Χάρτης 94 - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-94/dokimio/einai-kai-alitheia-karlo-mikelsteter-1887-1910
Γιατί τον Μίκελστετερ, σήμερα;
Διαθέτοντας από πολύ μικρή ηλικία ένα εντυπωσιακό κράμα σπάνιων χαρακτηριστικών – μια άνω του μέσου όρου ευφυία· ένα πνεύμα διεισδυτικό και παθιασμένο, ικανό για γρήγορη απόκτηση μεγάλου όγκου πληροφοριών αλλά και για πραγματική μάθηση, πέρα από τις απλές τεχνικές γνώσεις· με πλήθος ανησυχιών υπαρξιακού και φιλοσοφικού χαρακτήρα ήδη από πολύ μικρή ηλικία – ο Κάρλο Μίκελστετερ υπήρξε οπωσδήποτε ένα παιδί θαύμα, μια σπάνια ιδιοφυία και, κατά πολλούς, ένας από τους μεγαλύτερους δυτικούς φιλοσόφους της σύγχρονης εποχής.
Γιατί ν’ ασχοληθούμε με τον Μίκελστετερ σήμερα; Διότι σήμερα, περισσότερο από ποτέ, το ανθρώπινο ζώο βρίσκεται, αν όχι στο ίδιο σημείο από το οποίο είχε ξεκινήσει και ο μακρινός του πρόγονος Νεάντερνταλ (ή ο Πιθηκάνθρωπος), σίγουρα διέρχεται μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις – ηθικού, υπαρξιακού, φιλοσοφικού κ.λπ. χαρακτήρα – στην ιστορία του. Το βασικό «αναλυτικό εργαλείο» που πρότεινε ο Μίκελστετερ (παρότι ο όρος ακούγεται μάλλον άσχημος, ειδικά στην περίπτωσή του), το δίπολο Πειθώ-Ρητορική, μπορεί να απαντήσει σε όλες ανεξαιρέτως τις διαστάσεις της κρίσης αυτής. Σήμερα ο άνθρωπος φαίνεται να έχει παραδοθεί ολοκληρωτικά στον ‘σατανικό’ μηχανισμό της ρητορικής. Όπου ρητορική κατά Μίκελστετερ σημαίνει καθετί το ψεύτικο και το υποκριτικό στον άνθρωπο˙ σημαίνει τη μίμηση ξένων, επίπλαστων ή φανταστικών συμπεριφορών, ιδεών και προτύπων˙ σημαίνει την εμμονική λατρεία του ιδεατού, του εικονικού, του ανύπαρκτου – ας το πούμε γενικά: κάθε παραγώγου της ανθρώπινης σκέψης – εις βάρος της υγιούς, λογικής, εχέφρονος σκέψης, ομιλίας και δράσης. Σημαίνει τελικά αυτήν τη συστηματική, απαρέγκλιτη τάση του ανθρώπου να απομακρύνεται από την πραγματικότητα και την αλήθεια. Μια οπωσδήποτε παράλογη, άρρωστη και επικίνδυνη τάση, η οποία όμως εξηγείται στη βάση τής με κάθε τρόπο αναζήτησης της ‘ασφάλειας’, αλλά και του βασικού χαρακτηριστικού τής ανθρώπινης σκέψης που είναι η διαρκής της προσπάθεια να προστατεύσει και να διατηρήσει πάση θυσία τον ίδιο τον πυρήνα της, το Εγώ, τον εαυτό.
Γιατί τον Μίκελστετερ και στα ζητήματα της γλώσσας και της λογοτεχνίας; Διότι η ανθρώπινη σκέψη συντίθεται από και εκφράζεται (ανακυκλώνεται και διαιωνίζεται) πρωτίστως μέσω της γλώσσας. Και, όπως η ρητορική έχει καταλάβει σήμερα καθ’ ολοκληρίαν κάθε τομέα της ανθρώπινης ύπαρξης, έτσι έχει καταλάβει και τον πυρήνα της ίδιας της ανθρώπινης σκέψης: τη γλώσσα. Η γλώσσα έχει γίνει ψεύτικη –φορέας όχι της αλήθειας αλλά της μόνιμης παραχάραξής της –, έχει γίνει αφηρημένη, υπερβολικά θεωρητική, έχει αποκοπεί τελείως από την πραγματικότητα και ο προσανατολισμός της δεν είναι πλέον η επίλυση των πρακτικών, αληθινών προβλημάτων του ανθρώπου, αλλά ο ατέρμονος μηρυκασμός λέξεων χωρίς αντίκρισμα, καλλωπισμάτων ὄρφνης, ρητορικών σχημάτων, μεγαλόσχημων λεκτικών κατασκευών που δεν παραπέμπουν πουθενά και δεν ωφελούν σε τίποτε· κι έτσι, στη σημερινή μάλλον εφιαλτική εποχή, γεννάται ο λαϊκισμός, ο εθνικισμός και πλείστοι άλλοι -ισμοί στο επίπεδο της πολιτικής· τα εκατομμύρια διαφορετικά ακαδημαϊκά ιδιώματα (jargons) που έχουν κυριολεκτικά παραλύσει κάθε δημιουργική έρευνα και αληθινή γνώση στο επίπεδο της επιστήμης, της φιλοσοφίας, ακόμη και της τέχνης· οι άπειρες θρησκείες και θρησκευτικές σέχτες, καθεμιά επίσης με το δικό της – θρησκευτικό αυτήν τη φορά – γλωσσικό ιδίωμα· και ούτω καθεξής, ad infinitum, σε κάθε τομέα της ανθρώπινης ζωής και κοινωνίας.
Τα αποτελέσματα είναι περισσότερο από ορατά: ατελείωτος κατακερματισμός, διάσπαση και άρα σύγκρουση, πόλεμος, καταστροφή της φύσης, βία και επιθετικότητα σε κάθε έκφανση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Μπορούμε σήμερα να ισχυριστούμε βάσιμα ότι το θεμελιώδες ψέμα που κυβερνά τη συμπεριφορά του ανθρώπου, το οποίο υπαγορεύεται από τον εαυτό και στο οποίο υποτροπιάζει διαρκώς ο εαυτός (το Εγώ), αντιστοιχεί με εντυπωσιακή ακρίβεια στον όρο της ρητορικής τού Κάρλο Μίκελστετερ.
