Χάρτης 95 - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-95/pyxides/ghrafontas-me-tin-psikhi-ghia-melani
[…] αν η ελευθερία δεν υπάρχει μέσα μου, δεν υπάρχει για μένα σε κανένα μέρος[1].
Αντί προλόγου
Το παρόν κείμενο αφιερώνεται στους 18 μαθητές και μαθήτριες και στην εκπαιδευτικό του ΕΠΑ.Λ. Καλλονής της Δυτικής Λέσβου, με τους οποίους συνταξιδέψαμε στη Λισαβόνα από τις 30/1 ως τις 13/2/2026, στο πλαίσιο προγράμματος Erasmus. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι περισσότεροι μαθητές και μαθήτριες δεν είχαν προηγούμενη εμπειρία ταξιδιού στο εξωτερικό, ενώ ορισμένοι δεν είχαν ταξιδέψει ποτέ εκτός Λέσβου, γεγονός που αντανακλά το κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσαν. Βασικός στόχος αυτού του ταξιδιού ήταν να αντιληφθούν οι μαθητές και οι μαθήτριές μας ότι τα όρια του κόσμου τους μπορούν να διευρυνθούν με νέες εικόνες, εμπειρίες και προοπτικές, ξεπερνώντας την κοινωνική ετυμηγορία η οποία τους επιβάλλεται εντός των στενών συνόρων στα οποία γεννήθηκαν. Στο πλαίσιο της προετοιμασίας των μαθητών και μαθητριών για αυτή τη νέα εμπειρία που θα βίωναν, πραγματοποιήθηκαν αρκετές συναντήσεις με στόχο τόσο την οργάνωση πρακτικών ζητημάτων (εισιτήρια, απαραίτητα αντικείμενα, πρόγραμμα επισκέψεων, κτλ.), όσο και την πνευματική προετοιμασία τους να ταξιδέψουν, όχι απλώς σε έναν διαφορετικό τόπο, αλλά να εισέλθουν όσο μπορούν σε έναν άλλο πολιτισμό. Και ποιος άλλος Πορτογάλος, πέρα από τον Φερνάντο Πεσόα, θα μπορούσε να μας ξεναγήσει καλύτερα στο εσωτερικό πνεύμα της Λισαβόνας και στις δυνητικές ζωές που μπορούν να διεκδικήσουν οι μαθητές και οι μαθήτριές μας;
Πριν την αναχώρηση
Κάθεσαι αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα, σε μια ήσυχη γωνιά της αγαπημένης σου καφετέριας, και κρατάς στα χέρια σου τα ποιήματα του σπουδαίου Πορτογάλου συγγραφέα Φερνάντο Πεσόα. Με κάθε σελίδα που γυρίζεις απομακρύνεσαι ολοένα και περισσότερο από τα στενά γεωγραφικά σου όρια. Από το παράθυρο δεν αντικρίζεις πια τον γνώριμο εμπορικό δρόμο της Μυτιλήνης ή όποια άλλης πόλης διαμένεις, αλλά τα ανηφορικά σοκάκια της Λισαβόνας και τον απέραντο Τάγο. Αγναντεύεις τον Ατλαντικό από το δυτικότερο άκρο της Ευρώπης να χτυπά ορμητικά στους βράχους και, ύστερα, περιπλανιέσαι στη γραφική Σίντρα. Έτσι, χωρίς να έχεις μετακινηθεί ούτε εκατοστό από τη θέση σου, έχεις ήδη ξεκινήσει την περιήγησή σου στην Πορτογαλία του Πεσόα και των ετερώνυμών του[2], διαβάζοντας όχι μόνο τον ιδιότυπο «ταξιδιωτικό οδηγό» του[3], αλλά και τα υπόλοιπα κείμενά του, τα οποία σου προσφέρουν τη δυνατότητα να προσεγγίσεις το εσωτερικό πνεύμα της πορτογαλικής πρωτεύουσας. Το πεσοανικό σύμπαν είναι γεμάτο από εξιστορήσεις από τέτοια επιτόπια ταξίδια του νου και της φαντασίας:
Ένας άνθρωπος μπορεί, εφόσον διαθέτει πραγματική σοφία, να απολαμβάνει ολόκληρο το θέαμα του κόσμου από μια καρέκλα, χωρίς να ξέρει να διαβάζει, χωρίς να χρειάζεται να μιλήσει με κάποιον, μόνο χρησιμοποιώντας τις αισθήσεις του και έχοντας μια ψυχή που δεν ξέρει να είναι λυπημένη[4].
