Χάρτης 95 - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-95/klimakes/i-mithopoiisi-ton-afrikanikwn-apoikiakwn-skhismaton-kai-oramaton

Ο Σουδανός Τάγεμπ Σάλιχ [1929-2009] είναι ένας εντυπωσιακός συγγραφέας. Με καθαρότητα, ακρίβεια και λυρισμό μας παραδίδει, στο κλασσικό πλέον μυθιστόρημά του Η εποχή της μετανάστευσης στο Βορρά, μια αλληγορία για την εκατέρωθεν βία της αποικιοκρατίας και τον πνευματικό/ σωματικό σπαραγμό του εγκλωβισμού στην πολιτισμική σύγκρουση Ανατολής και Δύσης. Εθνοτική ταυτότητα και αλλοτρίωση, έρωτας και βία, εκμετάλλευση και εκδίκηση υφαίνονται επιδέξια σε ένα πυκνό μυθιστόρημα που αιωρείται ανάμεσα στο προσωπικό και το κοινωνικό, στο αυτόχθον και το ετερόχθον, με τιμιότητα και διορατικότητα τις βιωμένες σχέσεις Ανατολής-Δύσης ή Ευρώπης-Αφρικής.Το τέλος άδηλον, καθώς ο αφηγητής πλέει σε απόγνωση καταμεσής του Νείλου κραυγάζοντας «βοήθεια».
Ας δώσουμε τις βασικές γραμμές της ιστορίας: Την δεκαετία του ’60 ένας νεαρός άντρας ―που λειτουργεί ως άλτερ έγκο του συγγραφέα― επιστρέφει στο χωριό του στο Βόρειο Σουδάν, στις όχθες του Νείλου, στον βρόχο που σχηματίζει ο μυθικός ποταμός στρεφόμενος προς τα δυτικά και νότια, πριν κατευθυνθεί ξανά στον Βορρά και τη Μεσόγειο. Έχουν προηγηθεί επτά χρόνια σπουδών στην Αγγλία και μια διατριβή για κάποιον ελάσσονα Άγγλο ποιητή. Τον υποδέχονται ενθουσιωδώς συχωριανοί, συγγενείς και φίλοι, περήφανοι που ένας γηγενής τα κατάφερε να γίνει δεκτός από το πνευματικό κατεστημένο της Μητρόπολης, κι ενώ ο ίδιος διαπιστώνει αναδρομικά πόσο του έχει λείψει η πατρίδα με τον ξηρό, μυρωδάτο αέρα της, τις χουρμαδιές, τα μπαμπακοχώραφα, τις υδραντλίες στην ακροποταμιά και τις ψευδαισθήσεις της παρακείμενης ερήμου. Αφηγείται στους διψασμένους για νέα ντόπιους τα χρόνια του στην ξενιτειά και ταυτόχρονα διαλύει πολλές προκαταλήψεις για τους Λευκούς πρώην εποίκους. Άνθρωποι σαν κι εμάς είναι κι αυτοί τους λέει, άνθρωποι που αγαπούν τα παιδιά τους, ερωτεύονται, καμμιά φορά προδίδουν και κάποια άλλη μπορεί και να μισούν.
Ας θυμίσουμε εν παρενθέσει πως το αχανές Σουδάν έχει κατακτήσει πρόσφατα [1956] την ανεξαρτησία του από το Αγγλοαιγυπτιακό Κοντομίνιουμ που το διοικούσε από τα τέλη του 19ου αιώνα, σε συνέχεια μιας πρώιμης τζιχάντ που είχαν εξαπολύσει οι οπαδοί κάποιου φανατικού προφήτη/ πολεμιστή με την προσωνυμία Μαχντί [Μεσσίας]. Η αδυσώπητη σύγκρουση είχε καταλήξει στα 1885 σε δεκάμηνη πολιορκία του Χαρτούμ, εξόντωση των αιγυπτιακών φρουρών, λουτρό αίματος και τον τραγικό θάνατο του στρατηγού Τσαρλς Γκόρντον, θριαμβευτή στους κινεζικούς πολέμους του Οπίου και διοικητή της μυθικής Εκουατόρια [βλ. σχετικά και το δικό μου ομώνυμο βιβλίο]. Στον παρόντα χρόνο, στο πλαίσιο του πολύπλοκου γεωπολιτικό παζλ που μετά την αποικιοκρατία συγκροτεί πλέον την Μαύρη Ήπειρο ―και όπου οι πάντες προσδοκούν μια θεαματική πορεία προς την ανάπτυξη και την ευημερία― ο ήρωάς μας προορίζεται να παίξει ένα κάποιο ρόλο στο πλαίσιο της διοίκησης, όχι πολύ μακριά από το γενέθλιο τόπο του, στην πρωτεύουσα Χαρτούμ. Και ενώ απολαμβάνει εν μέσω συγγενών και αγαπημένων ένα διάλειμμα πριν αποδυθεί στον επαγγελματιό του βίο, τον περιμένει μια γνωριμία που θα ανατρέψει πολλά.
