη, ύστερα ξάφνου τι τύχη που δεν ήμασταν εκείνη, κοίτα όμως που από αυτήν τη γωνία ήταν τόσο αφόρητα όμορφη. Ήταν και τα δύο συγχρόνως, ήμασταν και τα δύο συγχρόνως, και η Γη επέμενε να γυρίζει.
Τώρα είχε έρθει ο καιρός που θα ήταν απλώς πολύ όμορφη — δίχως καμία εξαίρεση. Είναι μια αίσθηση που γνωρίζουν μόνο οι νικητές. Σας έχει τύχει να επιθυμήσατε κάτι σφόδρα και κατόπιν να το αποκτήσατε; Τότε γνωρίζετε πως η νίκη είναι πολλά πράγματα, αλλά σίγουρα όχι αυτό που περιμένατε. Όταν κάποιος φτωχός κερδίζει το λαχείο, δεν γίνεται πλούσιος. Γίνεται ο φτωχός που κέρδισε το λαχείο. Τώρα είχε γίνει κάποια πολύ όμορφη, που της έλειπε κάτι πολύ άσχημο. Το δικό της κέρδος είχε να κάνει με μια απουσία, και τούτη ακριβώς η ποιότητα την ακολουθούσε παντού. Είχε τόσες προοπτικές η φαντασίωση αφαίρεσης του σημαδιού· ο πρώτος τυχόντας στο λεωφορείο μπορούσε να διασκεδάσει μαντεύοντας πόσο τέλεια θα έδειχνε χωρίς αυτό. Τώρα δεν υπήρχε τίποτα να μαντέψεις, υπήρχε μονάχα ένα αναλωμένο συναίσθημα. Και εκείνη το καταλάβαινε αυτό, δεν ήταν ηλίθια. Τους πρώτους μήνες μετά την επέμβαση, τα κομπλιμέντα έδιναν και έπαιρναν, μα συνοδεύονταν κάθε φορά από μια αίσθηση αμηχανίας.
Τώρα μπορείς να τραβάς πίσω τα μαλλιά σου και να δείχνεις το πρόσωπό σου περισσότερο.
Ναι, θα το δοκιμάσω.
Κάτσε, για πες το πάλι αυτό.
«Θα το δοκιμάσω». Τι;
Πού πήγε η προφορά σου;
Ποια προφορά;
Ξέρεις, εκείνη η νορβηγική χροιά.
Νορβηγική;
Από τη Νορβηγία δεν είναι η μαμά σου;
Από το Ντένβερ είναι.
Μα εσύ πάντα μιλούσες κάπως… ιδιαίτερα.
Όντως;
Μπα, όχι πια, τώρα σου ’φυγε.
Και τη βάραινε ένα αίσθημα απώλειας. Κι ας ήξερε ότι ποτέ της δεν είχε ιδιαίτερη προφορά. Ήταν το σημάδι, που με το ειδικό του βάρος είχε χρωματίσει μέχρι και τη φωνή της. Όχι, δεν της έλειπε το σημάδι, της έλειπε όμως η νορβηγική της κληρονομιά — σαν να μαθαίνεις πως έχεις συγγενείς που δεν ήξερες, και ν’ ανακαλύπτεις ότι μόλις πέθαναν.
[Απόσπασμα από το διήγημα «Birthmark»]