Έτσι, οι περιηγήσεις του Πεσόα στην αγαπημένη του Λισαβόνα μπορούν να σε μεταφέρουν ξαφνικά στην παιδική σου ηλικία, η οποία τόσο υμνείται στα ποιήματα και την πρόζα του. Ίσως τρέχεις ανέμελος κι εσύ μαζί με εμένα στην επαρχιακή σου γειτονιά, έχοντας χαραγμένη πάνω σου τη σφραγίδα της φτωχής εργατικής οικογένειας με το χαμηλό πολιτισμικό της φορτίο. Είσαι εκείνο το παιδί που το περικύκλωναν ψηλοί τοίχοι, οι οποίοι περιόριζαν την ορατότητα του άλλου κόσμου, του κόσμου της απόδρασης, του ταξιδιού, της διαφυγής από την κοινωνική μοίρα που αναπαραγόταν σε κάθε κλαδί του οικογενειακού σου δέντρου. Κι όμως, με το επόμενο αναπετάρισμα του ματιού, το παρόν σου διεισδύει εντονότερα στον κόσμο των αναμνήσεων. Γίνεσαι τότε ένα παιδί, το οποίο χαράζει στους ίδιους περιοριστικούς τοίχους τις μέρες, μετρώντας τες μία προς μία, καθώς πλησιάζει η στιγμή που θα αντικρίσεις για πρώτη φορά τον Ατλαντικό, το όριο του μέχρι τότε γνωστού σου κόσμου. «Μαμά, θα δω τον Ατλαντικό», είπες. «Πίστευες ότι μπορεί κάποιος από την οικογένειάς μας να κάνει ένα τέτοιο ταξίδι και να κοιτάξει τον Ατλαντικό;» Κι όμως, πλησιάζει η μέρα. Εκεί, στο δυτικότερο άκρο της Ευρώπης, στο Cabo da Roca, θα αγγίξεις τον τοίχο της φαντασίας σου. Από την άλλη πλευρά δεν θα απλώνεται απλώς η θάλασσα, αλλά ένα σκοτεινό κομμάτι του χάρτη, το οποίο θα σε καλεί να το ανακαλύψεις, όπως έκανες μικρός παίζοντας με τις ώρες Age of Empires, δίχως αυτή τη φορά να μπορείς να χρησιμοποιήσεις «cheat codes» για να εμφανιστεί μαγικά κάθε κρυφή γωνία του χάρτη. Θα είσαι κι εσύ τότε ένας ταξιδευτής, ο οποίος θα αγναντεύει το άγνωστο, προετοιμάζοντας την αναχώρησή σου, δίχως να γνωρίζεις τον προορισμό. Θα σταθείς εκεί στην άκρη της Ευρώπης και του κόσμου σου, κοιτάζοντας το αχανές του ωκεανού που καθρεπτίζει την απεραντοσύνη του ουρανού, και θα προσευχηθείς, χρησιμοποιώντας τους στίχους της «Προσευχής» του Πεσόα:
Κάνε να επανακτήσουμε την Απεραντοσύνη — της θάλασσας Ή οποιουδήποτε άλλου συνόρου, που μπορούμε να κατέχουμε[5]!
Γρήγορα πέρασε ο καιρός κι έφτασε η στιγμή να σβήσεις την τελευταία μέρα στο ημερολόγιό σου∙ αύριο θα βρίσκεσαι στην πόλη για την οποία ο Πεσόα έγραψε:
Ω Λισαβόνα, σπίτι μου[6]!
