Χάρτης 95 - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-95/metafrash/i-aitoy-ghalinotati-ipsilotita-toi
Ο Άλγκερνον Χένρι Μπλάκγουντ (Algernon Henry Blackwood, 1869, Κέντ, Αγγλία - 1951, Λονδίνο), συγγραφέας ιστοριών μυστηρίου και υπερφυσικού τρόμου. Αφού δοκίμασε την τύχη του ως αγρότης και ξενοδόχος στον Καναδά, μεταλλωρύχος στην Αλάσκα και δημοσιογράφος στη Νέα Υόρκη, επέστρεψε το 1899 στην Αγγλία. Επτά χρόνια αργότερα εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο: Το άδειο σπίτι (The Empty House, 1906) και από τότε ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη γραφή. Ανάμεσα στις συλλογές που εξέδωσε βρίσκεται και μια με πρωταγωνιστή τον Τζον Σάιλενς (John Silence, 1908), έναν ντετέκτιβ ευαίσθητο σε παραφυσικά φαινόμενα, καθώς και τις Ιστορίες του ανοίκειου και του υπερφυσικού (Tales of the Uncanny and Supernatural, 1949), εικοσιδύο διηγήματα επιλεγμένα από τα υπόλοιπα εννιά βιβλία του. Σε μεγαλύτερη ηλικία ο Μπλάκγουντ απέκτησε ένα ευρύτερο κοινό μέσα από την παρουσίαση ιστοριών με φαντάσματα στο Βρετανικό ραδιόφωνο και την τηλεόραση.
Στο ορεινό καταφύγιο, στο οποίο είχε αποδράσει μετά από μερικές βδομάδες χαρούμενης ανάπαυλας στην πρωτεύουσα, ο Ντιλέιν, ένας νεαρός Άγγλος ταξιδιώτης, καθόταν μόνος κι άκουγε τον άνεμο να χτυπά με βία τα πεύκα. Οι ανταύγειες της φωτιάς χόρευαν στο γυμνό, πέτρινο πάτωμα και στα δοκάρια της οροφής, δίνοντας στο δωμάτιο την αίσθηση της κίνησης και παρ’ όλο που οι συμπαγείς τοίχοι στέκονταν στέρεοι κόντρα στην άγρια, ανοιξιάτικη καταιγίδα, το σφυροκόπημα του ανέμου έμοιαζε ν’ απειλεί τα θεμέλια. Γιατί το βουνό σείονταν, το δάσος βρυχιόταν, κι οι σκιές έτρεχαν παντού, καθώς το μικρο κτήριο έτρεμε. Ο Ντιλέιν κοίταζε κι άκουγε. Στοίβαξε τα κούτσουρα στο τζάκι. Που και που έριχνε νευρικές ματιές πάνω απ’ τον ώμο του, ανήσυχος, γεμάτος αγωνία, καθώς από τα κλαδιά τινάχτηκε μια κοφτή ριπή νερού πάνω στο παράθυρο ή όταν ένα φύσημα —ασυνήθιστης σφοδρότητας— τράνταξε την πόρτα. Υπερβολικά κουρασμένος, μετά τη μακρά ανάβασή του κατά τη διάρκεια της μέρας, κάτω από ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες, συνειδητοποιούσε τώρα, στο ορεινό καταφύγιό του, την απόλυτη μοναξιά του· γιατί ο νους του γέννησε εκείνο το ανεπιθύμητο σύμπτωμα της πραγματικής μοναξιάς — ότι δεν ήταν, παρ’ όλ’ αυτά, εντελώς μόνος. Άκουγε συνέχεια βήματα και φωνές μέσα στην καταιγίδα. Ακόμη ένας περιπλανώμενος, ακόμη ένας παράκαιρος αναρριχητής σαν και κείνον, επρόκειτο να καταφθάσει από στιγμή σε στιγμή και δεν υπήρχε περίπτωση να κοιμηθεί, προτού ακούσει ένα χτύπημα στην πόρτα. Σχεδόν περίμενε κάποιον.
Πήγε για δέκατη φορά στο μικρό παράθυρο. Κοίταξε βαθιά μες στην πυκνή σκοτεινιά της νύχτας που έπεφτε, σκιάζοντας με το χέρι του τα μάτια, κόντρα στο αχνισμένο τζάμι, για να εμποδίσει τις ανταύγειες της φωτιάς, σε μιαν απόπειρα να μπορέσει να δει αν φαινόταν κανένας άλλος αναρριχητής — ίσως μάλιστα κάποιος αναρριχητής που βρισκόταν σε μια κατάσταση απελπισίας. Το τοπίο ήταν άγριο κι ερημικό· καλώς είχε ονομαστεί Σαμάρι του Διαβόλου. Λιωμένο χιόνι διέτρεχε τα μαύρα πρόσωπα των γκρεμών, που πυργώνονταν στον βορρά, εκεί όπου τα ύψη τους έμεναν κρυμμένα σε μια θάλασσα από υδρατμούς· καταρράκτες χύνονταν μες σε αβύσσους κι από τις δυο μεριές· από τη νότια πλευρά πίεζε το δάσος, σαν αδιαπέραστο τείχος· και η επικίνδυνη κορυφογραμμή στην οποία είχε αναρριχηθεί όλη τη μέρα ξεγλιστρούσε πονηρά μες σ’ έναν ουρανό γεμάτο από ογκώδη σύννεφα. Αλλά καμία ανθρώπινη μορφή δεν ήταν, φυσικά, ευδιάκριτη, γιατί τόσο το περασμένο της ώρας, όσο κι η στοιχειακή μανία της νύχτας έκαναν ένα τέτοιο ενδεχόμενο να φαντάζει απίθανο. Γύρισε να φύγει μ’ ένα πήδημα, καθώς η θύελλα τον φύσηξε γερά στο πρόσωπο. Έπειτα, αφού καθάρισε από το τραπέζι τα υπολείμματα του λυτού του δείπνου, κρέμασε τα μουσκεμένα ρούχα του σε μιαν άλλη γωνία πίσω απ’ τη φωτιά. Σιγουρεύτηκε ότι η πόρτα ήταν γερά μανταλωμένη από μέσα, σκαρφάλωσε στην κουκέτα του, όπου λευκά μαξιλάρια και βαριές Αυστριακές κουβέρτες έμοιαζαν να τον προσκαλούν κι ετοιμάστηκε επιτέλους να πέσει για ύπνο.
