Χάρτης 95 - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-95/tehnasmata/foinikes-kheroiveim
στη Μαρίνα Αγαθαγγελίδου
Αγαπητέ Ρόμπερτ Λαξ,
ρώτησα το chatgpt πώς του φαίνεται εκείνο το ποίημα που είχες κάποτε γράψει, το είχες αφιερώσει στον ζαν-λουί κερουάκ, εκείνο το ποίημα, αν θυμάσαι, που μιλούσε για φοίνικες και χερουβείμ, ή για την τζαζ και την ποίηση, ή για σένα και τον κερουάκ (τον αποκαλείς ζαν-λουί και αναρωτιέμαι αν αυτό υποδηλώνει μια ορισμένη οικειότητα ή μια κάποια απόσταση), ή για το ποίημα και την προσευχή, ή για το ότι το ποίημα τίποτα δεν πρέπει να κάνει, απολύτως τίποτα, καμιά δουλειά δεν έχει το ποίημα, ούτε να τσαπίζει χωράφια, ούτε να σκαλίζει κήπους, να τραγουδά πρέπει, όπως η τζαζ, μόνο να τραγουδάει, έτσι έλεγες, ή για το πώς πρέπει να γέρνει πίσω το ποίημα για να τραγουδήσει τις λέξεις του, ή για το πώς πρέπει να γέρνει μπροστά για να ακούσει τον ρυθμό του, να χορεύει πρέπει το ποίημα, έτσι δεν είναι, ή για το πώς η ποίηση, όπως η τζαζ, είναι φτιαγμένη από ήχο και φλόγα, και αν θέλει, στον ζαν-λουί το έλεγες, ή μάλλον ήθελες να του πεις, πως αν όντως θέλει να είναι συγγραφέας της τζαζ, καλό θα ήταν να πάψει να σκέφτεται τη λογοτεχνία και να σκεφτεί τη μουσική, και ότι λέξεις παιγμένες σαν μουσική δεν είναι το ίδιο με λέξεις παιγμένες απλώς σαν λέξεις, δεν έχουν το ίδιο νόημα ούτε την ίδια αξία, έτσι του έλεγες, χωρίς μισόλογα και υπεκφυγές, οι λέξεις είναι μουσική, λέξεις ανασυρμένες, έλεγες, τραβηγμένες από τα βάθη, σαν βότσαλα ή ψάρια, δεν είναι θηράματα οι λέξεις ούτε λάφυρα, προς θεού, ή μάλλον αυτό που ήθελες να του πεις ήταν για τη βασιλεία του ουρανού, ή για το τζαμ σέσιον του παραδείσου, που είναι η τζαζ ή η ποίηση, για τη ζωή του καθενός του έλεγες, που έχει τη δική της χάρη και τη δική της ευπρέπεια, ο καθένας, έλεγες, έχει τη χάρη και την ευπρέπειά του στην τάξη του παιχνιδιού, όπως όλα τα όργανα σε ένα τζαμ σέσιον, ο καθείς κάτι καινούργιο έχει να πει και δίκαιη η θέση του στο σύμπαν, έλεγες, αλλά εμένα ξέρεις ποιο σημείο μου άρεσε πιο πολύ, εκείνο το σημείο μου άρεσε, που λες πως κάθε λέξη μπορεί να τραγουδήσει, μα μερικές είναι παράξενες (δεν είπες ηχούν παράξενα, είπες είναι παράξενες), όπως αστείοι δεινόσαυροι που πετούν, έτσι το είπες, και σκέφτηκα αμέσως την ποίησή μου, τη φαντάστηκα σαν ένα παράξενο πάρκο με δεινόσαυρους που πετούν, και δεν μου φάνηκε καθόλου αστείο, φίλε μου, θυμήθηκα εκείνη τη διάσημη ταινία, και σκέφτηκα πως λέξεις που μοιάζουν με πετούμενους δεινόσαυρους κωμωδία δεν είναι, εγώ δεν θα γελούσα με τίποτα, αλλά το πιο ωραίο δεν σου το είπα, δεν σου είπα τι απάντησε το chat gpt στην ερώτησή μου, μου φαίνεται ήσυχα ριζοσπαστικό, σαν να μιλάει χαμηλόφωνα, αλλά να μετακινεί ολόκληρο το έδαφος κάτω από τα πόδια της ποίησης, έτσι ξεκινούσε, και δεν μπορώ να πω πως δεν τραγούδησαν οι λέξεις του, είχαν έναν ρυθμό, όπως και να ’χει, και ότι δεν μιλά για τη τζαζ το ποίημα, αλλά σκέφτεται όπως η τζαζ, και πως η μεγάλη του τόλμη είναι η άρνηση της λογοτεχνίας, αλλά ότι, σε καμία περίπτωση, το ξεκαθαρίζει, αυτή η άρνηση δεν υπονοεί κάποιον αντι-διανοουμενισμό, έτσι το είπε, και ότι το ποίημά σου είναι πιο κοντά στην προσευχή παρά στην ποίηση, αισθητική και θεολογία μαζί, λέει, χωρίς στόμφο όμως, το υπογραμμίζει, και ότι σε έναν κόσμο εμμονικό με την παραγωγή, είναι σχεδόν αιρετικό το ποίημα, και αν θέλω με μια φράση την άποψή του, λέει, το ποίημα δεν προσπαθεί να είναι “καλό”, προσπαθεί να είναι αληθινό, και αυτό, συνοψίζει, το κάνει βαθιά πειστικό, και αυτή είναι μια πειστική απάντηση, μπομπ (σε αποκαλώ μπομπ και αναρωτιέμαι αν προσποιούμαι μια οικειότητα παρακινδυνευμένη που γέρνει πίσω ή μπροστά στο χείλος της απόστασης), εμένα με έπεισε πάντως, γιατί πες μου, πες μου αν βγω τώρα δα έξω στον δρόμο και ρωτήσω τυχαία εκατό ή χίλιους περαστικούς πώς τους φαίνεται το ποίημα, το δικό σου ή οποιοδήποτε γαμημένο ποίημα, νομίζεις πως θα απαντούσαν κάτι πειστικότερο, θα έλεγαν, πιστεύεις, κάτι πιο βαθύ, θα έλεγαν τι, τίποτα δεν θα έλεγαν, το λιγότερο θα με περνούσαν για τρελό, πάει το έχασε θα έλεγαν, κι εγώ θα ήμουν ένας δεινόσαυρος, ένας αστείος δεινόσαυρος που πετά σαν χερουβείμ πάνω από την ποίησή σου και την ποίησή μου, πάνω από το βασίλειο της γης και το βασίλειο των ουρανών, και τι θα έκανα, πες μου, με τι χάρη και τι ευπρέπεια θα έμπαινα στη βασιλεία των ουρανών, ή σε ένα τζαμ σέσιον για να ακούσω λίγη τζαζ της προκοπής ή έστω ένα ποίημα που να χορεύει, ένα ποίημα αληθινό, μια λέξη που να τραγουδά, μια γαμημένη λέξη φτιαγμένη από ήχο και φλόγα
δικός σου,
π.
(Από την ανέκδοτη ποιητική ενότητα Η βραδιά με τον κύριο Λαξ )