Η άφιξη στη Λισαβόνα
Σε υποδέχτηκε η πόλη, βροχερή και ομιχλώδης, όπως την περιέγραφε ο πιο μυστηριώδης ποιητής του 20ού αιώνα, σύμφωνα με τον Ιταλό συγγραφέα Αντόνιο Ταμπούκι, ειδικό στην πορτογαλική λογοτεχνία και ειδικότερα στον Φερνάντο Πεσόα[7]:
Όλα αβέβαια, όλα κοντά στο τέλος τους. Όλα κομμάτια, ολόκληρο πια τίποτα. Ω, Πορτογαλία, σήμερα, ομίχλη μόνο είσαι…[8]
Ωστόσο, στιγμή δεν έχασες και όρμησες να αντικρίσεις τον ποταμό, τον οποίο έβλεπε ο Πεσόα από το παράθυρο του σπιτιού του. Περπάτησες πλάι στον Τάγο και δεν έπαιρνες ούτε για ένα δευτερόλεπτο το βλέμμα σου από αυτόν. Θα ορκιζόσουν πως άκουγες τον ίδιο τον ποταμό να σου μιλάει∙ δυστυχώς, όμως, δεν είχες τη γλώσσα να τον καταλάβεις. «Ίσως και να με κοροϊδεύει», σκέφτηκες. Χλευάζει όλους όσους τον κοιτάνε και προσπαθούν να τον εξηγήσουν προσωποποιώντας τον, δίχως να μπαίνουν με τα μπούνια στην ουσία του, διότι:
Ο κόσμος ένα μεγάλο ανοιχτό βιβλίο είναι Που με χλευάζει σε μιαν άγνωστη γλώσσα[9].
Χλευάζει όσους δεν τον κατανοούν και δεν τον πλησιάζουν άμεσα, αυτοστιγμή και αδιαμεσολάβητα, δίχως σκέψεις, λέξεις, ερμηνείες, ερωταπαντήσεις και αναλύσεις∙ ήτοι δίχως μια διάθεση να δαγκώσουν την πραγματικότητα της φύσης:
Αν μπορούσα τη γη ολόκληρη να δαγκώσω και να νιώσω τη γεύση της, κι αν η γη ήταν για δάγκωμα θα ήμουν ευτυχέστερος έστω για μια στιγμή…[10]
Κουρασμένος από το βάρος αυτών των σκέψεων που βαστάζεις μόνος σου, κάθεσαι σε ένα παγκάκι και αντικρίζεις τον Τάγο με βλέμμα ασάλευτο σαν τις πέτρες στην άκρη του ποταμού. Βγάζεις, τότε, το μικρό μπλε τετράδιό σου και επιχειρείς να αποτυπώσεις στο χαρτί τα συναισθήματά σου για την ομορφιά της φύσης, έτσι ώστε να πλησιάσεις τη βαθιά ουσία του ποταμού. Ωστόσο, αυτό που κατανοείς είναι η αδυναμία της γλώσσας να μεταφέρει το άμεσο αίσθημα, όπως γράφει κι ο αγγλόφωνος ετερώνυμος του Πεσόα, Αλεξάντερ Σερτς:
Είτε γράφουμε είτε μιλάμε είτε απλώς κοιτάζουμε Πάντα απόντες είμαστε. Αυτό που είμαστε Δε μεταγγίζεται σε λόγια ή σε βιβλίο. Η ψυχή μας βρίσκεται στο άπειρο μακριά[11].
Τότε, παρατάς το χαρτί, στρέφεις το βλέμμα σου στον ορίζοντα του ποταμού, όπου ενώνεται με τον Ατλαντικό και ψιθυρίζεις: «Σε παρακαλώ, βοήθησέ με να σε πλησιάσω. Τι πρέπει να κάνω;»
Ακούς, τότε, τη φωνή του Ρικάρντο Ρέις, ενός άλλου ετερώνυμου του Πεσόα:
Όποιος δεν καταλαβαίνει, δεν μπορεί να καταλάβει και δεν υπάρχει λόγος να του εξηγήσει κανείς. Είναι σαν να προσπαθείς να δώσεις σε κάποιον να καταλάβει μια γλώσσα που δεν έμαθε ποτέ συλλαβίζοντας τις λέξεις[12].
Με αυτά τα λόγια προλογίζει ο κλασικιστής Ρικάρντο Ρέις, τα ποιήματα του ετερώνυμου του Πεσόα, Αλμπέρτο Καέιρο, ο οποίος είναι ο δάσκαλος που επινόησε για τον εαυτό του και για τους άλλους ετερώνυμους του πεσοανικού του γαλαξία. Βασανίζεις, τότε, τον νου σου για να μνημονεύσεις τους κατάλληλους στίχους του ίδιου του Καέιρο, μήπως έτσι καταφέρεις να απαντήσεις κατάλληλα∙ θυμήθηκες:
Θέλω να πω τι αισθάνομαι χωρίς να σκέφτομαι αυτό που αισθάνομαι. Θέλω να ακουμπήσω τις λέξεις στην ιδέα δίχως να χρειάζομαι ένα διάδρομο από τη σκέψη ως τις λέξεις[13].