«Πρέπει να ’μαι υπερβολικά κουρασμένος», είπε μ’ έναν αναστεναγμό, έπειτα από μισή ώρα που γυρόφερνε βαριεστημένα στο κρεββάτι και σηκώθηκε για να ζωντανέψει λίγο τη φωτιά που είχε αρχίσει να κάθεται. Κούτσουρα υπάρχουν άφθονα σ’ αυτά τα ορειβατικά καταφύγια· τα στοίβαξε λοιπόν καλά-καλά. Αλλά τούτη τη φορά άναψε και τη μικρή λάμπα του λαδιού. Συνειδητοποιούσε τώρα —παρ’ όλο που δεν ήθελε να το παραδεχτεί— ότι δεν ήταν η υπερβολική κούραση που τον είχε κάνει να χάσει τον ύπνο του, αλλά εκείνη η ανεπιθύμητη αίσθηση ότι περίμενε κάποιον, ότι δεν ήταν ακριβώς μόνος. Και το αίσθημα αυτό επέμενε και γιγαντωνόταν. Τράβηξε τον ξύλινο πάγκο πιο κοντά στη φωτιά, άναψε τη λάμπα όσο πιο δυνατά γινόταν κι ευχόταν —χωρίς συγκεκριμένο λόγο— να έρθει το πρωί. Το φως ήταν τώρα κάτι το ευχάριστο, ενώ το σκοτάδι, για πρώτη φορά μετά την παιδική του ηλικία, τον έκανε ν’ ανησυχεί. Ήταν έξω, αλλά μπορούσε τόσο εύκολα να μπει μέσα, να πλημμυρίσει, να σβήσει, να εκμηδενίσει τα πάντα. Το σκοτάδι έμοιαζε να ’χει και μια διάσταση θετική. Ήδη, κατά κάποιον τρόπο, είχε εγκαθιδρυθεί μες στον νου του η αίσθηση ενός τεράστιου, επιθετικού σκότους το οποίο κάλυπτε ένα ανεπιθύμητο ίχνος της προσωπικότητας. Κάποια σκιά απ’ τις βουνοκορφές ή απ’ το δάσος —τιτάνια κι απειλητική— κατέκλυζε όλη του τη σκέψη. «Αυτό δεν μπορεί να το προκαλούν τα νεύρα μου», ψιθύρισε στον εαυτό του. «Δεν είμαι πια και τόσο κουρασμένος!». Σκάλισε τη φωτιά και την έκανε να βρυχάται. Αναρίγησε και τραβήχτηκε πιο κοντά στη φλόγα της. «Δεν είμαι σε φόρμα· θα ’χει να κάνει μ’ αυτό», είπε μέσα του και θυμήθηκε με σιχαμάρα τις βδομάδες της τόσο πολυτελούς ανάπαυλας πού ’χε αφήσει πίσω του.
Γιατί θα έλεγε κανείς πως ο Ντιλέιν είχε μάλλον σπαταλήσει τον χρόνο του εκπαιδευτικού του ταξιδιού. Κατευθείαν από την Οξφόρδη, και με αρκετά χρήματα στην τσέπη του, είχε μάλλον παραφορτώσει το μυαλό του με τον τελευταίο συρμό της Ηπειρωτικής σκέψης —με τη Γαλλική Επιστήμη, τη Γερμανική Μεταφυσική και Φιλοσοφία—, κι είχε έπειτα παρασυρθεί απ’ την εύθυμη διάθεση εκείνων των μητροπόλεων των οποίων τα φώτα δεν τα ’σβηνε μες στα μεσάνυχτα κάποια κυριακάτικη, σχολική αστυνομία. Είχε χορτάσει, σωματικά, συναισθηματικά, διανοητικά· και λαχταρούσε πάλι —μ’ όλο του το είναι—, σε σημείο πείνας, την απλή ζωή και την απλή διδασκαλία — πάνω απ’ όλα το τελευταίο. Ο δρόμος της Υπερβολής οδηγεί στο παλάτι της Σοφίας — για ορισμένες ιδιοσυγκρασίες τουλάχιστον κι ο Ντιλέιν ήταν μία απ’ αυτές (ξέχασα να πω πως το ίδιο ίσχυε και για τον Μπλέικ). Γιατί έτσι είναι η νεότητα· και η αντίδρασή του ήρθε βίαιη και απότομη. Ο εαυτός του επαναστατούσε. Αποτραβήχτηκε απ’ όλες τις μικρο-απολαύσεις και λαχταρούσε την αυστηρότητα, τον καθαρό αέρα, τη μοναξιά και τις κακουχίες. Έπρεπε, δίχως καθυστέρηση, να βρει συνθήκες απλές, έναν περίγυρο καθαρό και την τόνωση που προσφέρει η φυσική άσκηση. Ήταν ακόμη η αρχή της χρονιάς, πολύ νωρίς για να σκεφτεί μια πιο απαιτητική αναρρίχηση, γιατί το χιόνι ήταν ακόμη επικίνδυνο κι ο καιρός άγριος, αλλά είχε επιλέξει αυτό, το πιο απομονωμένο απ’ όλα τα ορεινά καταφύγια, προκειμένου να σιγουρέψει την ησυχία του· κι είχε έρθει χωρίς οδηγό ή σύντροφο, για μια βδομάδα σκληροτράχηλης ζωής στην άγρια φύση, θέλοντας να μετρήσει τις δυνάμεις του, με στόχο την πλήρη ανάρρωση.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της μέρας, καθώς ανέβαινε την έρημη κι επικίνδυνη κορυφογραμμή, το μυαλό του —καλό, υγιές, φυσιολογικό σύμπτωμα— γύρισε πίσω, στις μέρες που ήταν παιδί, στη στέρεη, γειωμένη σοφία του ευλαβούς πατέρα του και στις πρώιμες διδαχές (ω, πόσο γλυκιές κι αναζωογονητικές ήταν για το πνεύμα του που τα ’παιρνε όλα κατά γράμμα), που του ’δινε η μάνα του όταν τον είχε στα γόνατά της. Τώρα, καθώς κοίταζε τη φλόγα να καταβροχθίζει τα κούτσουρα, όλα αυτά ξανάρθαν στη μνήμη του με διπλάσια δύναμη· η απλή, πολύτιμη ιστορία που λεγόταν από καταβολής κόσμου για τον Παράδεισο και την Κόλαση, για μια πατρική Θεότητα και για έναν τολμηρό, πανούργο, προσωπικό Διάβολο.