Μπορούμε ωστόσο να συνεχίσουμε να παράγουμε μια ‘υγιή’ λογοτεχνία έχοντας ως εργαλείο μας μια προβληματική και ‘άρρωστη’ γλώσσα; Θα μπορούσαμε βεβαίως να αντλήσουμε πολυάριθμα παραδείγματα από τη σύγχρονη παγκόσμια (εννοείται και ελληνική) λογοτεχνική ‘παραγωγή’, στα οποία εντοπίζονται χαρακτηριστικά όπως η αοριστολογία, ο βερμπαλισμός, η κενολογία, η θυσία του ‘περιεχομένου’ στον βωμό ενός νεκρού και άνευ ουσίας φορμαλισμού, η ατέρμονη φλυαρία, ο εντυπωσιασμός, η άγρα χρημάτων και δόξας μέσω της λογοτεχνίας, η αυτοπροβολή δια της λογοτεχνίας – η λίστα είναι ατελείωτη – τα οποία περιγράφονται θαυμάσια απ’ αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε η κατά Μίκελστετερ ρητορική της λογοτεχνίας. Όμως η συζήτηση αυτή θα τραβούσε σε μάκρος. Άλλωστε, δεοντολογικά, αποτελεί το αμέσως επόμενο βήμα: πριν προχωρήσουμε σε μια τέτοιου είδους ανάλυση, θα πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τον άνθρωπο Μίκελστετερ και τη φιλοσοφία του (στη συγκεκριμένη περίπτωση, καλύτερα: το όραμά του). Και τότε, ίσως κάθε περαιτέρω εξήγηση γύρω από το τι θα μπορούσε να σημαίνει ο όρος ρητορική στη λογοτεχνία θα ήταν ήδη περιττή.
Παγιδευμένοι στη ροή του χρόνου
Ο Μίκελστετερ υπήρξε μία από τις πιο σπάνιες ιδιοφυΐες στην ανθρώπινη ιστορία, ένας από τους λίγους στοχαστές που επιχείρησαν να φτάσουν στον ίδιο τον πυρήνα του ανθρώπινου πόνου˙ να εντοπίσουν την πραγματική αιτιολογία του και να τον θεραπεύσουν άπαξ δια παντός. Γεννημένος στην Γκορίτζα – στα σημερινά Ιταλο-Σλοβενικά σύνορα – γόνος της ευκατάστατης εβραϊκής οικογένειας του Αλμπέρτο Μίκελστετερ, διευθυντή μιας ασφαλιστικής εταιρίας και βιβλιοφάγου και της Έμα Λουτζάτο, κόρης μιας εξίσου επιφανούς εβραϊκής οικογένειας, ο Κάρλο υπήρξε θύμα του γνωστού αισθήματος δυσφορίας που χαρακτήρισε το fin de siècle και έπληξε με χαρακτηριστική ένταση ειδικά την τότε καταρρέουσα Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία.1 Στο θεμελιώδες ερώτημα «γιατί υποφέρουν οι άνθρωποι», ο Μίκελστετερ έδωσε μία απάντηση πολύ παρόμοια με εκείνη που μας έχουν κληροδοτήσει οι καλύτερες φιλοσοφικές και θρησκευτικές παραδόσεις της Ανατολής, της Δύσης και της γενέτειράς του Ιταλίας:
Όμως ο άνθρωπος επιθυμεί από τα πράγματα, σ’ έναν μελλοντικό χρόνο, ό,τι του λείπει εσωτερικά: την κατοχή τού εαυτού του·2 και, εφόσον μονίμως επιθυμεί κάτι, εκ των πραγμάτων απασχολείται μονίμως με το μέλλον και επομένως δραπετεύει από τον εαυτό του ανά πάσα στιγμή στο παρόν. Και έτσι αποκτά μια συνέχεια στον χρόνο, εφόσον έχει μετατραπεί σε κάτι το διαφορετικό από τον εαυτό του και εφόσον κινείται μονίμως κατά έναν διαφορετικό τρόπο από τα πράγματα γύρω του. Αυτό που θέλει, στην πραγματικότητα βρίσκεται ήδη μέσα του, αλλά αυτός, με το να επιθυμεί διαρκώς τη ζωή, στην πραγματικότητα απομακρύνεται από τον εαυτό του: δεν ξέρει τι είναι αυτό που θέλει. [...] διότι όσο εκείνη η σκοτεινή, απαραμείωτη πείνα για ζωή ζει μέσα του, αυτός δεν κατέχει3 τον εαυτό του.4
Στην πραγματικότητα, το να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει να υπόκειται ακριβώς σ’ εκείνη τη σκοτεινή, απαραμείωτη πείνα για ζωή. Άνθρωπος είναι το ζώο εκείνο που δεν σταματά ποτέ να επιθυμεί. Την ίδια κιόλας στιγμή που θα σταματούσε να επιθυμεί, η ζωή του θα έφτανε αυτομάτως στο τέλος της. Κι εδώ ακριβώς έγκειται η θεμελιώδης αντίφαση της ανθρώπινης ζωής σύμφωνα με τον Μίκελστετερ. Η ζωή είναι de facto μία κίνηση στον χρόνο, μια αιώνια αίσθηση ανικανοποίητου η οποία πρέπει οπωσδήποτε να ικανοποιηθεί με κάθε τίμημα, η οποία όμως, παραδόξως, δεν είναι δυνατόν ποτέ να ικανοποιηθεί: «Επειδή ακριβώς δεν υπάρχει ούτε μία στιγμή στην οποία η βούληση να μπορεί να ικανοποιηθεί, το κάθε πράγμα καταστρέφει τον εαυτό του με το να γεννιέται και να πεθαίνει: π ά ν τ α ῥ ε ῖ, με αποτέλεσμα να μετασχηματίζει τον εαυτό του αδιάκοπα μέσα από ποικίλες μορφές επιθυμίας».5
Τα ανθρώπινα όντα είναι καταδικασμένα να προσπαθούν εναγωνίως να κατέχουν τον εαυτό τους, χωρίς ποτέ να είναι σε θέση να το επιτύχουν· εάν ήταν ικανά να το επιτύχουν έστω και για μία στιγμή, η ζωή τους θα έπρεπε εκ των πραγμάτων να σταματήσει αμέσως. Ο Σοπενχάουερ είχε ήδη δείξει ότι όλο κι όλο το περιεχόμενο της ζωής είναι στην ουσία η βούληση και ότι η εν λόγω βούληση είναι εξ ορισμού ακόρεστη: «Για τον Σοπενχάουερ, όπως και για τον Λεοπάρντι, η βούληση συνιστά την ουσία τής ζωής. Η βούληση παρουσιάζεται ως μία μόνιμη ένταση, ως η αναζήτηση αυτού που ο άνθρωπος αισθάνεται ότι του λείπει.»6 Εφόσον όμως η ίδια η conditio sine qua non της ζωής είναι εκείνη η συνεχής έλλειψη των πάντων, συνάγεται εκ των πραγμάτων ότι η τραγωδία των ανθρώπινων όντων είναι ακριβώς η παγίδευσή τους στη ροή του χρόνου: «Προκειμένου να κατέχει τον εαυτό του, να επιτύχει το πραγματικό είναι, ρέει μέσα στον χρόνο: και ο χρόνος αυτός είναι άπειρος, διότι εάν η βούληση για ζωή μπορούσε έστω και για μια στιγμή να καταφέρει να κατέχει τον εαυτό της, να είναι, τότε θα είχε παύσει να είναι βούληση για ζωή (ἄπειρον οὗ ἀεί τι ἒξω, ‘ένα άπειρον πέρα από το οποίο πάντα υπάρχει και κάτι ακόμη’)».7