Αυτοί οι στίχοι ήταν η απάντησή σου στον αμείλικτο Τάγο. Ξαφνικά, όμως, η επικοινωνία διεκόπη, διότι ήταν μια ανεπιτυχής επικοινωνία δια της γλώσσας και της έλλογης σκέψης, καθώς
Όπως ακριβώς σφάλλουν οι λέξεις όταν θέλουμε να εκφράσουμε κάποια σκέψη, έτσι λείπουν οι σκέψεις όταν θέλουμε να σκεφτούμε κάποια πραγματικότητα[14].
Με αυτά τα λόγια του ετερώνυμου Καέιρο, συμφωνεί και ο ημιετερώνυμος λογιστής Μπερνάρντο Σοάρες, συγγραφέας του Βιβλίου της Ανησυχίας:
Σκέφτομαι είναι καταστρέφω. Η ίδια η διαδικασία της σκέψης το δείχνει με την ίδια τη σκέψη, γιατί σκέφτομαι είναι αποσυνθέτω[15].
Ίσως, όμως, τότε, που κόπασαν οι κυριαρχικές σκέψεις και η σιωπή έλαβε τα ινία του πλησιάσματος ανθρώπου και φύσης, η ελπίδα για την αδιαμεσολάβητη επαφή να μπορούσε και πάλι να φανεί στον ορίζοντα. Άλλωστε, αυτό εκφράζει κι ο φυσιολάτρης Αλμπέρτο Καέιρο, ποιητής της συλλογής Ο βοσκός των προβάτων, ο οποίος συγγενεύει αρκετά με τον σημαντικό υμνητή της φύσης, Αμερικανό ποιητή, Ουόλτ Ούιτμαν. Η ποίηση του Καέιρο εκφράζει ένα αφελές πλησίασμα του κόσμου, πριν επέλθει η κυριαρχική θεματοποίησή του από το νου που ορίζει και νοηματοδοτεί. Γιατί ο ετερώνυμος δάσκαλος του Πεσόα αντιτίθεται στην ανάγκη του ανθρώπου να ερμηνεύει απόμακρα τον κόσμο, «συλλαμβάνοντάς» τον. Αντίθετα, προτείνει να επιτρέψουμε στη μυστική ουσία του κόσμου να μας προσφερθεί η ίδια, παραμερίζοντας το επιθετικό και λαίμαργο βλέμμα των ανθρώπων. Εξάλλου, όπως λέει και ο Ρικάρντο Ρέις «δεν μπορούμε να σκεφτούμε, αυτό που είναι άμεσο, όπως ο ουρανός και η γη. Μπορούμε μόνο να το δούμε και να το αισθανθούμε»[16]. Προσπαθώντας, λοιπόν, να αισθανθείς και όχι να καταλάβεις, κατέβασες ταπεινά το κεφάλι μπροστά στον απέραντο ποταμό και ψιθύρισες στον δροσερό άνεμο που σου χάιδευε το πρόσωπο:
Ω, θάλασσα αλμυρή, πόσο πολύ από τ’ αλάτι σου Δάκρυα Πορτογάλων είναι[17]!