Οι σκέψεις του διακόπηκαν άξαφνα, καθώς η βρυχώμενη νύχτα έπεσε πάνω στα παράθυρα με κεραυνοβόλα δριμύτητα, η οποία έκανε τους τοίχους να σείονται και ρούφηξε τη φλόγα ως τη μέση της πλατιάς, πέτρινης καμινάδας. Η φλογίτσα από τη λάμπα του λαδιού τρεμόπαιξε και κείνη, μέχρι που έσβησε εντελώς. Το σκοτάδι εισέβαλλε στο δωμάτιο για ένα λεπτό κι ο Ντιλέιν αναπήδησε απ’ τον πάγκο του, με τη σκέψη πως ψηλά πάνω του, το χιόνι θα ’χε αρχίσει να μαλακώνει εξαιτίας της βροχής και θα παρέσυρε το καταφύγιο μέσα στην άβυσσο. Καθόταν ακόμα έτσι, τρέμοντας μες στη μέση του δωματίου, γεμάτος αβεβαιότητα, όταν μια βαθιά σιωπή ακολούθησε το στοιχειακό εκείνο ξέσπασμα της φύσης και τη σιωπή διαδέχτηκε, σαν ψίθυρος μετά από κεραυνό, ένας παράξενος, σταθερός ήχος· εκείνος νόμισε πως ήταν ένα βήμα προς την πόρτα. Ακούστηκε ξανά, αλλά δεν ήταν βήμα. Ήταν κάποιος που χτυπούσε τα βαριά, δρύινα δοκάρια· επρόκειτο για έναν σταθερό, εξουσιαστικό ήχο, λες και ο νιόφερτος είχε δικαίωμα κραταιό να εισέλθει και ήδη ανυπομονούσε με την καθυστέρηση.
Ο Άγγλος ήρθε αυτομάτως στα σύγκαλά του, συνειδητοποιούσε, με κάποιαν ανακούφιση, την καινούργια άφιξη — επιτέλους!
«Φυσικά», είπε, «η σεζόν έχει ξεκινήσει, θα ’ναι ακόμη ένας αναρριχητής σαν κι εμένα ή ίσως ο άνθρωπος που έρχεται και ετοιμάζει τα καταφύγια για τους επισκέπτες». Και πήγε γρήγορα, χωρίς περαιτέρω ενδοιασμούς, να ξεμανταλώσει την πόρτα.
«Συγχωρήστε με!», εξήγησε στα γερμανικά, καθώς την άνοιγε διάπλατα. «Είχα μισοκοιμηθεί δίπλα στη φωτιά. Είναι μια φριχτή νύχτα. Περάστε να φάτε κάτι και να προφυλαχθείτε απ’ τον καιρό, εδώ θα καλύψετε ετούτες τις ανάγκες — μπορείτε να μοιραστείτε μαζί μου το ταπεινό μου δείπνο».
Και μια ψηλή φιγούρα που κάλυπτε το κεφάλι της με κουκούλα τον προσπέρασε μαζί με μια ριπή του θυμωμένου ανέμου η οποία ερχόταν από το αδιαπέραστο σκοτάδι του κόσμου πέρα. Για ένα λεπτό, στο κατώφλι, το περίγραμμά του διαγράφηκε πλήρως από την ανταύγεια της φωτιάς, καθώς το μαύρο πέπλο της νύχτας βρισκόταν πίσω του· μεγαλοπρεπής, στητός, επιβλητικός, με την κουκούλα του άγρια κουρελιασμένη απ’ τον άνεμο, αλλά με το πρόσωπό του κρυμμένο κάτω από ένα καπέλο με χαμηλωμένο γείσο· ένα λεπτό αργότερα η πόρτα έκλεισε πίσω του με πάταγο εξαιτίας της καταιγίδας κι οι δυο άντρες γύρισαν ν’ αντικρίσουν ο ένας τον άλλον μέσα στο μικρό δωμάτιο.
Ο Ντιλέιν συνειδητοποίησε αμέσως δύο πράγματα· επρόκειτο για δυο εντυπώσεις, ιδιαίτερα ζωηρές: Πρώτον, ότι το σκοτάδι έμοιαζε να ’χει εισέλθει απ’ έξω και να ’χει εγκατασταθεί ανάμεσα σ’ εκείνον και τον νιόφερτο· και δεύτερον ότι ήταν δύσκολο να επικεντρώσεις στο πρόσωπο του ξένου για να ’χεις μια ξεκάθαρη εικόνα του, παρ’ όλο που είχε μόλις αφαιρέσει την κουκούλα και το καπέλο. Ήταν σαν να υπήρχε κάτι σαν θολούρα γύρω του. Πράγμα το οποίο ο Άγγλος το απέδιδε εν μέρει στην εντύπωση που δημιουργούσε το τρέμουλο της φωτιάς κι εν μέρει στην κεραυνοβόλα λάμψη που είχαν τα δεσποτικά, τα τρομερά μάτια του άντρα, τα οποία έκαναν το δικό του βλέμμα ν’ αμφιταλαντεύεται κατά έναν παράδοξο τρόπο καθώς τον κοίταζε. Αυτές οι εντυπώσεις, παρ’ όλο που ήταν στιγμιαίες και περαστικές, οφείλονταν —πέραν πάσης αμφιβολίας— στην τεταμένη κατάσταση των νεύρων του και στο μικρό σοκ που του δημιούργησε η δραματική, σχεδόν θεατρική είσοδος του ξένου. Οι αισθήσεις του Ντιλέιν, σ’ εκείνον τον περίγυρο, τον έκαναν να ρέπει προς την υπερβολή. Γιατί τώρα, καθώς βοηθούσε τον άντρα να βγάλει την κάπα του, καθώς του μιλούσε με τρόπο φυσικό για το καταφύγιο, το φαγητό και τον άγριο καιρό έχασε την πρώτη εκείνη παραμορφωτική εικόνα και το μυαλό του ανέκτησε τις υγιείς του αναλογίες. Παρ’ όλο που ο ξένος είχε μια καταπληκτική εμφάνιση, δεν ήταν τόσο ασυνήθιστη ώστε να προκαλεί την ανησυχία· το φωτεινό και χαμηλό άνοιγμα της πόρτας δημιουργούσε μια πλασματική εικόνα σε σχέση με το ανάστημά του. Είχε μικρύνει. Και τα μεγάλα του μάτια, κάτω από μια πιο ψύχραιμη εξέταση, είχαν απωλέσει την αρχική, κεραυνοβόλα τους μανία. Επιπλέον το σκοτάδι το οποίο είχε εισέλθει, δεν ήταν παρά μια εντύπωση που δημιουργούσε η ταραγμένη νύχτα πίσω του, καθώς περνούσε το κατώφλι. Η κλειστή πόρτα το αποδείκνυε.
Κι όμως, καθώς ο Ντιλέιν συνέχισε να τον παρατηρεί σιωπηλά, είδε ότι αυτό που του είχε προκαλέσει εκείνο το ξάφνιασμα, αυτό που τον είχε μεγεθύνει τόσο μέσα στον νου του, παρέμενε αμετακίνητο. Οι αισθήσεις του, μόλο που του ’διναν μιαν ακριβή εικόνα των πραγμάτων, επέμεναν σ’ εκείνη την καταπληκτική κι ανησυχητική εντύπωση: υπήρχε εκεί, σ’ αυτόν τον αργοπορημένο περιπλανώμενο της νύχτας, μιαν ακαθόριστη και υψηλή αίσθηση του παράξενου που τον διαχώριζε πλήρως απ’ τον συνηθισμένο άνθρωπο.