Το 1897 ο Κάρλο εγγράφηκε στο Staatsgymnasium της Γκορίτζα. Εκεί συνάντησε τους Νίνο Πατέρνολι και Ενρίκο Μρέουλε. Οι τρεις τους επρόκειτο να γίνουν αχώριστοι φίλοι. Ο Μρέουλε εισήγαγε τον Κάρλο στον Σοπενχάουερ και του εμφύσησε το πάθος του για τη φιλοσοφία.8 Το βιβλίο του Μίκελστετερ Il Dialogo della Salute [Ο Διάλογος της υγείας] (1910) αποτελείται ακριβώς από τους σωκρατικούς διαλόγους του Κάρλο, του Νίνο και του Ρίκο. Ειδικότερα, η στενή του σχέση με τον Ρίκο αποτέλεσε το υπόβαθρο πάνω στο οποίο ο σύγχρονος Ιταλός συγγραφέας Κλάουντιο Μάγκρις ανέπτυξε την πλοκή του μυθιστορήματός του Un altro mare [Μια άλλη θάλασσα] (1991).9
Έγκλειστοι στη φυλακή της επιθυμίας
Επομένως, επιθυμία είναι η κατοχή του εαυτού που ποτέ δεν πραγματοποιείται· η απροσδιοριστία εκείνη που κατατρύχει τους ανθρώπους σε καθεμία ανεξαιρέτως από τις στιγμές του παρόντος τους· μια βούληση για κατοχή η οποία διαρκώς αναβάλλεται για το μέλλον· η κατεξοχήν άρνηση κάθε πιθανότητας κατοχής του εαυτού και κάθε παρόντος: «Κάθε πράγμα, ανά πάσα στιγμή, δεν κατέχει τίποτε αλλά είναι η βούληση για την κατοχή συγκεκριμένου πράγματος».10 Προκειμένου να νιώσω ότι ζω πρέπει οπωσδήποτε να προβάλω μια πραγμάτωση της βούλησής μου κάπου στο μέλλον. Συνεπώς, το θέλω αρνείται το είμαι· το
επιθυμώ αρνείται το κατέχω πραγματικά τον εαυτό μου στο εδώ και στο τώρα· είμαι πιασμένος στην παγίδα του χρόνου.
Επιθυμία ουσιαστικά σημαίνει χρόνο. Επιθυμία και χρόνος μαζί ισοδυναμούν με τη φιλοψυχία [= αγάπη για τη ζωή, δειλία]11 η οποία, σύμφωνα με τον Μίκελστετερ, συνοψίζει τις αιώνιες ασθένειες από τις οποίες πάσχει η ανθρώπινη ζωή: τη ‘λαχτάρα για ζωή’,12 την επιθυμία, την ευχαρίστηση, την ελπίδα, τον χρόνο˙ πρόκειται στην ουσία για έναν όρο που συγκεφαλαιώνει όλα όσα ο Μίκελστετερ περιέγραψε με τον άλλο, κεντρικό για τη φιλοσοφία του, όρο: τη ρητορική. Η επιθυμία κι ο χρόνος μετατρέπουν τα ανθρώπινα όντα σε υπνοβάτες βυθισμένους στα ατομικά τους όνειρα μελλοντικής πραγμάτωσης· και, σ’ αυτό τους το χαρακτηριστικό, δεν διαφέρουν σε τίποτε από τα γουρούνια που κυλιούνται μέσα στη λάσπη, όπως είχε προειδοποιήσει ο Ηράκλειτος: «Ὓες βορβόρῳ ἥδονται μᾶλλον ἤ καθαρῷ ὕδατι».13 «Liquescit voluptate» [«η ευχαρίστηση υγροποιεί (την ψυχή)]14 θα γράψει ο Μίκελστετερ σε κάποιο άλλο σημείο, απηχώντας ευθέως τον Ηράκλειτο. Ο Ηράκλειτος, ο Παρμενίδης και οι Προσωκρατικοί αποτελούν τις φιλοσοφικές βάσεις τού νεαρού Μίκελστετερ. Τους μελετά σε βάθος αφότου γράφεται στο Istituto di Studi Superiori της Φλωρεντίας. Ήδη στα δεκαεννιά του χρόνια ο Κάρλο ομιλεί και γράφει άριστα σε πέντε γλώσσες: Ιταλικά, Γερμανικά, Γαλλικά, Αρχαία Ελληνικά και Λατινικά.15
Υπό ένα διαφορετικό πρίσμα, η φιλοψυχία του μπορεί να θεωρηθεί το ανάλογο της έννοιας του Σοπενχάουερ Wille zum Leben [Βούληση για ζωή], εφόσον ορίζεται ως: «[...] η βάση της διαιώνισης του ανθρώπου μέσω της εκπλήρωσης πεπερασμένων αναγκών και, κατά συνέπεια, μια ανεπαρκής αυτο-επιβεβαίωση».16

Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του17
Απ’ αυτήν τη γραμμική αλληλουχία απειράριθμων εικόνων ευχαρίστησης, προβεβλημένων στο μέλλον, κρυσταλλωμένων σ’ αυτό που ονομάζουμε χρόνο, αναφύεται η οντότητα εκείνη που ονομάζουμε Εγώ· σε όρους Μίκελστετερ, η περσόνα. Ελπίζω, άρα υπάρχω· κατέχω πράγματα, άρα υπάρχω· ακόμη χειρότερα: ελπίζω ότι θα καταφέρω ν’ αποκτήσω κάποιο πράγμα στο μέλλον κι επομένως σκέφτομαι ότι υπάρχω· είμαι κάτοχος μιας συνείδησης: «Τίποτε δεν υπάρχει αφ’ εαυτού αλλά μόνο σε συνάφεια με μία συνείδηση. Ἕως ἂν παρῇ μοι ἐλπίς τις – μένει μοί τι, ‘εάν υπάρχει έστω και η παραμικρή ελπίδα για μένα, τότε σίγουρα υπάρχει κάτι για μένα’.18 Στην πραγματικότητα, η ανθρώπινη συνείδηση θα μπορούσε να περιγραφεί ως ο τόπος τής διαρκούς αναβολής μιας ευχαρίστησης που ποτέ δεν ικανοποιήθηκε: εξού και η ελπίδα, η δυσαρέσκεια και, τελικά, ο πόνος· ή, εναλλακτικά, ως η αρχαιολογία όλων εκείνων των πραγμάτων που θα μπορούσαμε δυνητικά να κατέχουμε στο εδώ και στο τώρα, αλλά τα οποία έχουμε πεισματικά θυσιάσει στο όνομα κάποιας αβέβαιης μελλοντικής ικανοποίησης.