Ξαφνικά, κι ένα δικό σου δάκρυ προστέθηκε στον ωκεανό των ταξιδευτών που έφυγαν για να ξεπεράσουν τα όρια του γνωστού τους κόσμου, αφήνοντας πίσω μητέρες να βαθαίνουν την ίδια αυτή θάλασσα, την οποία κοίταζες κι εσύ. Διότι, συνειδητοποίησες τις θυσίες που απαιτεί η προσπάθεια υπέρβασης των κοινωνικών περιορισμών σου. Κοίταξες κατάματα τη μορφή σου στο νερό και αντιλήφθηκες ότι έπρεπε να αλλάξεις πλήρως, να μεταμορφωθείς εσωτερικά και εξωτερικά, να γίνεις άλλος, αν θέλεις να εξερευνήσεις το άγνωστο, αν θέλεις να το κατακτήσεις, όπως όλοι αυτοί οι Πορτογάλοι εξερευνητές τους οποίους αντίκρισες στο Μνημείο των Ανακαλύψεων (Padrão dos Descobrimentos), όπως τον Βάσκο ντα Γκάμα, τον Μαγγελάνο και τον Ερρίκο τον Θαλασσοπόρο. Και κάπως έτσι, προς στιγμήν, ξέχασες τα πάντα, λησμόνησες οικογένεια, έρωτες και φίλους και τα κλείδωσες και εσύ, όπως ο Πεσόα, σε ένα μπαούλο, αποφασισμένος να διανύσεις έτσι τη ζωή σου, ακόμα κι αν δεν ανοίξει ποτέ και από κανέναν αυτό το κουτί των αναμνήσεων και των συλλογισμών. Ήσουν έτοιμος να κάνεις ακόμη ένα βήμα, να αφεθείς στον ποταμό και να επιτρέψεις στα δυνατά του ρεύματα να σε παρασύρουν προς τον ωκεανό. Πίστευες, ή έστω ήθελες να πιστεύεις, πως θα κατάφερνες το πέρασμα στην άλλη όχθη, ό,τι κι αν σε περίμενε εκεί. Ακόμη κι αν συντριβόσουν, θα άξιζε η προσπάθεια, διότι, τουλάχιστον, θα διεκδικούσες την πραγματοποίηση μιας ευχής για μια αξιοβίωτη ζωή. Αν πράγματι ήθελες να ζήσεις μια άλλη ζωή, ή μάλλον να ζήσεις πολλές ζωές, τρυπώντας τα ταβάνια που σου όρισε η καταγωγική σου αφετηρία, η οποία σε περιόριζε σε ένα πολύ στενό πολιτισμικό και οικονομικό πλαίσιο, έπρεπε να ρισκάρεις τα πάντα και να φύγεις. Ήσουν, συνεπώς, έτοιμος, από τη μία πλευρά, να δεχτείς να συλλέξεις τα λάφυρα των εξερευνήσεών σου, αλλά κι από την άλλη πλευρά, να αποδεχτείς την τιμωρία της ενδεχόμενης ύβρεώς σου. Μια τιμωρία, διότι θα επιχειρούσες να υπερβείς τα εσκαμμένα που σου όρισε η μοίρα, ακόμα κι αν δεν πρόκειται για μια υπερφυσική Μοίρα, αλλά μια απόλυτα πραγματική, την κοινωνική μοίρα, που προκαλεί πληγές στο σώμα και τραυματίζει ανεπανόρθωτα το πνεύμα. Ήσουν, λοιπόν, έτοιμος για όλα, ακούγοντας την εντολή του Πεσόα:
Στα χέρια τίποτα μην κρατάς Ούτε θύμηση καμιά στην ψυχή σου
Έτσι, όταν στα χέρια σου βάλουν Τον τελευταίο οβολό,
Ανοίγοντάς τα, να μην πέσει τίποτα[18].
Κι ακούγοντας τον ορθώνυμο, θέλησε να συμμετάσχει στον διάλογο κι ο ετερώνυμος Αλβάρο ντε Κάμπος
Αν πεθάνω πολύ νέος, ακούστε με: δεν υπήρξα τίποτα άλλο παρά ένα παιδί που έπαιζε[19].