Ο Άγγλος τον παρατηρούσε εξεταστικά, συγκαλυμμένα, αλλά και με μια δόση παθιασμένης περιέργειας την οποία δεν μπορούσε ούτε κατ’ ελάχιστο να εξηγήσει. Υπήρχαν αντιφάσεις που σε μπέρδευαν σε σχέση μ’ εκείνον. Γιατί η πρώτη εντύπωση που σου δημιουργούσε, ήταν αυτή μιας άψογης νεότητας, ενώ στο πρόσωπό του, παρ’ όλο που διαγράφονταν το σθένος κι η δόξα της ομορφιάς, διακρινόταν τώρα το στίγμα μιας τρομακτικά μεγάλης ηλικίας. Ήταν φθαρμένο και κουρασμένο. Ενώ απ’ τη μια ακτινοβολούσε γεμάτος σφρίγος και υγεία και ισχύ, απ’ την άλλη είχε την υπογραφή της βαθιάς εξουθένωσης που έρχεται μαζί με τη μεγάλη εμπειρία, παρά με τη φυσιολογική εμπειρία. Επιπλέον, ανακάλυψε μέσα σ’ εκείνο το πρόσωπο, μ’ έναν τρόπο που δεν του ήταν δυνατόν να τον περιγράψει, τα χαρακτηριστικά του άντρα, της γυναίκας και του παιδιού. Ήταν πολύ σοβαρό εκείνο το πρόσωπο, γεμάτο λύπη κι ακόμη με μιαν έκφραση ειρωνείας· υπομονή, τρυφερότητα και γλυκύτητα διαγράφονταν στα χείλη του και πίσω από το ψηλό, χλομό μέτωπό του καθόταν άγρυπνη στον θρόνο της η διάνοιά του. Εκεί έσμιγαν η αγάπη και το μίσος, ο πόθος και η απελπισία· μια αίσθηση σαν να ’ναι συνεχώς αμυνόμενος και παρόλ’ αυτά να ’χει καταληφθεί από το πνεύμα της ανταρσίας· να σε στοιχειώνει και παράλληλα να ικετεύει, να έχει γνώση, αλλά να πνίγεται από τη θλίψη.
Ο Ντιλέιν έπαψε να τον περιεργάζεται, γιατί είχε πλήρη συνείδηση πως ενώπιόν του βρισκόταν κάτι έξοχο, κάτι πέρα από κάθε δυνατότητα μεταλλαγής. Τον κατέλαβε επίσης μια αίσθηση του κάλλους και της ιερότητας. Δεν είχε κάνει ποτέ του την αλλοπρόσαλλη υπόθεση πως ο άνθρωπος ήταν το υψηλότερο δημιούργημα του σύμπαντος, ούτε πως κάτι είναι θαύμα απλώς και μόνον επειδή δεν έχει ξανασυμβεί. Διερωτόταν έτσι στα τυφλά, αφού κάθε εξήγηση και ανάλυση έμοιαζε ανεπαρκής. «Είναι ένας μεγάλος διδάσκαλος», σκέφτηκε ονειροπολώντας, «ή ένας πανίσχυρος επαναστάτης! Πέραν πάσης αμφιβολίας μια διακεκριμένη προσωπικότητα! Ποιος θα μπορούσε να ’ναι;». Είχε έναν αέρα βασιλικό που επέβαλλε αυτομάτως τον σεβασμό στη φαντασία του. Και θυμήθηκε τον θρύλο που έλεγαν μεταξύ τους οι χωρικοί, ότι τις πιο άγριες νύχτες εμφανιζόταν ο Λουδοβίκος της Βαυαρίας. Απροσδόκητα ένα στοιχείο σεβασμού, σχεδόν ευλάβειας, τρύπωσε στον λόγο και στους τρόπους του και μαζί με τον σεβασμό —μα πότε είχε προκύψει αυτό;— ένας διερευνητικός οίκτος.
«Θα πρέπει να ’στε πολύ κουρασμένος κύριε», είπε με σεβασμό, καθώς συγύριζε το δωμάτιο, «και θα ’χετε στα σίγουρα κρυώσει, θα είστε μούσκεμα! Κοπιάστε δίπλα στη φωτιά, θα σας βοηθήσει να στεγνώσετε και εν τω μεταξύ θα ετοιμάσω ό,τι μου βρίσκεται για να φάμε, εάν έχετε όρεξη δηλαδή». Γιατί ο άλλος δεν κουβαλούσε σάκκο, ούτε ήταν ντυμένος κατάλληλα για τη δριμύτητα μιας ορεινής διαδρομής.
«Έχω ήδη φάει», είπε ο ξένος ευγενικά, «ευχαριστώ, ούτε βρεγμένος είμαι, ούτε κουρασμένος. Τα βάσανα που κουβαλάω είναι άλλου είδους, από κείνα που πολύ εύκολα —είμαι βέβαιος— θα μπορούσατε ν’ ανακουφίσετε».
Μιλούσε σαν άνδρας που τα λόγια του ήταν δυνατόν να στείλουν στρατιώτες στον πόλεμο, κι ο Ντιλέιν του ’ριξε μια ματιά, γιατί η εκπληκτική εκείνη φράση τον είχε αγγίξει βαθιά, χωρίς ωστόσο να τον γεμίζει με θαυμασμό, όπως θα ήταν το αναμενόμενο. Δεν βρήκε τίποτα ν’ απαντήσει. Αλλά υπήρχε μια προφανής απορία στο βλέμμα του, γιατί ο άλλος συνέχισε κι εκείνη τη φορά μ’ ένα χαμόγελο το οποίο πρόδιδε μιαν απολύτως ελκυστική ομορφιά, σαν και κείνη μιας τρυφερής γυναίκας:
«Είδα το φως και ήρθα. Είναι ασυνήθιστο να βλέπεις φως μια τέτοιαν ώρα».
Η φωνή του ήταν δυνατή, αλλά όχι βαθιά. Είχε έναν καμπανιστό χαρακτήρα που το αδειανό δωμάτιο έμοιαζε να υπογραμμίζει, πράγμα που γοήτευσε ανεξήγητα τον νεαρό Άγγλο και του ξύπνησε μιαν αίσθηση απεριόριστου πάθους.
«Θα πρέπει να είστε ορειβάτης, κύριε, σαν κι εμένα», υπέθεσε ο Ντιλέιν, σηκώνοντας ταραγμένος για μια στιγμή, τα μάτια του πάνω από τον καφέ που είχε βάλει να ψήσει σε μια γωνία της φωτιάς. «Φαντάζομαι ότι θα ξέρετε την περιοχή πολύ καλά. Πολύ καλύτερα απ’ ό,τι εγώ». Τα Γερμανικά του χώλαιναν. Διάλεγε τις λέξεις με δυσκολία. Στο μυαλό του γυρόφερνε μια ασυνήθιστη ανησυχία.