Κι έτσι, η περσόνα του καθενός δημιουργείται απο τα αφηρημένα υλικά της βούλησης, της επιθυμίας, της κτητικότητας και του χρόνου: «Μόνο στον βαθμό που κάποιο πράγμα αποδεικνύεται ευχάριστο, τίθεται σε δράση η οντότητα εκείνη που ονομάζουμε ‘πρόσωπο’. Και, καθώς η φυσική του τάση είναι να αντιμετωπίζει το κάθε πράγμα ως δικό του, αντλεί απ’ αυτό την αυταπάτη ότι αποτελεί ένα ξεχωριστό άτομο. Ό,τι μου αρέσει, ό,τι είναι χρήσιμο για μένα: αυτή είναι η συνείδησή μου, η πραγματικότητά μου. Κι έτσι η πραγματικότητα ὀνομάζεται καθ’ ἡδονήν ἑκάστου,19 με άλλα λόγια ορίζεται ανάλογα με την ευχαρίστηση του κάθε ατόμου».20
Αυτό είναι το Εγώ, με όλον τον πόνο και τη θλίψη του. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, εκεί όπου η περσόνα σχηματίζεται και παγιώνεται, αναδύεται η μάστιγα της ρητορικής.
Ρητορική – Ο Αντίποδας της Πειθούς
Στη ρηχότητα μιας ζωής η οποία ασφυκτιά μέσα στα αποπνικτικά όρια που θέτουν η ευχαρίστηση και η επιθυμία, στα βαλτώδη νερά τής προσωπικότητας – της επινοημένης οντότητας που ονομάζουμε περσόνα – η οποία είναι φτιαγμένη από χρόνο, από τα αφηρημένα υλικά της ψευδούς κατοχής και της αμφίβολης μελλοντικής επίτευξης, η ρητορική ανθίζει ανεμπόδιστη. Οι άνθρωποι χρειάζονται μια ψεύτικη περσόνα ως υποκατάστατο της πραγματικής ζωής: «Όμως οι άνθρωποι το φοβούνται αυτό [να αντιμετωπίσουν τη ζωή] περισσότερο κι από τον αιφνίδιο θάνατο: φοβούνται τη ζωή περισσότερο κι από τον θάνατο».21
Επομένως, η αβεβαιότητα και ο φόβος τούς εξωθεί να «[...] εγκαταλείπουν τον εαυτό τους σε οποιαδήποτε δραστηριότητα παρουσιάζεται μπροστά τους, όσο κτηνώδης κι αν είναι αυτή: μέσα στον κάθε άνθρωπο κρύβεται η ψυχή ενός φακίρη. Το έχουν ανάγκη να δουν έναν δρόμο να ανοίγεται μπροστά τους ο οποίος υποτίθεται πως οδηγεί σε κάτι το καλό, ικανό να μεταθέσει τον πόνο και, δια της συνέχισής του, να αποφύγει την άβυσσο που σημαίνει η παύση [του εγώ]».22 Απ’ αυτόν ακριβώς τον πόνο προσπαθούν να απελευθερωθούν οι άνθρωποι και, στην πορεία, εγκαταλείπουν τον εαυτό τους σε κάθε πιθανή αυταπάτη. Πόσο μάταια ωστόσο: «Συνεπώς, κάθε επίπλαστο μονοπάτι [που ανοίγεται μπροστά τους] είναι και μια καινούργια νάρκη, κάθε καινούργιo λάβαρο είναι κι ένας μανδύας που καλύπτει την ανεπάρκεια των κακομοιριασμένων, εκχωρώντας τους ταυτόχρονα μια περσόνα και ένα δικαίωμα: κι έτσι η ρητορική ανθεί ανενόχλητη».23
Σ’ αυτήν την ερμηνεία του για το τι είναι ο μηχανισμός της ανθρώπινης σκέψης και πώς ακριβώς λειτουργεί, ο Μίκελστετερ απηχεί τους μεγάλους δασκάλους των Ανατολικών θρησκευτικών και φιλοσοφικών παραδόσεων – τον Βούδα, τον Λάο Τσου, τους Σούφι μυστικούς και, πιθανότατα, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, τον Τζ. Κρισναμούρτι – οι οποίοι τόνισαν επίσης το διττό, εγγενές πρόβλημα του μηχανισμού της σκέψης: ότι κατ’ αρχάς αποτελείται αποκλειστικά και μόνο από αφηρημένες και ως εκ τούτου ανύπαρκτες ιδέες και ότι, κατά δεύτερο, εκδηλώνεται σταθερά και απαρέγκλιτα ως χρόνος, ο οποίος με τη σειρά του παίρνει άλλοτε τη μορφή της επιθυμίας και άλλοτε του γίγνεσθαι. Σ’ αυτό το απατηλό μονοπάτι, οι άνθρωποι αποστερούνται κυριολεκτικά τον πραγματικό τους εαυτό, συνολικά:
Όμως cogito δεν σημαίνει «γνωρίζω»· cogito σημαίνει προσπαθώ να μάθω: μ’ άλλα λόγια, δεν έχω γνώση: Δεν ξέρω [...] Εάν όμως δεχθούμε ότι σκέφτομαι σημαίνει ανακινώ ιδέες, οι οποίες απλώς και μόνο λόγω αυτής της δραστηριότητάς τους πρέπει κατ’ ανάγκη να μετατραπούν και σε γνώση, τότε βρίσκω τον εαυτό μου μονίμως άδειο στο παρόν, ενώ η μέριμνά μου για το μέλλον, στο οποίο προσποιούμαι ότι έχω κάποιον στόχο, με αποστερεί από ολόκληρη την ύπαρξή μου. Cogito = non-entia coagito, ergo non sum, «Σκέφτομαι = ανακινώ μη-οντότητες· άρα, δεν υπάρχω». Αυτή είναι η ψεύτικη ζωή που επιφυλάσσει στον άνθρωπο η ρητορική καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, αυτή είναι η ζωή εκείνου του πράγματος το οποίο ονομάζουν διάνοια, η οποία, εξ ορισμού, εάν κατάφερνε ποτέ όντως να φτάσει στη γνώση, θα έπρεπε αυτοστιγμεί να πάψει και να υπάρχει.24
Ο Ενρίκο Μρέουλε ήταν και πάλι αυτός που εισήγαγε τον Κάρλο στον Βουδισμό, παρότι στη βιβλιοθήκη του Μίκελστετερ έχει βρεθεί μόνο ένα βιβλίο με βουδιστικά αποφθέγματα και αφορισμούς με τον τίτλο Indische Sprüche.25
Όμως η ρητορική δεν περιορίζεται μόνο στην επικράτεια της σκέψης και της γνώσης. Στην πραγματικότητα αγκαλιάζει οτιδήποτε στερείται ουσίας, οτιδήποτε δεν είναι πραγματικό, αληθινό· ταυτίζεται με οτιδήποτε το επιτηδευμένο, το μη αυθεντικό, επιφανειακό, μιμητικό, συμβατικό, δουλοπρεπές, κομφορμιστικό. Και έτσι, πολύ εύκολα, η ρητορική εκρήγνυται και απλώνεται σε κάθε άλλον τομέα της ανθρώπινης ύπαρξης, καταστρέφοντας τη ζωή και την αλήθεια στο σύνολό τους:
[...] και από την υγιή ζωή του σώματος, γεννιούνται ο εκφυλισμός του αισθησιασμού και η ρητορική της ευχαρίστησης· από την ακέραια συμπεριφορά εκείνου που φέρει εις πέρας μια συγκεκριμένη αποστολή γεννιούνται η φιλοδοξία για την απόκτηση δύναμης και η ρητορική της αυθεντίας· από την καλλιτεχνική δουλειά εκείνου που όντως κάποτε είχε κάτι να πει γεννιέται η πόζα των καλλιτεχνών και η καλλιτεχνική ρητορική· από τις λέξεις των ανθρώπων που κάποτε έδειξαν τον σωστό δρόμο γεννιέται η έπαρση των διανοουμένων και η φιλοσοφική ρητορική, μαζί με τη μικρή της αδελφή, την επιστημονική ρητορική. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα ανθρώπινα όντα αποδίδουν ονόματα στις ασφαλείς εκδηλώσεις της ζωής και λαχταρούν τις εξωτερικές τους μορφές, ελπίζοντας να αντλήσουν απ’ αυτές τη δική τους περσόνα και τις ατομικές τους χαρές· δεδομένου ότι αυτή η ζωή ούτως ή άλλως γλιστράει μέσα από τα χέρια τους και εφόσον το μόνο που τους απασχολεί είναι ακριβώς αυτή η ζωή, καταλήγουν στο τέλος να γίνουν δέσμιοί της. Και η μοίρα διαρκώς τους εμπαίζει.26
Ωστόσο, ο τομέας στον οποίο η ρητορική είναι πιθανότατα πιο εμφανής από οπουδήποτε αλλού, είναι αυτός της γλώσσας. Στην πραγματικότητα, η materia prima της ρητορικής είναι ακριβώς η ίδια η λέξη.
Kαλλωπίσματα ὄρφνης
Εάν η μάστιγα των ανθρώπων είναι η παγίδευσή τους στον πλασματικό μηχανισμό ανάγκη → χρόνος και αν η περσόνα τού κάθε ανθρώπου είναι η εξίσου πλασματική κρυστάλλωση του χρόνου και της ανάγκης σε μιαν ‘οντότητα’ η οποία γεννάται από την ανάγκη για ασφάλεια και νόημα, τότε οι λέξεις αποτελούν όντως το όχημα για μια τέτοιου είδους διανοητική ‘μαγγανεία’: «Αυτό σημαίνει ότι οι λέξεις εκφέρονται στην πραγματικότητα από το δίπολο “βούληση/ανάγκη”: “Εάν όλη κι όλη η ‘αλήθεια’ του ψωμιού εξαντλούνταν στη σχέση του [του ψωμιού] με το στομάχι του [τού ανθρώπου], τότε καμία πρόταση δεν θα είχε σχηματιστεί ποτέ, διότι το στομάχι θα είχε ήδη ‘πεισθεί’ με το ψωμί και δεν θα ζητούσε... τίποτε περισσότερο”».27
Όλα ξεκίνησαν από τον Αριστοτέλη: «Οι λέξεις, οι τρόποι της γλώσσας... για τον Αριστοτέλη γίνονται ‘πράγματα’ αφ’ εαυτών: κρυσταλλώνονται».28 Στην πραγματικότητα όμως, ο Πλάτων ήταν αυτός που είχε υποστηρίξει ότι «... κάθε ιδέα και κάθε όνομα ήταν κάτι το υπαρκτό· και έτσι γεννήθηκε η ρητορική. Η ταυτότητα οντολογίας, σκέψης και γλώσσας είχε διαρραγεί για πάντα. Από τότε, το είναι επρόκειτο να χρησιμοποιείται μόνο ως κατηγόρημα,29 οι λέξεις επρόκειτο να γίνουν τεχνικοί όροι, η γλώσσα απλώς και μόνο ένα παιχνίδι. [...] Η σωκρατική διαλεκτική ήταν πλέον νεκρή και, «από τις στάχτες της» είχε γεννηθεί η ρητορική».30
Στην ψευδαίσθηση αυτής της ‘κρυστάλλωσης’ απλών ηχητικών εκφορών σε ‘πράγματα’, σ’ αυτήν την ιδιότυπη υποστασιοποίηση όσων αναμφίβολα ανήκουν στο βασίλειο του ιδεατού και του συμβολικού – των ιδεών, των εννοιών, των ονομάτων – οι άνθρωποι πιστεύουν πως βρίσκουν όλα εκείνα τα πράγματα που νομίζουν ότι τους λείπουν – ασφάλεια, ταυτότητα, ελπίδα, ευχαρίστηση και έναν αποτελεσματικό τρόπο ανακούφισης του πόνου:
[...] συμπεριφέρονται λες και οι λέξεις περιέχουν τον απόλυτο κόσμο και με τις λέξεις θρέφουν την ανία τους, φτιάχνοντας για τον εαυτό τους ένα κατάπλασμα για τον πόνο· με τις λέξεις αποκαλύπτουν εκείνο ακριβώς που δεν κατανοούν κι εκείνο που χρειάζονται για να απαλύνουν τον πόνο τους ή να κάνουν τον εαυτό τους αναίσθητο απέναντί του. Η λέξη περιέχει μέσα της ένα κάποιο μυστήριο και αυτοί εμπιστεύονται τον εαυτό τους στις λέξεις, πλέκοντας μ’ αυτές ένα ακόμη πέπλο, το οποίο έχουν αποδεχθεί από κοινού, σιωπηρά, προκειμένου να καλύψουν μ’ αυτό το σκότος: καλλωπίσματα ὂρφνης, ‘στολίδια του σκότους’: «Θεέ, βοήθησέ με» – γιατί εγώ δεν έχω το θάρρος να βοηθήσω τον εαυτό μου. Χρειάζονται «γνώση» κι έτσι δημιουργείται η γνώση. Κι έτσι η «γνώση» αυτή καθαυτή γίνεται ο σκοπός της ζωής τους. [...] Και η ρητορική ανθίζει παράλληλα με τη ζωή.31
Σε τελική ανάλυση, αυτό ήταν το σημείο το οποίο προσπάθησε να καταδείξει ο Μίκελστετερ με όρους όπως η ρητορική, η περσόνα, τα καλλωπίσματα ὂρφνης, κατά τη διάρκεια της σύντομης αλλά εξαιρετικά γόνιμης ζωής του: η συμβολική και, ως εκ τούτου, ψευδαισθητική δομή του ανθρώπινου όντος· η ιδεατή μας ταυτότητα˙ η απόλυτη και αμετάκλητη αποξένωσή μας από την αλήθεια και την πραγματικότητα· η κτηνώδης προθυμία μας να ενδώσουμε σε οτιδήποτε το ρηχό και ανούσιο. Αυτήν την τρομακτική μας κατάσταση προσπάθησε να μας υποδείξει ο Μίκελστετερ, αντιπροτείνοντας το δικό του δύσκολο μονοπάτι: αυτό της πειθούς.