Με όλα αυτά κατά νου, θεώρησες τον εαυτό σου έτοιμο να συναντήσεις από κοντά τον ίδιο τον Πεσόα. Άλλωστε, μελετούσες τα κείμενά του εδώ και μήνες, πρώτα για να πείσεις τον εαυτό σου ότι δικαιούσαι να του μιλήσεις στην πόλη που εκείνος δόξασε, κι έπειτα για να τολμήσεις να γράψεις ένα ταπεινό κείμενο γι’ αυτό το οδοιπορικό στη Λισαβόνα. Ωστόσο, μόλις έφτασε η στιγμή να καθίσεις στο ίδιο τραπέζι μαζί με το μπρούτζινο ομοίωμά του, έξω από το περίφημο «Café A Brasileira», στο οποίο σύχναζε, σε έπιασε ταχυπαλμία, το πρόσωπό σου κοκκίνησε και τα πόδια σου άρχισαν να τρέμουν. Μόνο ένα σιγανό «Obrigado» (Ευχαριστώ) κατάφερες να αρθρώσεις και αμέσως μπήκες μέσα στην καφετέρια. Κρύφτηκες σε κάποιο γωνιακό τραπέζι και νοερά μεταφέρθηκες στην εποχή του Πεσόα∙ νόμιζες πως τον έβλεπες να πίνει μόνος του αψέντι, γράφοντας ποιήματα σε σκόρπια χαρτιά και χαρτοπετσέτες. Ονειρεύτηκες τότε πως υπάρχει μια δεύτερη πραγματικότητα, στην οποία μπορεί κανείς να εισέλθει μέσα από αυτά τα ιστορικά καφέ και μπαρ. Εκεί, οι συγγραφείς κάθονται απέναντί σου, συνομιλούν μεταξύ τους ή γράφουν σιωπηλοί κι αν βρεις το κουράγιο μπορείς να μιλήσεις κι εσύ μαζί τους. Σε αυτή τη δεύτερη πραγματικότητα, η μία εσωτερική πόρτα του «Café A Brasileira» οδηγούσε στο «Café de Flore» και στο «Les Deux Magots» του Σαρτρ, της Μποβουάρ και του Καμί και από εκεί μπορούσες εύκολα να επισκεφτείς το «Kennedy’s», όπου περιπλανιούνταν οι Ιρλανδοί, Μπέκετ, Ουάιλντ και Τζόις. Καθώς συλλογίζεσαι όμως αυτή τη δυνατότητα να σταθείς στο πλευρό των μεγάλων συγγραφέων, συγκινείσαι και δεν μπορείς να ελέγξεις τον ενθουσιασμό σου. Μα ξάφνου, αισθάνεσαι τόσο λίγος ανάμεσά τους. Αμφισβητείς την προσπάθειά σου να τους μοιάσεις και οδεύεις προς την τουαλέτα να πετάξεις μια για πάντα τα χειρόγραφά σου. Τότε, όμως, όλοι οι συγγραφείς των διαφορετικών αιώνων, οι οποίοι φαίνονταν πλήρως αδιάφοροι για την ύπαρξή σου, σταματούν τις συζητήσεις, αφήνουν τις πένες τους στα τραπέζια και σε κοιτάνε επιθετικά. Τίποτα δεν ειπώθηκε και τίποτα δεν χρειαζόταν να ειπωθεί. Κούνησες το κεφάλι και βγήκες και πάλι στο κέντρο της Λισαβόνας.
«Μία ίσων καμία»: η πληθυντική ζωή του Πεσόα
Θυμήθηκες τότε το εγχείρημα του Πεσόα να ζήσει πολλές ζωές, να πολλαπλασιαστεί εμβαθύνοντας μέσα του[20], διότι όπως γράφει και ο Μίλαν Κούντερα στην Αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης: […] einmal ist keinmal, μία φορά ίσον καμία. Όταν έχεις να ζήσεις μόνο μία ζωή, είναι σαν να μη ζεις καθόλου[21].
Ο Πεσόα, μπορεί να έζησε μια μοναχική ζωή, ωστόσο μέσω της ποιητικής γραφής κατάφερε να συγκροτήσει μια ολόδική του οικογένεια, αποτελούμενη από δεκάδες ετερώνυμους συγγραφείς. Κεντρικές μορφές αυτής της ιδιότυπης οικογένειας είναι ο Αλμπέρτο Καέιρο, ο Ρικάρντο Ρέις, ο Αλβάρο ντε Κάμπος και φυσικά και ο ίδιος ο Πεσόα είναι μέλος αυτής της οικογένειας ως ο ορθώνυμος. Κάθε ένας με μοναδικά εξωτερικά χαρακτηριστικά, διαφορετική ιδιοσυγκρασία, διαφορετικές ιδέες και τρόπο γραφής[22]. Παρόμοια δημιουργία λογοτεχνικού σύμπαντος δύσκολα συναντά κανείς στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας και ίσως να μην τη γνωρίζαμε ποτέ, αν δεν είχε ανακαλυφθεί το μυθικό μπαούλο του Πεσόα, με τις δεκάδες χιλιάδες χειρόγραφα όλων αυτών των ετερώνυμων, τα οποία ο ίδιος δεν τα δημοσίευσε. Γιατί; Ίσως, την απάντηση να μας τη δίνει ο ίδιος στους παρακάτω στίχους:
Ούτε φιλοδοξία τρέφω, ούτε επιθυμία Η φιλοδοξία μου δεν είναι να είμαι ποιητής. Είναι ο δικός μου τρόπος να είμαι μόνος[23].
