Χάρτης 94 - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-94/biblia/to-vioma-os-odighos-tis-ghrafis

Η επανέκδοση ενός έργου ύστερα από σαράντα έξι χρόνια επαναφέρει μαζί με το βιβλίο και τη στιγμή της δημιουργίας του, εκείνη την εποχή κατά την οποία ένας συγγραφέας δεν γνωρίζει ακόμη με σαφήνεια προς ποιες κατευθύνσεις θα τον οδηγήσει η γραφή του. Στην περίπτωση της Ρέας Γαλανάκη αυτή η επιστροφή αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον, καθώς Το Κέικ, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1980 από τις εκδόσεις Κέδρος και τώρα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο της συγγραφικής της πορείας, όταν η έως τότε ποιητική έκφραση αρχίζει να διευρύνει τα όριά της στον χώρο της αφήγησης. Η ίδια η συγγραφέας τοποθετεί με ακρίβεια το βιβλίο μέσα στη διαδρομή της, γράφοντας στο προλογικό σημείωμα της νέας έκδοσης: «[…] Το κέικ είναι το πρώτο αποτύπωμα της στροφής μου από την περίκλειστη επιγραμματική ποίηση των δύο προηγούμενων ποιητικών μου συλλογών προς την αφήγηση». Αυτή η θέση ανάμεσα σε δύο τρόπους έκφρασης είναι ίσως το πρώτο στοιχείο που καθορίζει την ιδιοτυπία του έργου. Τα είκοσι τέσσερα πεζά ποιήματα που συγκροτούν τις έξι ενότητές του διατηρούν την πυκνότητα της ποιητικής εικόνας, τον υπαινιγμό και την ελευθερία των συνειρμών, ενώ ταυτόχρονα αναζητούν διάρκεια, ακολουθία, πρόσωπα και μια αφηγηματική συνείδηση ικανή να επιστρέφει στο παρελθόν και να το ανασυνθέτει. Η μορφή του βιβλίου βρίσκεται επομένως σε μια δημιουργική μεθόριο. Και ακριβώς γι’ αυτό θα ήταν άδικο και περιοριστικό να το αντιμετωπίσουμε απλώς ως προπαρασκευαστικό στάδιο της κατοπινής πεζογραφίας της Γαλανάκη. Διαθέτει τη δική του ολοκληρωμένη αισθητική πρόταση και αυτονομία και αποτυπώνει μια συγγραφική στιγμή κατά την οποία η γλώσσα δοκιμάζει τα όριά της, επειδή και η εμπειρία που καλείται να εκφράσει έχει ήδη αρχίσει να υπερβαίνει τις δυνατότητες μιας αυστηρά ποιητικής συμπύκνωσης.
Η εσωτερική αρχιτεκτονική του Κέικ αποκαλύπτει πολύ περισσότερα από μια προσωπική ιστορία. Στις πρώτες ενότητες ο οικιακός χώρος οργανώνεται γύρω από χειρονομίες που έχουν περάσει από γενιά σε γενιά και έχουν αποκτήσει τη δύναμη άγραφου νόμου. Το μαγείρεμα, η μέτρηση των υλικών, η προετοιμασία του φαγητού, η τάξη του σπιτιού και οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις της καθημερινότητας εγγράφουν τη γυναίκα σε έναν προκαθορισμένο τρόπο ύπαρξης. Το κέικ γίνεται το σημείο όπου συναντώνται η φροντίδα, η συνήθεια, η υποχρέωση, η οικογενειακή μνήμη και μια ολόκληρη αντίληψη για το τι αναμένεται από μια γυναίκα. Η ακρίβεια της συνταγής υποβάλλει συγχρόνως την ιδέα μιας ζωής που έχει κι αυτή τις δικές της αναλογίες και κανόνες, ενός κόσμου στον οποίο το μέτρο δεν αφορά πια μονάχα τα υλικά ενός γλυκού αλλά τον τρόπο με τον οποίο οφείλει κανείς να υπάρχει.
Στη συνέχεια αυτή η φαινομενική τάξη αρχίζει να διαταράσσεται. Η σχέση άνδρα και γυναίκας εισέρχεται στο κέντρο της αφήγησης και μαζί της εμφανίζονται οι μηχανισμοί που ρυθμίζουν την επιθυμία, την κατοχή, την προσφορά και την εξάρτηση. Το ερωτικό παιχνίδι φέρει ήδη μέσα του τους όρους μιας άνισης σχέσης και τα αντικείμενα που ανταλλάσσονται αποκτούν σημασία μεγαλύτερη από τη χρηστική τους αξία. Η γυναίκα αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον τρόπο με τον οποίο έχει μάθει να βλέπει τον εαυτό της μέσα από το βλέμμα και την επιθυμία του άλλου. Όλα όσα συμβαίνουν ανάμεσα σε δύο ανθρώπους κουβαλούν μαζί τους ρόλους, προσδοκίες και συμπεριφορές πολύ παλαιότερες από τους ίδιους. Η προσωπική σχέση γίνεται το πεδίο όπου δοκιμάζεται η δυνατότητα της γυναίκας να ορίσει εκ νέου τη θέση της.