«Γνωρίζω όλους τους άγριους κι ερημικούς τόπους», απάντησε ο άλλος σε άψογα Αγγλικά, αλλά με μια χειμωνιάτικη θλίψη στη φωνή και στα μάτια του, «γιατί νιώθω σαν στο σπίτι μου σ’ εκείνους κι η φύση μου αποζητά τη βλοσυρή συντροφιά τους σαν να ’τανε παρηγοριά. Αλλά, αντίθετα μ’ εσάς, δεν είμαι ορειβάτης».
«Δεν σας τραβάνε τα ύψη;». Ρώτησε ο Ντιλέιν, καθώς ανακάτευε το γάλα και τον καφέ σε μια ξύλινη γαβάθα, ενώ αναρωτιόταν τι να τον είχε φέρει τόσο ψηλά πάνω από τις κοιλάδες. «Είναι η δυσκολία και ο κίνδυνος που με μαγεύουν πάντα. Βρίσκω τη μοναξιά των κορυφών, κατά κάποιον τρόπο, μεθυστική».
Και παρακάμπτοντας την άρνησή του, έβαλε μπρος του ψωμί και κρέας, ένα μήλο κι ένα σακουλάκι με αλάτι· έπειτα γύρισε για να βάλει και πάλι το σκεύος με τον καφέ πλάι στη φωτιά. Καθώς το έκανε όμως, έπιασε με την άκρη του ματιού του μία κίνηση του άλλου. Ο ξένος, προτού αγγίξει τη γαβάθα ή το πιάτο, πήρε το φρούτο και το έφερε στα χείλη του. Το φίλησε, έπειτα το ακούμπησε στο πάτωμα και το συνέθλιψε μετατρέποντάς το σ’ έναν άμορφο πολτό κάτω από το τακούνι του. Βλέποντάς το αυτό ο νεαρός Άγγλος ένιωσε έναν τρόμο να τρυπώνει μέσα στο μυαλό του, γιατί καθώς κοίταζε πέρα, παριστάνοντας πως δεν είχε παρατηρήσει αυτό που έκανε ο ξένος, μια παγωνιά και μια σκοτεινιά τον προσπέρασε μέσα στο δωμάτιο, έτσι που το σκεύος τρεμόπαιξε στο χέρι του, κροταλίζοντας απότομα κόντρα στο τζάκι πάνω στο οποίο είχε γύρει. Μπορούσε μονάχα να το ερμηνεύσει ως μια πράξη καθαρής τρέλας κι ο μύθος του θλιμμένου μονάρχη που είχε πνιγεί και περιπλανιόταν μέσα σε τούτη τη μαγεμένη έκταση, άρχισε και πάλι να τον πιέζει ανεπιθύμητα κι επιτακτικά. Θα πρέπει να πέρασε ένα ολόκληρο λεπτό προτού ανακτήσει και πάλι τον έλεγχο της καρδιάς και του χεριού του.
Η γαβάθα ήταν μισο-άδεια κι ο άντρας χαμογελούσε — ετούτη τη φορά είχε το χαμόγελο ενός παιδιού που εκλιπαρούσε για την παρηγοριά που πρόσφερε μια αγκαλιά γεμάτη κατανόηση.
«Είμαι περισσότερο ένας περιπλανώμενος, παρά ένας αναρριχητής», συνέχισε να λέει σαν να μην είχε γίνει καμία διακοπή, «γιατί, μόλο που οι μοναχικές κορυφές μού ταιριάζουν μια χαρά, βρίσκω σ’ αυτές μονάχα τρόμο. Τα πόδια μου χάνουν τη σιγουριά τους και η καρδιά μου τον σταθερό της ρυθμό. Προτιμώ τα κρυμμένα φαράγγια ετούτων των βουνών και τις σκιές των δασών που τα καλύπτουν. Οι μέρες μου» —οι θλιβεροί τόνοι της φωνής του έφερναν τη μοναξιά του απώτατου διαστήματος— «έχουν περάσει μέσα στο σκοτάδι. Δεν θα μπορέσω ν’ αναρριχηθώ ποτέ πια».
Ετούτη τη φορά μιλούσε, πράγματι, σαν ένας άνθρωπος που είχε χάσει το νεύρο του μια για πάντα. Σου προκαλούσε θλίψη σε σημείο να σε παίρνουν τα κλάματα. Κι ο Ντιλέιν που δεν μπορούσε να εξηγήσει αυτές τις καταπληκτικές αντιφάσεις, ένιωθε πως τον τραβούσε απερίσκεπτα —σχεδόν με μανία— εκείνος ο παγιδευμένος περιπλανώμενος με τους τρόπους ενός βασιλιά, αλλά και με τον αέρα και την ομιλία μιας γυναίκας ή ενός απόβλητου παιδιού.
«Α, τότε θα ξέρετε από ατυχήματα», απάντησε ο Ντιλέιν με απόλυτη ηρεμία, καθώς άναβε την πίπα του, προσπαθώντας μάταια να κρατήσει σταθερό το χέρι του που έτρεμε μαζί με τη φωνή του. «Πιθανότατα θα ’χετε βρεθεί σε κάποιο. Έχω ακούσει πως οι επιπτώσεις είναι... ».
Η δύναμη και η γλυκύτητα σε κείνη τη δυνατή φωνή, του έκοψαν την ανάσα, καθώς την άκουγε να σπάει πάνω στον δικό της αβέβαιο τόνο:
«Έχω πέσει», απάντησε ο ξένος με ένα εντυπωσιακό ύφος, καθώς η βροχή και ο άνεμος θρηνούσαν πάνω από το κτήριο, «κι ωστόσο, η πτώση μου σε τίποτα δεν είχε να κάνει με ατύχημα. Γιατί δεν ήταν μια συνηθισμένη πτώση», πρόσθεσε ο άντρας με μια μεγαλοπρεπή χειρονομία απαξίωσης, «παρόλ’ αυτά έσπασε την καρδιά μου στα δύο». Έσκυψε λίγο καθώς πρόφερε τα επόμενα λόγια μ’ ένα κλαψιάρικο πάθος που μπορεί να το χρησιμοποιούσε μια απόκληρη γυναίκα. «Έχω βουλιάξει», είπε, «σε μιαν αβάσταχτη μοναξιά. Δεν μπορώ να σκαρφαλώσω πίσω, ποτέ πια».