Πειθώ – Σε ενότητα με τον κόσμο
Παραδομένοι εξ ολοκλήρου στη ρητορική οι άνθρωποι ακροβατούν στο τεντωμένο σχοινί του χρόνου, κραδαίνοντας τις λέξεις ως το μόνο τους όπλο κατά του κενού τής ύπαρξης, χτίζοντας μ’ αυτές την ανεπαρκή γνώση και επιστήμη τους, για να ανακαλύψουν τελικά ότι έχουν εγκλειστεί στο κενό κέλυφος της περσόνας τους, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εξωτερική θωράκιση η οποία συνίσταται στη μηχανική επανάληψη ‘άχρωμων προτάσεων’ – καλλωπίσματα ὄρφνης:
Και οι λέξεις, οι οποίες παραμένουν συγκεχυμένες και ασαφείς στην εκφορά του λόγου, χάνουν την πιθανότητα να επιτύχουν εκείνη την πληρότητα της αναφοράς,32 από την οποία ακριβώς εξαρτάται η σαφήνειά τους. Από ζωντανά σώματα που μπορούν να προσδένουν τον εαυτό τους [σε άλλες λέξεις και φράσεις] και έτσι να τον (προσδι)ορίζουν, τελικά, με το να προσδένονται και να (προσδι)ορίζονται από τόσα πολλά σημεία και με τόσους διαφορετικούς τρόπους, καταλήγουν να γίνονται απλά υλικά τα οποία, ανάλογα με τον βαθμό της ισχύος τους, μπορούν και προσανατολίζονται μόνο κατά έναν συγκεκριμένο τρόπο και μάλιστα, κάποιες φορές, παραμένουν κρυσταλλωμένα σ’ αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο ένωσής τους [με τις γύρω λέξεις και φράσεις] και μόνο. Από ακριβείς εξατομικεύσεις μετατρέπονται σε partes materiales.33
Εάν όμως θέλει κανείς να πάρει τη ζωή του πίσω, θα πρέπει οπωσδήποτε να πάει πέρα από τη «λέξη, η οποία θολώνει και συσκοτίζει την ενότητα της ύπαρξης».34 Εάν κανείς μπορούσε να απομακρύνει τη λέξη μια για πάντα, τότε και η γνώση θα είχε χάσει αυτομάτως τα ίδια τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίζεται: «Ο καθένας μπορεί ανά πάσα στιγμή να σταματήσει να παραδίδεται στη σκλαβιά των πραγμάτων εκείνων που δεν γνωρίζει και, αρνούμενος την ανταμοιβή των κενών λέξεων, να αντιμετωπίσει τη ζωή»·35 χωρίς τη γνώση και τις λέξεις, τα ίδια τα θεμέλια της περσόνας θα είχαν κι αυτά κλονιστεί σοβαρά· και, στο κενό ενός εγκεφάλου ο οποίος δεν γνωρίζει και ο οποίος αρνείται να μιλήσει, θα είχε δημιουργηθεί αρκετός χώρος προκειμένου να μπορέσει να ανθήσει η σιωπή: «Αυτός που είναι πεπεισμένος είναι και σιωπηλός, διότι δεν έχει κανένα ‘κίνητρο’ το οποίο να τον ωθεί να μιλήσει».36
Χωρίς την ασταμάτητη φλυαρία της περσόνας που γνωρίζει, ο ανθρώπινος εγκέφαλος θα έμοιαζε πιθανότατα με αυτόν του Βούδα: άδειος από κάθε σκέψη, λέξεις ή έννοιες, απολύτως σιωπηλός και ακίνητος μέσα στην έκσταση και την ευδαιμονία του, απαλλαγμένος από κάθε επιθυμία ή ελπίδα. Η κατά Μίκελστετερ πειθώ είναι στην πραγματικότητα η κατά Βούδα νιρβάνα, η φανά37 των Σούφι μυστικών, η στοχαστική κατάσταση τού εγκεφάλου τού Ηράκλειτου ενόσω αυτός κάθεται δίπλα στο τζάκι. Το όραμα του Μίκελστετερ ήταν αυτό του ανθρώπου χωρίς εαυτό, χωρίς μνήμη, του άδειου από λέξεις και επιθυμίες, εκείνου που κατέχει πλήρως τον εαυτό του, που ζει άνευ όρων στο εδώ και στο τώρα, χωρίς ποτέ να αναβάλλει το οτιδήποτε για το μέλλον, χωρίς ποτέ να ονειρεύεται το οτιδήποτε σε κάποιο μακρινό, ουτοπικό μέλλον: «Αυτός που έστω και για μια στιγμή θέλει η ζωή του να είναι δική του, που θέλει έστω και για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος γι’ αυτό που κάνει, πρέπει πρώτα να πάρει στην κατοχή του το παρόν, να αντιμετωπίζει το κάθε παρόν σαν να είναι το τελευταίο, λες και ο θάνατος πρόκειται να έρθει την επόμενη κιόλας στιγμή· και να δημιουργήσει ο ίδιος τη δική του ζωή μέσα στο σκοτάδι».38 Τότε μόνο υπάρχει κάποια πιθανότητα για το ανθρώπινο ον να επιστρέψει στην ενότητα φύσης και σύμπαντος από την οποία και αυτό έχει προέλθει· τότε μόνο οι άνθρωποι μπορούν ίσως να γίνουν οι ίδιοι θεοί: «[...] η ακραία συνειδησιακή κατάσταση του ανθρώπου που είναι ένα με τα πράγματα, που έχει όλα τα πράγματα μέσα του: ἕ ν σ υ ν ε χ έ ς, ‘ένα αδιαίρετο’, ο πεπεισμένος: ο θεός».39
Όμως η «ακραία» αυτή «συνειδησιακή κατάσταση» του πεπεισμένου ανθρώπου είναι στην πραγματικότητα το ίδιο το Απόλυτο· το ίδιο εκείνο Απόλυτο που ο Μίκελστετερ έθεσε ως βασικό του στόχο να συλλάβει μέσα στο διάστημα των λίγων ετών που διήρκεσε η ζωή του. Δεν τα κατάφερε τελικά. Υπέκυψε κι αυτός –και μάλιστα πολύ πρόωρα– στην αντίφαση που διέπει γενικά την ανθρώπινη ζωή: διαρκώς να τείνει προς το Απόλυτο κι όμως, ποτέ να μην είναι ικανή να το πραγματώσει.