Το σώμα βρίσκεται αναπόφευκτα στον πυρήνα αυτής της μετακίνησης. Στις επόμενες ενότητες η ερωτική εμπειρία, το κρεβάτι, ο ύπνος, το όνειρο, η μητρότητα και η απώλεια δημιουργούν μια περιοχή όπου το πραγματικό συνορεύει διαρκώς με το συμβολικό. Η γυναικεία εμπειρία περνά από διαφορετικές ηλικίες και καταστάσεις, από την κόρη στη γυναίκα και από εκεί στη μητέρα, ενώ η σχέση με τη μητρική μορφή αποκτά μια πολυπλοκότητα που δεν επιτρέπει απλές ψυχολογικές αναγνώσεις. Η μητέρα μεταφέρει έναν κόσμο που προϋπήρξε της κόρης, μαζί με τις παραδοχές και τις απαγορεύσεις του, όμως η συνέχεια ανάμεσα στις δύο γυναίκες δεν συνεπάγεται αναγκαστικά την επανάληψη της ίδιας ζωής. Μέσα από αυτή τη γυναικεία γενεαλογία αρχίζει να διαγράφεται η δυνατότητα μιας ρήξης.
Μέσα σε αυτή τη σύνθετη διαδρομή, Το Κέικ αποκτά και μια σαφή φεμινιστική διάσταση, επειδή η φωνή που κυριαρχεί στο κείμενο ανήκει σε μια έγκυο γυναίκα, σε ένα σώμα δηλαδή που βρίσκεται ταυτόχρονα υπό την πίεση της βιολογικής αλλαγής, της κοινωνικής προσδοκίας και της προσωπικής μετατόπισης και ακριβώς γι’ αυτό η εγκυμοσύνη δεν λειτουργεί μόνο ως ιδιωτικό γεγονός αλλά ως κατάσταση μέσα από την οποία επανεξετάζονται οι ρόλοι που έχουν επιβληθεί στη γυναίκα από την οικογένεια, τη σχέση, τη μητρότητα και μια ολόκληρη παράδοση που έχει μάθει να θεωρεί τη γυναικεία προσφορά αυτονόητη. Η αφηγήτρια μιλά έχοντας ένα σώμα που αλλάζει και συγχρόνως αρχίζει να αμφισβητεί όσα μέχρι τότε έμοιαζαν δεδομένα, κι έτσι η εγκυμοσύνη μετατρέπεται σε πεδίο αυτογνωσίας, φόβου, εξάρτησης, επιθυμίας και σταδιακής διεκδίκησης του εαυτού. Η φεμινιστική δύναμη του έργου βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη μετατόπιση, στη στιγμή κατά την οποία η γυναίκα παύει να αντιμετωπίζεται ως φορέας ρόλων και υποχρεώσεων και αποκτά το δικαίωμα να μιλήσει η ίδια για το σώμα της, για όσα της συμβαίνουν, για όσα την περιορίζουν και για όσα επιθυμεί να ορίσει με τους δικούς της όρους. Η μητρότητα, μέσα σε αυτή την οπτική, δεν εξιδανικεύεται ούτε μετατρέπεται σε έτοιμο σύμβολο ολοκλήρωσης. Εντάσσεται σε μια πολύ πιο δύσκολη διαδικασία συγκρότησης της γυναικείας ταυτότητας, εκεί όπου η δημιουργία μιας νέας ζωής συνοδεύεται από την ανάγκη να ξαναγεννηθεί και η ίδια η γυναίκα.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι ενότητες στις οποίες η αφήγηση πλησιάζει τον θάνατο και την τελετουργία του. Εικόνες από παλαιότερους τρόπους ζωής συναντούν μια νεότερη γυναικεία συνείδηση και το πένθος λειτουργεί σαν ένα ακόμη κατώφλι ανάμεσα σε ό,τι παραλαμβάνεται και σε ό,τι μπορεί να εγκαταλειφθεί. Η παρουσία των πουλιών, η κηδεία, οι μνήμες από έναν αγροτικό και περισσότερο παραδοσιακό κόσμο μεταφέρουν στο κείμενο το βάρος μιας συλλογικής εμπειρίας, χωρίς να απομακρύνουν την αφήγηση από τον προσωπικό της πυρήνα. Ο θάνατος γίνεται μέρος της γνώσης του σώματος και συγχρόνως μια υπενθύμιση ότι καμία τάξη, οικογενειακή ή κοινωνική, δεν παραμένει αμετάβλητη.