Με ένα ρίγος, ανάμεικτο με τρόμο και λύπηση, που του ήταν αδύνατον να το ελέγξει ο Ντιλέιν κινήθηκε ένα βήμα πιο κοντά στον θαυμαστό ξένο. Το πνεύμα του Λούντβιχ, εξόριστο και τρελό, είχε αδράξει την ψυχή του μ’ έναν τρόμο που τον έκανε να παραλύει· αλλά τώρα καθάρια ομορφιά τον ανασήκωνε πέρα από κάθε αίσθηση μικρότητας. Υπήρχε ο απόηχος μιας απολεσθείσας θειότητας, φθαρμένης, άγριας, κι όμως μεγαλοπρεπούς, μέσω της οποίας η βαρύνουσα εκείνη γλώσσα έσπευδε να του μεταφέρει ένα μήνυμα προσωπικό, ένα μήνυμα που απευθυνόταν στον ίδιο.
«Σε μοναξιά;», τραύλισε, καθώς τον πλημμύριζε η συμπάθεια.
«Ναι, γιατί έχω χάσει το Βασίλειό μου για πάντα». Ο λόγος του τον άγγιζε με τόνους ενός τέτοιου βάθους κι ενός τέτοιου παλμού, που ήταν σαν να ’παιρνε φωτιά ο αέρας. «Γιατί η ζήλια, μου άρπαξε τ’ αρχαία, τ’ αυτοκρατορικά μου ύψη... ».
Ο ξένος σταμάτησε με έναν απερίγραπτο αέρα τσακισμένης αξιοπρέπειας και πόνου. Έξω η καταιγίδα έπαψε και κείνη για μια στιγμή, προτού ακολουθήσει ένα απαίσιο, στοιχειακό ξέσπασμα. Το μούγκρισμα πολλών ανέμων έπεσε πάνω στον κόσμο σαν ομοβροντία του πυροβολικού. Ο καπνός πετάχτηκε μες απ’ το τζάκι πάνω τους, τυλίγοντας για μια στιγμή τον ξένο μ’ ένα ιπτάμενο πέπλο. Κι ο Ντηλέιν σηκώθηκε, νιώθοντας άβολα μέχρι το μεδούλι. «Τι μπορεί να ’ναι;», αναρωτήθηκε πάνω στην κόψη της σκέψης του. «Τι πλάσμα να ’ναι αυτό που μεταχειρίζεται μια τέτοια γλώσσα;». Τον κοιτούσε επιφυλακτικά, γεμάτος όμως με οίκτο και είχε επίγνωση πως υπήρχε κάτι σε κείνη τη συζήτηση που ήταν πέρα από την ίδια την ανθρώπινη εμπειρία. Αλλά το αίσθημα του οίκτου επέστρεφε κατά ολοένα διογκούμενα κύματα. Και τον κατέκλεισε επίσης η ζεστασιά της αγάπης. Ήταν σημαντικό, σκέφτηκε αργότερα, το ότι ένιωσε την επιτακτική ανάγκη να σηκωθεί όρθιος. Κι ακόμη, ένιωθε παράξενα που εκείνος ο πνιγμένος, τρελός μονάρχης στοίχειωνε τη σκέψη του με τόση επιμονή. Κάποιο αίσθημα, που δεν μπορούσε να το κατονομάσει, έκανε τα παρακάτω λόγια ν’ αναβλύσουν μέσα από την ψυχή του. Ο καπνός διαλύθηκε κι επικράτησε μια παράξενη ηρεμία. Η βροχή σχημάτιζε τώρα χειμάρρους, απομονώνοντας, κατά κάποιον τρόπο, τους δυο τους από τον υπόλοιπο κόσμο. Κι ο Άγγλος τον κοίταζε μ’ ένα βλέμμα επιδοκιμασίας που το γιγάντωνε η θλίψη κι η μοναξιά του. Στεκόταν εκεί, σκοτεινιασμένος μέσα στο μεγαλείο του πόνου του, το στερημένο από κάθε δυνατότητα κοινωνίας, έτσι που βλέποντάς τον το δέος μπερδευόταν μέσα του με τον οίκτο. Τα βασιλικά εκείνα μάτια κοίταξαν καθαρά μες στα δικά του, ολοκληρώνοντας μιαν υποταγή πέρα από τον χρόνο. «Θα σ’ ακολουθήσω», του είπε, φέρνοντας τη σκέψη του στα γόνατα, «θα σ’ ακολουθήσω υπάκουα εις τους αιώνας των αιώνων, ακόμη και μέχρι την τελική καταδίκη. Γιατί εσύ είσαι το Ύψος. Και θα επιστρέψεις στο Βασίλειό σου, εάν η δική μου ισχνή λατρεία... ».
Κι έπειτα το σκοτάδι παρέσυρε εκείνη την παράτολμη σκέψη μακριά. Αντί γι’ αυτό είπε κάτι πιο προσεχτικά διατυπωμένο:
«Γνωρίζω», τραύλισε, έχοντας, παρ’ όλ’ αυτά, πλήρη συνείδηση πως υποκλινόταν, «ότι στέκομαι μπροστά σε κάποιον από τους Μεγάλους ενός κόσμου πέρα από την αντίληψή μου. Ποιος μπορεί να ’ναι, δεν έχω παρά το προνόμιο να τ’ αναρωτιέμαι. Μίλησε με τρόπο σκοτεινό για ένα Βασίλειο που χάθηκε. Παραμένει όμως —καθώς βλέπω— ένας Μονάρχης». Και λέγοντάς τα αυτά, χαμήλωσε ασυναίσθητα τους ώμους και το κεφάλι.
Κι έπειτα, για μια στιγμή, καθώς ξεστόμιζε εκείνα τα λόγια, τα μάτια που ’χε ενώπιόν του φωτίστηκαν με μια πραγματικά τρομακτική αστραπή. Και το κοινότατο σκοτάδι τ’ αποδίωξε η έλευση ενός Εξώτερου Σκότους. Μες απ’ τους κόλπους του τρόμου, μπρος στα πόδια του, υψώθηκαν σκιές πέρα από τη νύχτα του χρόνου και μια οδύνη, γεμάτη με πάθος, σαν κι εκείνο της τρέλας, άδραξε την καρδιά του και την ταρακούνησε.