Όλο κι όλο που γνωρίζω είναι ότι η συνείδησή μου, είτε του σώματός μου είτε της ψυχής μου, είναι φτιαγμένη από το υλικό της ανεπάρκειας, ότι δεν έχω το Απόλυτο εάν δεν γίνω πρώτα εγώ το Απόλυτο, ότι δεν έχω Δικαιοσύνη εάν δεν γίνω πρώτα εγώ δίκαιος, ότι δεν έχω Ελευθερία, Κατοχή, Λογική, κάποιο Τέλος,40 εάν πρώτα δεν είμαι εγώ ελεύθερος, εάν σκοπός μου δεν είναι ο εαυτός μου ο ίδιος, εάν δεν υπάρχει τίποτε που να μπορεί να προβάλει τον εαυτό του ως ένα τέλος για μένα κάπου στο μέλλον, εάν δεν έχω εγώ ένα τέλος –ενεργώντας λογικά, υγιώς– αποκλειστικά και μόνο στο εδώ και στο τώρα. Δεν περιμένω τίποτε, δεν αναζητώ τίποτε, δεν φοβάμαι τίποτε, είμαι πεπεισμένος.41
Στις 17 Οκτωβρίου ο Μίκελστετερ είχε τελειώσει ήδη τη διδακτορική του διατριβή με τίτλο Πειθώ και Ρητορική. Την ίδια εκείνη μέρα, στις δύο το μεσημέρι, μετά από έναν σύντομο καβγά που είχε με τη μητέρα του, αυτοπυροβολήθηκε, όχι μία, αλλά δύο φορές.42 Η αυτοκτονία του έχει συνδεθεί ορθώς με τη γενικότερη πνευματική ατμόσφαιρα που είχε επικρατήσει στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του λεγόμενου fin-de-siecle, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού στην καταρρέουσα τότε Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, καθώς επίσης και σε μία σειρά ατυχών προσωπικών γεγονότων τα οποία επηρέασαν σοβαρά την ούτως ή άλλως ευαίσθητη ιδιοσυγκρασία του. Το 1907, η Νάντια Μπαραντέν, μια διαζευγμένη Ρωσίδα με την οποία διατηρούσε σχέση αυτοκτόνησε· αμέσως μετά βίωσε την απόρριψη από την οικογένεια της Ιολάντα ντε Μπλάζι, την οποία είχε ερωτευτεί μετά από τον θάνατο της Νάντια· οι διαδοχικές του προσπάθειες να δημοσιεύσει τα κείμενά του ή να καταφέρει να βρει εκδότη για τις μεταφράσεις του στα ιταλικά των έργων του Σοπενχάουερ απέτυχαν η μία μετά την άλλη.43 Ωστόσο, το πιο πιθανό είναι ότι ο θάνατος του Μίκελστετερ σχετίζεται τελικά με το τραγικό αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει το φιλοσοφικό του εγχείρημα: με την αποτυχία του να υπερβεί την ίδια την ανθρώπινη φύση και να φτάσει σ’ εκείνη την άλλη θάλασσα, στην επικράτεια του πεπεισμένου ανθρώπου, – του φωτισμένου σύμφωνα με έναν πιο διαδεδομένο όρο, – εκείνου που έχει καταφέρει να βγει έξω από τη ροή τού χρόνου, εκείνου που έχει απαλείψει μέσα του ολοκληρωτικά την επιθυμία και την ελπίδα και έχει γίνει ένα με το σιωπηλό κενό της φύσης και του σύμπαντος.
________________
Το κείμενο αποτελεί μεταφορά στα ελληνικά τού άρθρου: E. Makedonas, “Carlo Michelstaedter (1887-1910)”, Daily Philosophy (επιμ. Dr Andreas Matthias), 19.10.2025.
Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
1. D. Bini, Carlo Michelstaedter and the Failure of Language, University Press of Florida 1992, σσ. xi, 2, 3, 11.
2. Σε όλα τα αποσπάσματα των αναφορών η έμφαση βρίσκεται στο πρωτότυπο κείμενο.
3. Με τον όρο κατοχή του εαυτού ο Μίκελστετερ εννοεί την κατάσταση της εσωτερικής πληρότητας, της ανεξάρτητης από την παλινδρομική κίνηση στον χρόνο, της ελεύθερης από επιθυμίες, ελπίδες κι ανησυχίες, η οποία αντιστοιχεί μόνο στον persuaso, τον πεπεισμένο, τον άνθρωπο που έχει απορρίψει ολοκληρωτικά τη ρητορική σε κάθε της έκφανση και έχει κατακτήσει μέσα του την πειθώ.
4. C. Michelstaedter, Persuasion and Rhetoric, μτφρ. Russell Scott Valentino, Cinzia Sartini Blum και David J. Depew, Yale University Press 2004, σ. 11.