Η γραφή, λοιπόν, προσφέρει συντροφιά στη μοναχική ζωή του συγγραφέα. Προσφέρει, όμως, και τη δυνατότητα αυτή τη μία ζωή που έχει να τη ζήσει ως πολλές και «να είναι πάντα άλλος»[24]∙ άλλωστε με βεβαιότητα δηλώνει ότι:
Ο καθένας μας είναι πολλοί[25].
Και μέσα από το βλέμμα των πολλών, κοιτάζει ενδότερα τον εαυτό του:
Για να νιώσω τον εαυτό μου, πολλαπλασιάστηκα Για να νιώσω τον εαυτό μου, ανάγκη είχα τα πάντα να νιώσω. Ξεχείλισα, βγήκα απ’ τον εαυτό μου, παρασύρθηκα Γυμνώθηκα, παραδόθηκα Και σε κάθε γωνιά της ψυχής μου Βωμός σε διαφορετικό Θεό υπάρχει[26].
Έτσι, μέσω της γραφής, πολλαπλασιάζει τη μία αυτή ζωή του και κατορθώνει να δει τον κόσμο μέσα από βλέμματα ανθρώπων με διαφορετική προσωπική ιστορία και ιδιοσυγκρασία. Με αυτόν τον τρόπο, δίνει τη δική του απάντηση στο «μία ίσον καμία» του Κούντερα. Για παράδειγμα, στο πεσοανικό σύμπαν ο ορθώνυμος μπορεί να θεάται τον κόσμο ως ποιητής αποτραβηγμένος στη φύση δίχως επάγγελμα και μόρφωση (Αλμπέρτο Καέιρο), ως γιατρός, γνώστης της λατινικής και αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, ο οποίος έζησε εξόριστος στη Βραζιλία λόγω των φιλομοναρχικών του πεποιθήσεων (Ρικάρντο Ρέις), ως ναυπηγός που υμνεί τη σύγχρονη τεχνολογία (Αλβάρο ντε Κάμπος), ως ταπεινός βοηθός λογιστή (Μπερνάντο Σοάρες) και ως τόσοι άλλοι. Και φυσικά, ανάμεσα σε όλους αυτούς, ο ίδιος ο Πεσόα ξαναβρίσκει το εγώ του, λαμβάνοντας τα ινία της πληθυντικής ζωής του:
Ψυχές περισσότερες από μία έχω. Περισσότερα εγώ απ’ το εγώ το δικό μου. Υπάρχω εν τούτοις, Αδιάφορος για όλους. Τους κάνω να σιωπούν: εγώ μιλάω[27].
Η πληθυντική ζωή, λοιπόν, είναι ο στόχος του Πεσόα, γιατί μόνο αυτή είναι η πραγματική ζωή[28]. Κι αυτή η ζωή της πολλαπλότητας μπορεί να βιωθεί τόσο «γράφοντας με την ψυχή για μελάνι»[29], όσο και μέσα από τα όνειρα, για τα οποία ο Μπερνάρντο Σοάρες, αναφέρει:
Δεν έκανα τίποτε άλλο από το να ονειρεύομαι. Αυτό ήταν, και μόνο αυτό, το νόημα της ζωής μου. Ποτέ δεν είχα άλλη πραγματική ενασχόληση πέρα από την εσωτερική μου ζωή. […] Ποτέ δεν επιθύμησα άλλο από αυτό που δεν μπορούσα να φανταστώ. […] Η μανία μου να θέλω να δημιουργώ έναν κόσμο ψεύτικο με συνοδεύει ακόμα, και μόνο στον θάνατό μου θα μ’ εγκαταλείψει[30].