Άκουσε άφωνος τις λέξεις που ακολούθησαν. Έμοιαζε λες κι ένας άνεμος ανεκδιήγητης απελπισίας βγήκε μες από κείνα τα χείλη που δεν ανήκαν σε άνθρωπο:
«Πράγματι, είμαι ακόμη Μονάρχης, αλλά μου πήραν το Βασίλειό μου, γιατί δεν έχω ούτε έναν υπήκοο. Χαμένος σε μια μοναξιά που κείται πέρα από τον χώρο και τον χρόνο, έχω καταλήξει να ’μαι ένας κυβερνήτης χωρίς θρόνο κι η απελπισία μου είναι περισσότερη απ’ ό,τι μπορώ ν’ αντέξω». Το ικετευτικό πάθος της φωνής του τον έσκιζε στα δύο. Η ίδια η θεότητα έμοιαζε να στέκεται εκεί κατηγορούμενη για ζήλια, αμαρτία και σκληρότητα. Ο ξένος σηκώθηκε. Η δύναμη που κουβαλούσε πάνω του γεννούσε στο μυαλό την εικόνα ενός πλανήτη μεσουρανίς βασιλεμένου, στέρεου πέρα από κάθε δυνατότητα προσβολής. «Δεν θα μπορούσα αλλιώς», διάνθισε τις αιφνίδιες λέξεις του, σαν έναν καταιγισμό που παρ’ όλ’ αυτά κατάφερνε να αρθρωθεί, «να φανερώσω τον εαυτό μου σ’ εσένα».
Ο Ντιλέιν έτρεμε φριχτά. Ένιωσε τις επόμενες λέξεις του να γλιστρούν από τη γλώσσα του ασυναίσθητα. Η αλήθεια είχε ανατείλει επιτέλους, συντριπτική, μέσα στην ψυχή του.
«Τότε, είδες το φως και ήρθες... ». Ψιθύρισε.
«Ήταν το φως της καρδιάς σου που με καθοδήγησε ως εδώ», η απάντηση ήλθε γλυκιά, σαγηνευτική, σαν τη μουσική μιας γυναικείας φωνής, «το φως εκείνης της επιθυμίας σου που είχε εκφραστεί μέσα σε μια στιγμή και έκρυβε μέσα της αγάπη». Έκανε μια κίνηση ανοίγοντας τα χέρια του, χαμογελώντας σαν τ’ αστέρια το καλοκαίρι. «Γιατί εσύ με κάλεσες, με κάλεσες με την αγαπημένη, την τόσο πολύτιμη πίστη σου: πόσο αγαπημένη και πόσο πολύτιμη κανείς άλλος δεν το ξέρει πέρα από ’μένα».
Η φιγούρα του ανασηκώθηκε με έναν αυτοκρατορικό αέρα, περήφανης κυριαρχίας. Τα πόδια του λες και πατούσαν πάνω στους αστερισμούς. Συνέχισε ν’ ανοίγει αργά τα χέρια του. Κι η μουσική στον τόνο της φωνής του έμοιαζε να μπλέκεται με τον ήχο της αστραπής που έρχονταν από πέρα. «Χάρη σε τούτη την πίστη που εκφράστηκε μέσα σε μια στιγμή», χαμογέλασε με το μεγαλείο και τη συγκατάβαση ενός Αυτοκράτορα, «θα μου επιστρέψεις το χαμένο μου βασίλειο;».
Και με τον αέρα μιας έμφυτης μεγαλειότητας, έτεινε το χέρι του για να του το φιλήσει.
Η μαύρη καταιγίδα της νύχτας, ο τρόμος των παγωμένων κορυφών, η χαίνουσα φρίκη της μεγάλης αβύσσου έξω — γυρόφερναν στο μυαλό του Εγγλέζου με έναν βίαιο αντίκτυπο και τον εμπόδιζαν να πει ή να κάνει το οτιδήποτε. Δεν ήταν το ότι αρνούνταν, δεν ήταν το ότι αποσύρονταν, όσο το ότι η Ζωή έστεκε άκαμπτη και παράλυτη. Η ροή της είχε απονεκρωθεί για πρώτη φορά από τότε που βγήκε απ’ την κοιλιά της μάνας του. Ο Θεός μέσα του είχε μετατραπεί σε πέτρα, παραδιδόταν αναποτελεσματικός. Για μια φριχτή στιγμή, ο Θεός δεν ήταν.
Κατανοούσε την τρομερή εκείνη στιγμή. Ενώπιόν του, καταναλώνοντας, με την παρουσία του και μόνο, τη μικρή του ψυχή, στεκόταν κάποιος που το συνήθειο του μυαλού του, και όχι μόνο όσα, εξωτερικά, τον είχαν βρει, είχε κάτι αυτοκρατορικό και του είχε παραχωρηθεί ένα μαύρο προνόμιο, προτού ακόμη ο πρώτος άνθρωπος πάρει την ανάσα της ζωής. Ο τρόπος δράσης του Αυγούστου ήταν έμφυτος στην εσωτερική διεργασία της ύπαρξής του. Τα άστρα και τα όρια του σύμπαντος όφειλαν σε κείνον τον παλμό τους πριν ακόμα εκπέσει, και χαράμιζε τους θλιβερά λίγους αιώνες του κόσμου, στοιχειώνοντας τα μυαλά αδύναμων ανδρών και γυναικών, κρύβοντας τον εαυτό του στη ντουλάπα ενός παιδικού δωματίου, κάνοντας γκριμάτσες στ’ αγάλματα των υδρορροών στις σκεπές των καθεδρικών...
Και η ζωή του παλικαριού τρεμόπαιξε, φτερούγισε και κόντεψε να χαθεί μπροστά στον τρόμο που τον περιέβαλλε και ο οποίος του είχε μόλις αποκαλυφθεί.
«Ναι, σε κάλεσα... αλλά δεν ήταν παρά ένα παιχνίδι», σκέφτηκε ψιθυριστά, κάπου κάτω από το επίπεδο οποιουδήποτε λόγου, και παρ’ όλ’ αυτά όχι τόσο χαμηλά ώστε ο αυθάδικος ήχος να μην συνθλιβεί από τον θόρυβο της θύελλας έξω, «γιατί... μέχρι τώρα... δεν ήσουνα παρά ένα στοιχείο καλυμμένο κάτω από τα πέπλα του αγνώστου... που το μυαλό μου τ’ απέρριπτε με θυμηδία... και η καρδιά μου το λογάριαζε για γραφικό. Αν είσαι εδώ... ζωντανός! Τότε ο Θεός να με συγχωρέσει για την... ».
Κι έμοιαζε λες και δάκρυα —τα δάκρυα μιας αγάπης και μιας βαθύτατης συμπόνιας— έπνιγαν τον σπόρο της σκέψης καθ’ εαυτής.