5. C. Michelstaedter, Persuasion and Rhetoric, ibid., σ. 15.
6. D. Bini, Carlo Michelstaedter and the Failure of Language, ό.π., σ. 8.
7. C. Michelstaedter, Persuasion and Rhetoric, ό.π.., σ. 14.
8. D. Bini, Carlo Michelstaedter and the Failure of Language, ό.π. σ. xii.
9. Κ. Μάγκρις, Μια άλλη θάλασσα, Καστανιώτης 2018. Για μία ανάλυση του συγκεκριμένου μυθιστορήματος, βλ. και: Ε. Μακεδόνας, «Το ξερίζωμα της θάλασσας: Σκέψεις πάνω στο μυθιστόρημα του Κλάουντιο Μάγκρις Μια άλλη θάλασσα», Μονόκλ, 17.9.2021. Διαθέσιμο στο: https://katoptron.blog/2021/09...
10. C. Michelstaedter, Persuasion and Rhetoric, ό.π. σ. 15.
11. C. Michelstaedter, Persuasion and Rhetoric, ό.π., σ. 20.
12. C. Michelstaedter, Persuasion and Rhetoric, ό.π. σ. 15.
13. Κ. Αξελός, Ο Ηράκλειτος και η Φιλοσοφία, Εξάντας 1974, σσ. 205-206.
14. C. Michelstaedter, Diálogo de la salud — Poesías [The Dialogue of Health — Poetries], μτφρ. T. Lorma, M. Á. Frontán, Ediciones De La Mirándola 2013, σ. 32.
15.
D. Bini, Carlo Michelstaedter and the Failure of Language, ό.π. σ. 4.
16.
Μ. Angelucci, Words Against Words: On the Rhetoric of Carlo Michelstaedter, Troubador Publishing 2011, σσ. 53-54.
17. Πρόκειται για τον τίτλο του βιβλίου του Γερμανού φιλοσόφου Μαξ Στίρνερ (1806-1856) Der Einzige und sein Eigentum (1844), το οποίο στα ελληνικά έχει αποδοθεί ως Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του (Μ. Στίρνερ, Ο μοναδικός και η ιδιοκτησία του, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, Θύραθεν 2005).
18. C. Michelstaedter, Persuasion and Rhetoric, ό.π. σ 16. Σχετική είναι η ελληνική παροιμία «Αν έχεις κάτι, είσαι κάτι!». Βλ. στο: https://www.sansimera.gr/proverbs/categories/141.
19. Ε. Ρούσσος, Ηράκλειτος, εκδ. Παπαδήμα 1992, σ. 16.
20. C. Michelstaedter, Diálogo de la salud — Poesías [The Dialogue of Health — Poetries], ό.π., σσ. 26, 27.
21. C. Michelstaedter, Persuasion and Rhetoric, ό.π. σ. 95.
22. C. Michelstaedter, Persuasion and Rhetoric, ibid., p. 95.
23. C. Michelstaedter, Persuasion and Rhetoric, ό.π. σ. 95.
24. C. Michelstaedter, Persuasion and Rhetoric, ό.π. σ. 71.
25. Γερμανικά στο πρωτότυπο: Ινδικά αποφθέγματα. Αναφέρεται στο D. Bini, Carlo Michelstaedter and the Failure of Language, ό.π. σ. 254.
26.
C. Michelstaedter, Diálogo de la salud — Poesías [The Dialogue of Health — Poetries], ό.π. σσ. 42-43.
27. Μ. Cangiano, The Wreckage of Philosophy: Carlo Michelstaedter and the Limits of Bourgeois Thought, University of Toronto Press 2019, σ. 74.
28. C. Michelstaedter, Opere, σ. 234, στο D. Bini, ό.π. σ. 29.
29. ΦΙΛΟΣ. το στοιχείο, η ιδιότητα που καθιστά μια έννοια γνωστή και τη διακρίνει από τις άλλες· γνώρισμα (Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας, Ακαδημία Αθηνών, 2023. Online έκδοση: https://christikolexiko.academyofathens.gr/index.php).
30. D. Bini, Carlo Michelstaedter and the Failure of Language, ό.π., σ. 28.
31. C. Michelstaedter, Opere, σ. 234, στο D. Bini, ό.π. σ. 69.
32. Η αγγλική λέξη είναι reference: υπό την έννοια ότι, εξ ορισμού, η κάθε λέξη αναφέρεται σε κάποιο πρόσωπο, πράγμα, νόημα κ.λπ.
33. Λατινικά στο πρωτότυπο: υλικά συστατικά. C. Michelstaedter, Persuasion and Rhetoric, ό.π. σσ. 132-133.
34. C. Michelstaedter, La Melodía del Joven Divino, μτφρ. Antonio Castilla Cerezo, Sexto Piso 2011, σ. 51.
35. C. Michelstaedter, Persuasion and Rhetoric, ό.π. σ. 95.
36. Fondo Carlo Michelstaedter, στο D. Bini, Carlo Michelstaedter and the Failure of Language, ό.π. σ. 24.
37. Ο όρος fanā προέρχεται από τους Σούφι μυστικούς. Λέγεται ότι πρώτη φορά τη χρησιμοποίησε ο Σούφι δάσκαλος Abū Sa‘īd al-Kharrāz († 899), όμως η πληροφορία αυτή δεν είναι απολύτως επιβεβαιωμένη. Σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό χρησιμοποιήθηκε από τον μεγάλο Σούφι μυστικό Bāyazīd Basṭāmī († 875). Σημαίνει την εξαφάνιση, την εκμηδένιση του Εαυτού, του Εγώ. Ο δάσκαλος al-Hujwīrī († 1009-1072/77) όρισε τη fanā ως εξής: «η καταστροφή της αυταπάτης ότι οι πράξεις ενός συγκεκριμένου προσώπου είναι όντως δικές του» (A. Wilcox, “The Dual Mystical Concepts of Fanā and Baqā in Early Sufism”, British Journal of Middle Eastern Studies, τόμ. 38, τχ. 1, 2011, σ. 7). Η εξάλειψη του Εγώ έχει θεωρηθεί από όλες τις μεγάλες Ανατολικές παραδόσεις ως η conditio sine qua non της ένωσης με τον ‘Θεό’, σε βουδιστικούς όρους τής επίτευξης της κατάστασης της ‘νιρβάνα’, της έκστασης.
38. C. Michelstaedter, Persuasion and Rhetoric, ό.π. σ. 39.
39. C. Michelstaedter, Persuasion and Rhetoric, ό.π. σ. 89.
40. Με την έννοια του σκοπού – ειδικά του προβεβλημένου στο μέλλον – πέραν της απλής ύπαρξης per se.
41. C. Michelstaedter, Persuasion and Rhetoric, ό.π., σσ. 65-66.
42. T. Harrison, 1910: The Emancipation of Dissonance, University of California Press 1996, σ. 95.
43. D. Bini, Carlo Michelstaedter and the Failure of Language, ό.π., σσ. xii-xiii.