Χάρτης 94 - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-94/zwologikos-khpos/kati-zontano
«Το πιάσαμε σήμερα το πρωί!» λέει η κυρία Ντίνα. Τα λεπτά χείλη της εξαφανίζονται όταν χαμογελάει και απομένουν τα δόντια της. Έχει μεταφέρει ένα μικρό, τρυπημένο κουτί από την κουζίνα. Οργισμένα φτεροκοπήματα κόντρα στους χαρτένιους τοίχους. Κάτι ζωντανό είναι εκεί μέσα.
«Ο Νίκος έφτιαξε μια βέργα και έβαλε πάνω κόλλα. Σε ένα μπολάκι έβαλε τροφή. Εγώ νομίζω ότι είναι σπουργίτι. Ο Νίκος ορκίζεται ότι είναι καρδερίνα. Αυτά κελαηδούν πολύ αν τα βάλεις σε κλουβί»
Ακουμπάει προσεκτικά το κουτί πάνω στο μαρμάρινο τραπέζι του σαλονιού. Η καρδερίνα ή το σπουργίτι πολεμάει ξανά.
«Το θέλετε; Εμείς έχουμε πιάσει πολλά και δεν έχουμε χώρο στο μεγάλο κλουβί για άλλο ένα»
«Αυτά δε ζουν ελεύθερα, βρε Ντίνα μου; Μαραζώνουν μέσα στο κλουβί και πεθαίνουν» λέει η μαμά και πίνει μια γουλιά καφέ.
«Αν το καλοσκεφτείς, τα σώζεις. Τους δίνεις απεριόριστο νερό και τροφή για όλη τους τη ζωή και είναι ασφαλή από τα γεράκια», λέει ο κύριος Νίκος που γύρισε με το μπαμπά από την καταπράσινη πίσω αυλή με μια πιατέλα ψητών. Ο σκύλος τους έμεινε έξω και γρατζουνάει το τζάμι αλυχτώντας στοχοπροσηλωμένος στο δίσκο με το φαγητό.
«Άσε που τα δικά μας έχουν παρέα το ένα το άλλο. Αν έχουν παρέα, δεν πεθαίνουν από τη θλίψη»
«Μαμά ! Αφού δεν μας παίρνεις σκύλο, ας έχουμε ένα πουλάκι. Θα το προσέχουμε εμείς και θα του βάζουμε φαγητό και νερό κάθε μέρα. Αλήθεια!» λέει η αδερφή μου, που η προοπτική ενός νέου κατοικίδιου της έκλεψε την προσοχή από τη συναρμολόγηση του κουκλόσπιτου.
Το υπόλοιπο απόγευμα, εγώ και η αδερφή μου λιβανίζουμε τη μαμά και το μπαμπά να κρατήσουμε το κουτί. Όταν, πλέον, έχουμε φάει γλυκό και είναι η ώρα να φύγουμε, ακούμε το πολυπόθητό τους «ναι». Πηδάμε πάνω κάτω από τη χαρά μας. Επιτέλους κάτι ζωντανό στο μικρό διαμέρισμά μας, πέρα από το βαρετό χρυσόψαρο που το μόνο που κάνουμε, είναι να ταΐζουμε, αλλά και αυτό με προσοχή για να μη σκάσει ― σύμφωνα με τη μαμά.
Πριν μπούμε στο αμάξι, ο μπαμπάς μου δίνει το κουτί και μου λέει να το κρατήσω με προσοχή γιατί το πουλάκι θα τρομάξει, αν το κουνάω πολύ. Στα πίσω καθίσματα η αδερφή μου και εγώ ανταλλάσσουμε το κουτί, παλεύοντας εναλλάξ για μια ματιά μέσα από τις τρύπες. Κάποτε το βλέπω. Στέκεται ακίνητο σε μια γωνία του κουτιού. Καφέ με μαύρες πιτσιλιές στο μικρό του κεφάλι και δύο μαυριδερές μπαλίτσες για μάτια. Ο λαιμός του κουνιέται σπασμωδικά προς όλες τις γωνίες του κουτιού. Το αμάξι ξεκινά. Ο μπαμπάς και η μαμά χαιρετάνε από το παράθυρο. Μετά από λίγο, επικρατεί σιωπή που σπάει, ανά διαστήματα, από τα τινάγματα του πουλιού.