Στην διάρκεια της απουσίας του αφηγητή, ένας εύπορος άντρας, ο Μουστάφα Σαΐντ, έχει εγκατασταθεί στο χωριό. Κάνει οικογένεια, καλλιεργεί τα κτήματά του, ζει σε ένα επιβλητικό σπίτι, έχει μάλιστα κατασκευάσει και μια συμπληρωματική πτέρυγα όπου φυλάσσονται τα αρχεία, η βιβλιοθήκη του και ποικίλα κειμήλια. Πρόκειται για έναν κοσμοπολίτη, γοητευτικό, αινιγματικό στα μάτια των γηγενών και μορφωμένο άνθρωπο, κάτι που αποδεικνύεται όταν αρχίζει να απαγγέλλει στίχους του Φορντ Μάντοξ Φορντ σε άψογα, οξφορδιανά αγγλικά μια βραδιά όπου στο πλαίσιο μιας συντροφιάς μιλάει το κρασί. Ο Σαΐντ ωστόσο κρύβει σκοτεινά μυστικά, στα όρια του απίθανου. Θα τα αφηγηθεί καταλεπτώς στον νεαρό ήρωά μας αναθέτοντάς του μάλιστα την εκτέλεση της πνευματικής του διαθήκης και την φροντίδα της οικογενείας του, αν του συμβεί κάτι κακό.
Το μοιραίο κακό θα τον βρει πολύ σύντομα, μετά από μια πλημμύρα του μυθικού ποταμού ― σαν να το είχε προκαλέσει ο ίδιος. Το σώμα του δεν βρίσκεται ποτέ, πιθανότατα παρασυρμένο από τα νερά. Οι προηγηθείσες χρονικά εξομολογήσεις του προς τον αφηγητή συνιστούν το κόρπους του βιβλίου. Ως πανέξυπνο και ιδιαίτερα ταλαντούχο παιδί που ήταν, είχε επιλεγεί από την αυτοκρατορική διοίκηση, μαζί με άλλους νεαρούς πολλά υποσχόμενους Σουδανούς, να ακολουθήσουν ανώτερες σπουδές στην Αγγλία στο πλαίσιο της λεγομένης «εκπολιτιστικής αποστολής» της Αυτοκρατορίας και με στόχο να συγκροτηθεί ένα σώμα Αφρικανών ικανών να διοικήσουν τις χώρες τους μετά την αποχώρηση των αποικιακών δυνάμεων. Όταν ο Μουσταφά Σαΐντ τελειώνει το σχολείο, τον στέλνουν λοιπόν για ένα διάστημα στο Κάιρο όπου φιλοξενείται από μια καλόπιστη οικογένεια Άγγλων και όπου οσμίζεται για πρώτη φορά το μεθυστικό άρωμα της «λευκής γυναίκας». Αργότερα, κι ενώ βρισκόμαστε πια στην δεκαετία του ’20, ταξιδεύει ατμοπλοϊκώς στην Αγγλία όπου ολοκληρώνει με μεγάλη επιτυχία τις σπουδές του στα οικονομικά και της θεωρίες της ανάπτυξης, θεωρούμενος μάλιστα ως παιδί θαύμα, υποστηριζόμενος πλήρως από τις αρχές, καλοδεχούμενος στα σαλόνια και γενόμενος το ερωτικό αντικείμενο του πόθου για νεαρές και λιγότερο νεαρές Αγγλίδες που οραματίζονται την εξωτική φυγή διαμέσω τού μαύρου δέρματος.
Ο Σαΐντ αισθάνεται κάπως σαν αλλόχθονο ζώο σε περιοδεύοντα θίασο, αξιοποιεί ωστόσο πλήρως τα πλεονεκτήματα που του προσφέρει η καλόπιστη, προοδευτική πτέρυγα της μητρόπολης. Έχουμε λοιπόν έναν ανάστροφο οριενταλισμό, [προσωπικά θα τον ονόμαζα οξιντενταλισμό] όπου ο συγγραφέας ανακατασκευάζει μέσα από τα μάτια του ήρωά του την εικόνα μιας καταπιεστικής Δύσης δίνοντάς μας και την άλλη όψη: ένα καλόγνωμο, εκπολιτιστικό και δεκτικό πορτραίτο, ειδικά ως προς τους προοδευτικούς κύκλους της τότε αριστεράς. Ο Μουσταφά Σαίντ θα επιδοθεί επίσης, κατά την αφήγησή του, σε ανηλεές ερωτικό κυνήγι. Λατρεύεται παράφορα από νεαρές γυναίκες, κάποτε παντρεμένες, ως πολιτισμικό υβρίδιο της εξωτικής Ανατολής και της εκλεπτυσμένης, δημοκρατικής Δύσης. Στην ερωτική φωλιά του στο Λονδίνο, γεμάτη με εξωτικά αντικείμενα, ―έβενο και ελεφαντόδοντο, κιλίμια και αρώματα― αποπλανεί τις ερωμένες του, εκδικούμενος τρόπον τινά διά του σεξ την γεωπολιτική κυριαρχία της Μητρόπολης. Οδηγεί μάλιστα ορισμένες από αυτές τις γυναίκες στην αυτοκτονία, όταν αισθανθούν ότι έχουν παραβεί τις θρησκευτικές και κοινωνικές αρχές τους. Ως αποκορύφωμα της δράσης του, δολοφονεί εντέλει τη σύζυγό του, μια περιφερόμενη γυναίκα που πολύ τον έχει βασανίσει, τον περιφρονεί και τον απατά συστηματικά και αναίσχυντα.