Στο τέλος το σπίτι επιστρέφει διαφορετικό. Η κουζίνα, το τραπέζι, το κρεβάτι, οι χώροι που μέχρι τότε έφεραν το βάρος της συνήθειας, μετατρέπονται σταδιακά σε σημεία επαναπροσδιορισμού. Η γυναίκα που κινείται μέσα τους δεν είναι πια ακριβώς εκείνη που γνωρίσαμε στις πρώτες σελίδες. Έχει μεσολαβήσει η επίγνωση. Η μεταβολή αυτή δεν χρειάζεται θορυβώδεις διακηρύξεις, επειδή συντελείται βαθύτερα, στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται πλέον τον εαυτό της, το σώμα της, την επιθυμία και τον χώρο που καταλαμβάνει. Έτσι οι έξι ενότητες του έργου μπορούν να διαβαστούν και ως μια πορεία από την αποδοχή ενός δοσμένου μέτρου προς την αναζήτηση ενός προσωπικού τρόπου ύπαρξης.
Η ίδια η Γαλανάκη, κοιτάζοντας σήμερα το βιβλίο από την απόσταση μιας ολόκληρης συγγραφικής ζωής, φωτίζει αυτή την πλευρά του όταν μιλά για το τραύμα μιας γυναίκας και για το ξεπέρασμα μιας επώδυνης σχέσης μέσα από τη γραφή. Γράφει χαρακτηριστικά: «Ίσως το Κέικ ήταν, σκέφτομαι σήμερα, μια προσπάθεια να μιλήσω τότε για τα ανείπωτα μέσω της λογοτεχνικής οδού—μιας οδού που πρώτα απ’ όλα βοήθησε εμένα την ίδια να εκφράσω με λέξεις το τραύμα. Το ξέρουμε άλλωστε καλά, οι λέξεις, προφορικές ή γραπτές, είναι το πρώτο και αναγκαίο στάδιο διατύπωσης αρχικά, περιχαράκωσης κατόπιν, κι ενδεχομένως λείανσης ή παραμερισμού του όποιου τραύματος, όχι μόνο για τους λογοτέχνες αλλά για τον καθένα μας». Έχει ενδιαφέρον ότι δεν περιγράφει τη λογοτεχνική επεξεργασία του βιώματος ως απλή εξομολόγηση. Εκείνο που φαίνεται να έχει σημασία είναι η κατάδυση στον πυρήνα της εμπειρίας, η αναμέτρηση μαζί της μέχρι να πάψει να ασκεί την ίδια εξουσία πάνω στο πρόσωπο που την έζησε. Το γράψιμο αποκτά έτσι μια λειτουργία βαθύτερης αυτογνωσίας, επειδή επιτρέπει στη γυναίκα να επιστρέψει σε αυτό που συνέβη και να το δει πλέον από μια θέση την οποία τότε δεν διέθετε.
Η μνήμη, άλλωστε, στο Κέικ διασώζει επιλεκτικά, συνδέει μια μυρωδιά με ένα πρόσωπο, μια κίνηση των χεριών με μια εποχή, ένα δωμάτιο με μια παλιά αίσθηση φόβου ή επιθυμίας. Ο χρόνος που έχει μεσολαβήσει επιτρέπει στη γυναίκα που θυμάται να καταλάβει όσα το νεότερο πρόσωπο που υπήρξε δεν μπορούσε ακόμη να ερμηνεύσει. Και αυτή ακριβώς η χρονική απόσταση μετατρέπει την ανάμνηση σε λογοτεχνικό υλικό. Έτσι η μνήμη αποκτά διάρκεια μέσα από τους μετασχηματισμούς της, μέσα από τη μορφή που της προσφέρει η τέχνη.