Εντός αυτής της ονειρικής κατάστασης συναντά τις προσωπικότητες που θα ενσωματώσει στη γραφή του και θα τους εντάξει στο πεσοανικό του σύμπαν ως αναπόσπαστα μέλη της πληθυντικής ζωής του. Όταν, όμως, η μακάρια ονειρική κατάσταση της πνευματικής συντροφιάς παύει και η συνειδητή ζωή αναπόφευκτα επανέρχεται στον έλεγχο, τότε βιώνεται μια βαθιά θλίψη, καθώς όλοι αυτοί οι φίλοι που συνάντησε, έμειναν πίσω από το πέπλο που χωρίζει την πραγματικότητα από το όνειρο∙ μια θλίψη η οποία προκύπτει από την αδυναμία του να επιλέξει μόνιμα το όνειρο και την πολλαπλότητα, όπως πραγματικά επιθυμούσε:
Μερικές φορές σκέφτομαι πόσο ωραίο θα ήταν να μπορούσα, ενοποιώντας τα όνειρά μου, να δημιουργήσω για μένα μια συνεχή ζωή, αδιάλειπτη, ενώ οι μέρες θα κυλούσαν η μία μετά την άλλη, με φανταστικούς συντρόφους, ανθρώπους που θα επινοούσα, και να ζούσα, να υπέφερα, να απολάμβανα αυτή την πλασματική ζωή[31].
Φτάνει μάλιστα στο σημείο να ευχηθεί να υπήρχε ένας παράδεισος, όπου όλες αυτές οι διαφορετικές ζωές και εμπειρίες θα μπορούσαν να βιωθούν και πάλι, αλλά αυτή τη φορά αιώνια:
Να μην υπάρχει, έστω μόνο για μένα, ένας παράδεισος καμωμένος απ’ αυτά όλα! Να μην μπορώ να συναντήσω τους φίλους που ονειρεύτηκα, να περιπλανηθώ στους δρόμους που δημιούργησα, να ξυπνήσω με τη φασαρία από τα κοκόρια και τις κότες και από το πρωινό συγύρισμα του σπιτιού στην εξοχή όπου με φαντάζομαι[32].
Ωστόσο, γνωρίζει ότι πρέπει να συνεχίσει τη ζωή του βυθισμένος στην αβεβαιότητα για αυτό το μακάριο μέλλον, επιλέγοντας όσο μπορεί να πραγματοποιεί το επιτόπιο ταξίδι στον κόσμο των πολλών προσωπικοτήτων και των χιλιάδων ηλιοβασιλεμάτων που απολαμβάνει στον κόσμο της φαντασίας και του ονείρου.
Επίλογος
Αυτό το ταξίδι δεν απαιτεί κάποιο ακριβό εισιτήριο, αλλά ένα στυλό και ένα οποιοδήποτε χαρτί, πάνω στο οποίο θα αποθέσεις το απελευθερωμένο πνεύμα σου, που θα εισέλθει μέσω της δημιουργίας σε μια λογοτεχνική πραγματικότητα, η οποία αμφισβητεί την ανωτερότητα της καθημερινής πρακτικής ζωής. Άλλωστε, αναρωτιέται ο Μπερνάρντο Σοάρες
Ποιος ξέρει αν τα μυθιστορήματα δεν είναι μια τελειότερη πραγματικότητα και ζωή που ο Θεός δημιουργεί μεσ’ από μας, κι αν εμείς δεν υπάρχουμε — ποιος ξέρει; —μόνο για να δημιουργούμε[33];
Ίσως, λοιπόν, ο σκοπός της ζωής είναι η δημιουργία άλλων κόσμων και άλλων ζωών, οι οποίες υπάρχουν στη σφαίρα της φαντασίας και του ονείρου, αλλά διεκδικούν την είσοδό τους στην πραγματικότητα, ή ακόμα και την επιβάλλουν, όταν καταφέρνουν και κρατούν συντροφιά στον αναγνώστη και τον δημιουργό, συμπονώντας τους πόνους του ή και προσφέροντάς του χαρά. Άλλωστε, κάθε χαρακτήρας του πεσοανικού σύμπαντος διατρανώνει τη σπουδαιότητα της λογοτεχνικής γραφής εις βάρος της νωθρής καθημερινής πρακτικής. Πιο συγκεκριμένα, ο συγγραφέας του Βιβλίου της ανησυχίας δηλώνει πως «η λογοτεχνία είναι ο πιο ευχάριστος τρόπος να αγνοούμε τη ζωή»[34] και έτσι μας επιτρέπει να ζούμε πολλές άλλες[35]. Εξάλλου:
Η λογοτεχνία, όπως και κάθε μορφή τέχνης,
ισοδυναμεί με ομολογία ότι η ζωή δεν αρκεί[36].