Χάρτης 94 - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-94/zwologikos-khpos/i-ghata-toi-odissea
Από μικρό ήταν παράξενο αυτό το γατί. Του άρεσε πολύ το νερό. Πού το έχανες πού το έβρισκες, στη θάλασσα να τσαλαβουτάει και να παίζει κυνηγητό με τα κύματα. Είχε όμως και μία δεύτερη ιδιοτροπία. Δεν του άρεσαν καθόλου τα ψάρια. Αν, ας πούμε, εκεί που έπαιζε με τα κύματα, τού έπεφτε μπροστά του κανένα αφρόψαρο, από συνήθεια και μόνο ―λειτουργούσε βλέπεις το ένστικτο― το τσάκωνε με μια νυχιά, το πετούσε έξω στα βοτσαλάκια κι ούτε καταδεχόταν να του ρίξει μία δεύτερη ματιά. Το άφηνε εκεί να σπαρταράει και απομακρυνόταν κουνώντας αδιάφορα και φιλάρεσκα τη φουντωτή ουρά του.
Η Πίτσα το αγαπούσε σφόδρα. Το είχε βρει από μωρό, τότε που το παράτησε μία γάτα στην αυλή της, περνώντας από κει με τα υπόλοιπα γατιά της. Αυτό ξέμεινε πίσω, καθότι ήταν κουφό. Κουφό και κάτασπρο. Εκείνο πάλι αδιαφορούσε πλήρως για την Πίτσα. Όσο και να το φρόντισε, όσο και να το κανάκεψε, το τάισε, το περιποιήθηκε, δεν ένιωσε ποτέ ούτε ένα ίχνος ευγνωμοσύνης για αυτήν. Αντίθετα είχε έναν μεγάλο έρωτα για τον Οδυσσέα. Το σύζυγο της Πίτσας. Όσες κλοτσιές και να είχε φάει από τις σκληρές μπότες του, εννοούσε να συνεχίζει να τον κοιτάει με μάτια λιγωμένα και λάγνα, και να τρίβετε στα πόδια του κινδυνεύοντας να δεχτεί μία επόμενη κλωτσιά. Και τώρα, να λιώνει από καημό μεγάλο αφού ο Οδυσσέας έλειπε για χρόνια στο εξωτερικό. Συχνά πυκνά τριγυρνούσε στο λιμάνι του νησιού γυρεύοντάς τον, περιμένοντας απελπισμένα την επιστροφή του. Άφηνε κάποιους ―ήταν λίγοι αυτοί― να του χαϊδέψουν την όμορφη γούνα και τριβόταν από μόνο του πάνω στα χέρια τους, ενώ ονειρευόταν ότι ήταν τα χέρια του Οδυσσέα. Η κλοτσιές που έτρωγε συνήθως εκεί, ήταν πολύ περισσότερες από τα χάδια, αφού μπλεκόταν στα πόδια τους την ώρα που φόρτωναν, βιάζονταν, έτρεχαν, και το τελευταίο πράγμα που ήθελαν ήταν ένα βρομόγατο να τους γίνεται φόρτωμα. Εκείνο πάλι τις δεχόταν πολλές φορές ακόμα και με ευχαρίστηση, αφού η νοσταλγία για τις κλοτσιές του αγαπημένου της Οδυσσέα είχε γίνει οδυνηρή.
Όσο περνούσε ο καιρός και ο Οδυσσέας δεν φαινόταν, το γατί έλιωνε από θλίψη, η Πίτσα που το έβλεπε έτσι καταβεβλημένο έλιωνε κι αυτή, από την ανημποριά της να το βοηθήσει, και από την απόρριψη που δεχόταν η δίχως όρια αγάπη της.
Ένα ωραίο καλοκαιρινό πρωινό ο Οδυσσέας εμφανίστηκε. Ρακένδυτος καταπονημένος με την παλιά του αίγλη και ομορφιά να λείπουν παντελώς. Φαινόταν να έχει περάσει από σαράντα χιλιάδες κύματα και να τον έχουν βρει όλες οι καταιγίδες του κόσμου. Τα μάτια του, βαθουλωμένα και θολά μαρτυρούσαν μεγάλες ταλαιπωρίες. Το μόνο λαμπερό πάνω του, ήταν ένα πανέμορφο τζίντζερ γατί, γαντζωμένο στον ώμο του σαν παπαγάλος.