Ο Μουσταφά Σαΐντ , σε συνέχεια όλων τούτων έχει εκτίσει ποινή στις αγγλικές φυλακές, παρά το ότι οι μάρτυρες στο δικαστήριο, πολλοί εξ αυτών πατεράδες ή απατημένοι σύζυγοι, παίρνουν το μέρος του, αναγνωρίζοντάς του ως ελαφρυντικό το κίνητρο του πρώην καταπιεσμένου αυτόχθονα, του δονούμενου από πόθου για τη λευκή σάρκα νεαρού Μαύρου, κατά τα πρότυπα λόγου χάριν του Φραντς Φανόν στα περίφημα βιβλία του Της Γης οι κολασμένοι, Μαύρες μάσκες λευκές μάσκες κ. ά.
Αν και τα περιστατικά ακούγονται κομμάτι ακραία, το βιβλίο δεν πρέπει να ειδωθεί ως ρεαλιστική απεικόνιση μιας αποφασιστικής ιστορικής περιόδου. Μάλλον πρέπει να διαβαστεί ως μια αλληγορία για τις σχέσεις Ανατολής-Δύσης, αλλά και ως εξιστόρηση για τις πολιτισμικές αντινομίες και τις ιδεολογικές ψευδαισθήσεις της πρόσφατα [τότε] απελευθερωμένης από τον αποικιακό ζυγό Αφρικής. Πρέπει να σημειώσω επίσης ότι συχνά πυκνά στην αφήγηση διεισδύουν ευφυέστατες αποστροφές για τον Σοσιαλισμό, τον Παναφρικανισμό, την Ανάπτυξη, την Επανάσταση και τις εν γένει μετααποικιακές ψευδαισθήσεις που σε πολλές αφρικανικές χώρες απέληξαν σε μακρόχρονες εμφύλιες συγκρούσεις. Ειδικά δε στο Σουδάν οι παραδοσιακές φυλετικές και πολιτισμικές ιστορικές διαιρέσεις [Μαύροι εναντίον Αράβων, σκλάβοι εναντίον δουλεμπόρων, Μουσουλμάνοι εναντίον Χριστιανών, Ανιμιστών κ.ά] οδήγησαν σε σειρά εμφυλίων πολέμων που διήρκεσαν επί κοντά μισό αιώνα καταλήγοντας στην απόσχιση από τη χώρα του Νοτίου Σουδάν αλλά και σε σειρά ενδο- αραβικών γενοκτονιών που συνεχίζονται ως τις μέρες μας.
Σαν καλός προφήτης, ο Τάγεμπ Σάλιχ απομυθοποιεί εγκαίρως τον μύθο του «καλού αγρίου», κατασκευάζοντας δυο μυθιστορηματικούς ήρωες που συνιστούν μια πλευρά του δικού του εαυτού: ενός ανθρώπου που μορφώθηκε και έκανε εξαιρετική καριέρα στις αγκάλες της Δύσης. Επιπλέον το βιβλίο, μπολιασμένο με ποικίλες μοντερνιστικές τεχνικές ―συνειρμική ροή, εσωτερικοί μονόλογοι, τεμαχισμός του χρόνου, υποκειμενικότητες, αφηγηματικά μπρος πίσω, σχετικοποίηση των οπτικών γωνιών και τη σχέσης Καλού Κακού― είναι ένα διαμάντι της αραβόφωνης λογοτεχνίας που έχει και άλλα δραματικά στοιχεία, κάποια από τα οποία μπορώ ίσως να μαρτυρήσω: Φερ’ ειπείν τον υποδόριο έρωτα σε παρόντα αφηγηματικό χρόνο του νεαρού ανώνυμου αφηγητή για τη χήρα του Σαΐντ, που ατυχώς δεν υλοποιείται καθώς την παντρεύεται με το στανιό ένας βιτσιόζος γέροντας του χωριού ― ο γάμος θα καταλήξει μάλιστα σε ένα δραματικό διπλό φονικό. Ή ακόμη σκηνές όπου αναδεικνύεται η απροσχημάτιστη σεξουαλικότητα με ορολογία στα όρια της χυδαιότητας εκ μέρους των ίδιων των αραβισσών γυναικών, και οι οποίες δεν χωρούν με τίποτα στα απλοϊκά νεοφεμινιστικά δυτικά καλούπια.
Με δυο λόγια: Ένα βιβλίο απολαυστικά αξιοδιάβαστο και πολύ καλά μεταφρασμένο απ’ ευθείας από τα αραβικά, που ανάγει την «μετανάστευση στο Βορρά» σε πρωτεύον αλληγορικό αφηγηματικό στοιχείο.