Η ποιητική καταγωγή της Γαλανάκη παραμένει διαρκώς αισθητή. Οι εικόνες έχουν υλικότητα, τα πράγματα διατηρούν μια παράξενη αυτονομία, το φως, το σκοτάδι, τα τρόφιμα, τα δωμάτια, τα ζώα, τα φυτά και τα σώματα δημιουργούν ένα πυκνό πλέγμα σημασιών. Ακόμη και η αναφορά στον Γαλιλαίο ανοίγει το βιβλίο προς ένα διαφορετικό επίπεδο, εκεί όπου η άμεση εμπειρία του κόσμου συναντά την ανάγκη του ανθρώπου να τον μετρήσει, να τον ταξινομήσει και να τον καταστήσει ελέγξιμο. Η μέτρηση επιστρέφει έτσι με άλλη σημασία και συνομιλεί υπόγεια με εκείνο το αρχικό μέτρημα των υλικών στην κουζίνα. Αν ο κόσμος μπορεί να υπολογιστεί, δεν σημαίνει ότι μπορεί και να υποταχθεί. Υπάρχει πάντοτε κάτι που διαφεύγει από τους κανόνες και τις αναλογίες. Πρόκειται για την προσωπική επιθυμία.
Η γνώση της κατοπινής πεζογραφίας της Ρέας Γαλανάκη μάς επιτρέπει ασφαλώς να αναγνωρίσουμε πόσο γόνιμη υπήρξε αυτή η πρώιμη αναζήτηση. Η ταυτότητα, ο χρόνος, η μνήμη και αργότερα η Ιστορία θα αποκτήσουν διαφορετικές διαστάσεις στο έργο της, πραγματικά πρόσωπα θα περάσουν στη μυθοπλασία και η ατομική μοίρα θα συναντήσει επανειλημμένα τις μεγάλες κινήσεις της εποχής της. Στο Κέικ
όλα αρχίζουν από πολύ κοντά. Από ένα σπίτι, μια σχέση, ένα σώμα, μια κουζίνα, μια συνταγή. Από μια γυναίκα που προσπαθεί να καταλάβει τι από όσα έμαθε να θεωρεί αυτονόητα της ανήκει πραγματικά και πώς μπορεί να ξεπεράσει το τραύμα που την καθορίζει.
Η σημερινή επιστροφή στο βιβλίο αποκτά έτσι ένα διπλό ενδιαφέρον, αφού μας επιτρέπει να συναντήσουμε μια σημαντική συγγραφέα σε μια πρώιμη στιγμή της δημιουργικής της διαδρομής και συγχρόνως να διαβάσουμε ένα έργο που εξακολουθεί να θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο η ζωή μετατρέπεται σε λογοτεχνία. Ανάμεσα σε αυτό που ζήσαμε και σε αυτό που μπορούμε χρόνια αργότερα να αφηγηθούμε έχει μεσολαβήσει η απώλεια, η λήθη, η γνώση, η αλλαγή του ίδιου μας του εαυτού. Γι’ αυτό και καμία επιστροφή δεν μας οδηγεί ακριβώς εκεί από όπου ξεκινήσαμε. Μένουν κάποτε ελάχιστα πράγματα, όπως μια θύμηση, μια γεύση, μια μυρωδιά που έρχεται ξαφνικά από έναν χρόνο που πιστεύαμε πως είχε χαθεί. Και μέσα σε αυτά τα ελάχιστα μπορεί να βρίσκεται ένας ολόκληρος κόσμος, γιατί η μνήμη έχει τη δική της παράξενη σοφία και διασώζει κάποτε όσα δεν γνωρίζαμε ότι θα χρειαστούμε για να καταλάβουμε αργότερα ποιοι γίναμε. Εκεί, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται και η βαθύτερη συγκίνηση του Κέικ. Στην επιστροφή μιας γυναίκας προς όσα την έφτιαξαν, προς τα πρόσωπα, τα σώματα, τις χειρονομίες και τις μικρές οικογενειακές τελετουργίες που παρέμειναν μέσα της, μέχρι τη στιγμή που μπόρεσε να τα κοιτάξει από την άλλη πλευρά του χρόνου και να τους δώσει μια διαφορετική ύπαρξη μέσα στη γλώσσα.
Διαβάζοντας σήμερα την επανέκδοση των πεζόμορφων ποιημάτων του Κέικ, όπου ποίηση, στοχασμός και πεζός λόγος συνομιλούν και αλληλοσυνδέονται σε ένα κείμενο υψηλής αισθητικής και επαναστατικής ιδεολογίας, με την αφήγηση να διακρίνεται για την εντυπωσιακή πλαστικότητα της εικονοποιίας και την παραστατική δύναμη με την οποία αποδίδεται ο ποιητικός κόσμος της, θαυμάζει κανείς τη δύναμη που έχει το βίωμα να γίνεται οδηγός της γραφής, όταν μεταμορφωθεί σε εκείνη τη βαθύτερη γνώση που αφήνει πίσω της η ζωή όταν έχει περάσει από τη μνήμη. Εκεί δηλαδή που αρχίζει και η καλή λογοτεχνία.