Την επιστροφή του δεν την γνώριζαν. Γι’ αυτό και δεν τον περίμενε κανένας στο λιμάνι. Έσπρωξε την χαμηλή ξύλινη πόρτα της αυλής ο Οδυσσέας και μπήκε. Η Πίτσα την ώρα εκείνη, άπλωνε κάτι εσώρουχα στο σκοινί του κήπου. Το γατί, που ήταν τώρα πια μία γάτα αρκετά γερασμένη και αργοκίνητη, από τα χρόνια και την κατάθλιψη, και που η Πίτσα την φώναζε Αργά, λόγω της αργοσύνης της, αλλά και Άργα, ―τονίζονταν από μόνο του το α, όταν την φώναζε παρατεταμένα καθώς την έψαχνε για να της δώσει να φάει αφού εξαφανιζόταν πολλές φορές ολόκληρο εικοσιτετράωρο χωρίς να δίνει σημεία ζωής―, κοιμόταν στο πλεκτό χαλάκι της εισόδου του σπιτιού, όπου ο ήλιος χτυπούσε ανελέητα και που τόσο πολύ της άρεσε αυτό.
Στην κραυγή έκπληξης της Πίτσας, που της έπεσαν τα εσώρουχα που άπλωνε, άνοιξε το στόμα της διάπλατα, έβαλε το ένα χέρι στη μέση και το άλλο στα μαλλιά μένοντας σαστισμένη και ακίνητη, η Άργα ξύπνησε, και άνοιξε το ένα της μάτι βαρύθυμα. Στη θέα του αγαπημένου της Οδυσσέα, και μετά το πρώτο σάστισμα, πετάχτηκε σαν ελατήριο διώχνοντας τουλάχιστον 5-6 χρόνια από πάνω της, πηδώντας γρήγορα και ανάλαφρα το ένα και μοναδικό σκαλοπάτι του σπιτιού που μέχρι χθες το κατέβαινε αργά και με προσοχή, και πριν με το τελευταίο λάκτισμα βρεθεί πάνω του, είδε, ―ο ήλιος την είχε εμποδίσει λίγο πριν-το γατί παπαγάλο στον ώμο του. Ήταν τώρα η σειρά της να μείνει με το στόμα ορθάνοιχτο. Ο Οδυσσέας ακίνητος κοιτούσε και τις δύο, σκάζοντας τώρα ένα χαμόγελο που έκανε το κουρασμένο του πρόσωπο αλλά και ολόκληρη τη θωριά του να ελαφρύνει και να γλυκάνει. Το τζίντζερ γατί - παπαγάλος, πήδηξε στο έδαφος απαλά και πλησίασε την Άργα. Σταμάτησε δυο τρία βήματα πριν φτάσει κοντά της, τεντώθηκε για να χαλαρώσει τους μυς του από την ένταση και το στρες του ταξιδιού, κοιτάζοντας την παιχνιδιάρικα, δηλώνοντας πως είναι έτοιμο για φιλίες και παιχνίδι. Η Άργα που είχε μείνει ακόμα με την παγωμένη έκφραση της έκπληξης, μάζεψε το τρεμάμενο σαγόνι της, και το τελευταίο κουράγιο της κάνοντας μεταβολή για να φύγει, με την ψυχή της τρικυμισμένη από οργή και απογοήτευση. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή άκουσε τον Οδυσσέα, ο οποίος αγκάλιαζε και φιλούσε την Πίτσα και αυτή εκείνον, να την φωνάζει, και γυρνώντας προς το μέρος του, τον είδε να παραμερίζει την Πίτσα και να χαμηλώνει προς το μέρος της, ανοίγοντας τα χέρια του. Αμφιταλαντεύτηκε για δευτερόλεπτα, και έπειτα όρμησε μπρος και με ένα πήδημα βρέθηκε στην αγκαλιά του. Ανείπωτες στιγμές ευτυχίας ζούσε τώρα η Αργα, μονοπωλώντας τα χάδια του και τα φιλιά του, αφού όταν το μικρό γατί-παπαγάλος διεκδίκησε κάποια από αυτά, σκαρφαλώνοντας στο παντελόνι του, εκείνος το έσπρωξε απαλά από πάνω του, και όταν εκείνο το επανέλαβε μην κατανοώντας την ιερή τους στιγμή, ο Οδυσσέας το κλότσησε απαλά, και έπειτα πιο δυνατά, κάνοντας το να βρεθεί στο χαλάκι της Άγρας. Ρουθούνιζε και μύριζε το λαιμό του Οδυσσέα η Αργα, κοιτάζοντας με μισόκλειστά μάτια και θολά από ευτυχία, την Πίτσα να περιμένει τη σειρά της να ξαναπέσει στην αγκαλιά του, και το νεοφερμένο γατί-παπαγάλο πάνω στο χαλάκι της εισόδου να κοιτάζει τον Οδυσσέα όλο απορία.