«Θα φοβάται το καημένο πολύ», λέει η μαμά. Κοιτάει το μπαμπά που μας κοιτάει από τον μικρό καθρέφτη.
«Εσείς θα θέλατε να είστε σε ένα μικρό κουτί κλεισμένοι;», μας ρωτάει.
«Εμείς είμαστε άνθρωποι. Ποιος θα μας κλείσει σε κουτί;» απαντά η αδερφή μου.
«...και σε λίγο θα το βγάλουμε και θα είναι ξανά χαρούμενο» λέω εγώ με παράπονο.
«Αφού κιόλας, μαμά, είπες ναι. Δεν μας παίρνεις σκύλο όπως η κυρία Ντίνα στον Αντώνη και στο Δήμο. Ας έχουμε τουλάχιστον το πουλάκι», συμπληρώνει η αδερφή μου μακρόσυρτα.
«Αν το αφήσουμε ελεύθερο, υπόσχομαι ότι θα το συζητήσουμε με το μπαμπά σοβαρά για σκύλο» λέει η μαμά και τα μάτια της λάμπουν.
Αντικρύζω την αδερφή μου διαφορετικά υπό την προοπτική αυτής της πρωτάκουστης συμφωνίας. Αυτή με κοιτάει χαμογελαστά. Νεύουμε.
«Εντάξει...», λέμε απρόθυμα με μια φωνή.
Την επόμενη στιγμή, το αμάξι σταματάει στην άκρη του άδειου δρόμου, δίπλα σε ένα πράσινο χωράφι με μαργαρίτες. Ο ουρανός είναι ροζ. Βγαίνουμε όλοι από το αμάξι. Το ελαφρύ αεράκι μυρίζει άνθη νεραντζιάς.
«Κράτησέ το μαζί με την αδερφή σου όσο το ανοίγω», λέει η μαμά.
Ξεκολλάει τα κομμάτια της μπεζ ταινίας και ανοίγει το κουτί. Στα χέρια μου νιώθω μια δυνατή ώθηση σαν το πουλί να σπρώχνει με τα λεπτά του πόδια πριν απογειωθεί. Μετά τα φτερουγίσματα είναι ελεύθερα, κόντρα, πλέον, μονάχα στον άνεμο. Προλαβαίνουμε να δούμε μια στιγμιαία μαύρη λάμψη που γίνεται ένα με τον ροζ ουρανό. Μένουμε για λίγο σιωπηλοί και ενωμένοι. Μετά, μπαίνουμε στο αμάξι και φεύγουμε προς τη Χαλκίδα.
Σκύλο δεν πήραμε ποτέ.

Βρίσκομαι ξαπλωμένος στον καναπέ, το βλέμμα μου πηγαινοέρχεται ανάμεσα στο τσιμεντένιο ταβάνι και τους τοίχους του διαμερίσματός μου.
Γιατί τα θυμάμαι τώρα αυτά;
Κλεισμένος μέσα στο διαμέρισμα, υπολογίζω πια τις ώρες από το φως πάνω στο σπασμένο πλακάκι, κοντά στο μπάνιο. Κάποια στιγμή, το παίρνω απόφαση και σηκώνομαι. Κατευθύνομαι προς το παράθυρο. Κοιτάω έξω από το θαμπό τζάμι. Ο ουρανός είναι ροζ. Ύστερα από καιρό, ανοίγω το παράθυρο και τεντώνομαι προς τα έξω. Εισπνέω φρέσκο αέρα. Τα πνευμόνια μου ζωντανεύουν. Σαν κάτι να φτερουγίζει μέσα μου, βάζω τα παπούτσια μου, στρέφομαι προς τη βιβλιοθήκη και αρπάζω τα κλειδιά της πόρτας.