Χάρτης 94 - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-94/metafrash/apo-tin-akri-toi-drepanioy
Ο André du Bouchet (1924-2001) ήταν Γάλλος ποιητής, κριτικός και μεταφραστής. Υπήρξε συνιδρυτής του περιοδικού L'Éphémère, το οποίο λειτούργησε σαν πεδίο διαλόγου ανάμεσα σε σημαντικούς ποιητές και εικαστικούς, όπως οι Ιβ Μπονφουά, Πάουλ Τσέλαν, Φιλίπ Ζακοτέ, και Αλμπέρτο Τζιακομέτι. Ως μεταφραστής αναμετρήθηκε με έργα σπουδαίων δημιουργών: Σαίξπηρ, Χέλντερλιν, Τσέλαν, Μαντελστάμ, Φόκνερ και Τζόις, μεταξύ άλλων.
Γεννημένος το 1924 στο Παρίσι, από μητέρα με εβραϊκές ρίζες, θα βιώσει έναν βίαιο εκπατρισμό εξαιτίας των αντισημιτικών νόμων της κυβέρνησης του Βισί. Θα περάσει τα χρόνια της εφηβείας του στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε γόνιμη και καθοριστική επαφή με την αγγλική γλώσσα και τα κείμενά της. Με την ολοκλήρωση των σπουδών του, θα επιστρέψει το 1948 στη Γαλλία, σε μια πατρίδα και σε μια γλώσσα, άγνωστες πια για εκείνον. Το γεγονός αυτό θα επιδράσει, όπως είναι φυσικό, και στους εκφραστικούς τρόπους του ποιητή. Μέσα στα επόμενα χρόνια, θα συνδεθεί φιλικά με σημαντικούς δημιουργούς, όπως ο Πιερ Ρεβερντί, και το 1951 θα εκδώσει την πρώτη ποιητική συλλογή του, με τον τίτλο Air. Το έργο του, εκτός από ποίηση, περιλαμβάνει ανθολογημένες σημειώσεις, που αντλήθηκαν από αυθόρμητες καταγραφές εντυπώσεων και σκέψεων κατά τη διάρκεια περιπάτων στη φύση.
Ο ποιητικός λόγος του ντι Μπουσέ είναι λιτός, θραυσματικός και, ομολογουμένως, ερμητικός.
Απομακρυσμένος από τον λυρισμό, απογυμνωμένος από καθετί περιττό, τείνει στο ελάχιστο, αξιοποιώντας τη σιωπή και συνομιλώντας με τη λευκή έκταση της σελίδας. «Γράφω όσο πιο μακριά γίνεται από μένα», θα πει σε ένα από τα πρώτα του ποιήματα και, πράγματι, σε όλο το έργο του θα μείνει πιστός σ’ έναν ποιητικό κόσμο πλασμένο από φως και βουνά, άνεμο, πέτρα, νερό και φωτιά.
I
Η ξηρασία που αποκαλύπτει το φως.
Απ’ άκρη σ’ άκρη, ενώ προχωράει η καταιγίδα απ’ άκρη σ’ άκρη.
Σ’ έναν δρόμο στεγνό παρά τη βροχή.
Χύνεται η απέραντη γη, και τίποτα δεν χάνεται.
Για μια ρωγμή τ’ ουρανού, η αντοχή του χώματος.
Ξυπνώ τον δεσμό των μονοπατιών.
II
Το βουνό,
η γη που το φως καταπίνει, χωρίς
ο τοίχος να κινηθεί.
Το βουνό
σαν ένα ρήγμα στην ανάσα
το σώμα του παγετώνα.
Τα σύννεφα πετούν χαμηλά, στο ύψος του δρόμου,
φωτίζοντας το χαρτί.
Δεν μιλώ μπροστά σ’ αυτό τον ουρανό,
τη ρωγμή,
σαν ένα σπίτι παραδομένο στον άνεμο.
Είδα το φως να κλονίζεται χωρίς ο τοίχος να κινηθεί.
III
Το φως γδέρνει τους αστραγάλους.
Αγρυπνώντας, τα παντζούρια κλειστά, στο λευκό του δωματίου.
Η λευκότητα των πραγμάτων αργεί να φανερωθεί.
Προχωρώ ευθεία στο θυελλώδες φως.
Το ποίημα ανοίγει τη συλλογή Dans la chaleur vacante (1961). Η μετάφραση έγινε από την έκδοση Dans la chaleur vacante suivi d' Ou le soleil, Gallimard, Παρίσι 1991.