Ένας ήχος τον σταμάτησε, λες και κάτι κατέρρεε στα ουράνια. Κάτι συντρίβονταν, σαν ένας κόσμος που θρυμματιζόταν και πέρναγε μπρος απ’ τη μικρή, συνεσταλμένη του καρδιά, έτοιμο να τη γεμίσει με θραύσματα. Δεν ενέδωσε. Κατανοούσε όμως —με μια κατανόηση που έμοιαζε σαν το πρώτο λεπτεπίλεπτο σημάδι μιας κάποιας ενδοτικότητας— τη σαγήνη του κακού, τη γλυκιά απόλαυση της παράδοσης της Θελήσεως, με μιαν απερισκεψία απόλυτη, ως προς εκείνες τις ολοένα διογκούμενες δυνάμεις που αποσυνθέτουν την ηρωική ψυχή μέσα στον άνθρωπο. Ήταν αλήθεια, θυμόταν. Αντιδρώντας ίσως κάπως υπερβολικά είχε, πράγματι, ανακαλέσει, για μια φευγαλέα στιγμή, τα διδάγματα της παιδικής του ηλικίας με ειλικρινή πίστη. Και τώρα, εκείνη η λαχτάρα που ένιωσε για ένα κλάσμα του λεπτού, είχε αποδώσει τους φριχτούς καρπούς της. Τα γλυκύτατα Κεφάλαια πού ’χε σωρεύσει περνούσαν τώρα μπρος από τα μάτια του σ’ έναν πολύχρωμο ποταμό· το Κρασί, η Γυναίκα, το Τραγούδι έστεκαν εκεί, πλάι του, ενδεδυμένα με κείνη τη Δύναμη που κείται υπαινικτικά μεταμφιεσμένη πίσω από το μικρό, περιπλανώμενο θέατρο της αθωότητας. Η λάμψη τους φορούσε τη σφριγηλή και βασιλική περιβολή του μεγαλείου. Ένιωθε να ’ναι αμετάκλητα μπερδεμένος. Η ιδέα του Θεού έμοιαζε στείρα και ανυπόστατη. Το μόνο πράγμα που έμοιαζε πραγματικό, το μόνο επιθυμητό, το μόνο πιθανό, δυνατό και όμορφο — ήταν να σκύψει το κεφάλι του και να φιλήσει εκείνα τα αυτοκρατορικά δάχτυλα. Κινήθηκε αθόρυβα προς το Χέρι. Σήκωσε το δικό του για να το πάρει και να το φέρει στα χείλη του...
Τότε, μέσα από τα βάθη της καρδιάς του, αναδύθηκε, με καταπληκτική ζωντάνια, η γλυκιά εικόνα ενός παιδικού δωματίου, η εικόνα ενός μικρού αγοριού που γονάτιζε με το φτωχικό του νυχτικό και τα ροδαλά, αναποδογυρισμένα του πατουσάκια, να ζητά γελοία κι αυθάδικα πράγματα από τη φωτεινή Φιγούρα που καθόταν στα καλοκαιρινά σύννεφα πέρα από την κουζίνα και τον κήπο, ψηλά, πάνω από τα κλαδιά της καρυδιάς.
Εκείνο το φαινομενικά ασήμαντο σύμβολο άστραψε κι αμέσως άρχισε να χάνεται, όχι όμως προτού γεμίσει τον κόσμο ολόκληρο με τη δόξα του. Γιατί ερχόταν με μια δύναμη που ρίζωνε μέσα σου. Σ’ εκείνη τη δίψα μιας μισο-ξεχασμένης στιγμής για τα διδάγματα της παιδικής του ηλικίας, είχε ξυπνήσει η Πίστη για δυο τεράστιες παραδόσεις. Ετούτη ήταν η δεύτερη. Η εμφάνιση της πρώτης είχε —αναπόφευκτα— παράξει την έλευση της δεύτερης.
Και το Χέρι που έπλεε στον αέρα αποζητώντας να φιληθεί βυθίστηκε αργά στο επίπεδο που βρίσκονταν τα χείλη του. Έμοιαζε τώρα να συρρικνώνεται. Και παρ’ όλο που μες στον νου του του ήρθε ο πειρασμός να βάλει τα γέλια, είχε ακόμη κολλήσει στην καρδιά του εκείνος ο οδυνηρός, ο γεμάτος οίκτο τρόμος. Αλλά το μέγεθός του είχε υποχωρήσει, κατά κάποιο τρόπο, χανόταν όπως είχε έρθει. Ο άνεμος και η βροχή εξαφάνιζαν κάθε άλλον ήχο· και παρ’ όλ’ αυτά, σ’ εκείνο το γυμνό, δίχως έπιπλα δωμάτιο του ορειβατικού καταφυγίου, επικρατούσε μια φοβερή σιωπή, πέρα από κάθε βρυχηθμό της φύσης, ο οποίος πνιγόταν μέσα στην απεραντοσύνη, συντρίβοντας κάθε κουβέντα. Απέναντι σε κείνο το μασκαρεμένο μεγαλείο, ο Ντιλέιν είχε ορθώσει μια προσωπική, πατρική Θεότητα.
«Ίσως πράγματι, η σκέψη μου να πήγε σε σένα», κλαψούρισε, υπερασπιζόμενος τον εαυτό του. «Αλλά δεν ένιωσα πραγματική πίστη. Και, για όνομα του Θεού, δεν σε κάλεσα. Κι αυτό γιατί τόσο η γλυκύτητά σου, όσο και η δύναμή σου, με αρρωσταίνουν. Και το χέρι σου είναι μαύρο απ’ όλες τις κατάρες των μανάδων, των οποίων οι προσευχές και τα δάκρυα... ». Σταμάτησε σαν πεθαμένος, συντετριμμένος από τη σκληρότητα και την απερισκεψία των όσων είχε πει.
Κι ο Άλλος κινήθηκε αργά προς το μέρος του. Ήταν σαν την κορυφή κάποιου τρομερού και αιχμηρού ύψους που είχε μόλις μετακινηθεί. Μίλησε. Κι η μεταλλαγή του ήταν αποκρουστική.
«Αλλά Εγώ διεκδίκησα την καρδιά σου». Είπε μ’ έναν βρυχηθμό. Σε διεκδίκησα από κείνη τη στιγμή που ένιωσες την πίστη μέσα σου. Γιατί μ’ αυτή και μόνο μπορείς να αποκαταστήσεις για μένα το χαμένο μου Βασίλειο. Θα με προσκυνήσεις».
Στην έκφρασή του υπήρχε μια ξαφνική, απαίσια δύναμη· αλλά πίσω από τον αποστομωτικό του βρυχηθμό δεν κρυβόταν παρά μια αδυναμία σαν και κείνη ενός παιδιού που παρακαλά και ικετεύει. Και πάλι, μια βαθιά αγάπη κι ένας διερευνητικός οίκτος κατέλαβε την καρδιά του Άγγλου, καθώς του αποκρινόταν με τους πιο ευγενικούς τόνους που κατάφερνε να βρει:
«Κι εγώ διεκδικώ εσένα», είπε, «με τη γεμάτη συμπάθεια κατανόησή μου, με τη λύπη που νιώθω για τη μοναξιά σου, τη στερημένη από Θεό, αλλά και με την αγάπη μου. Γιατί κανένα βασίλειο χτισμένο πάνω στο μίσος, δεν μπορεί να σταθεί απέναντι στην αγάπη που αρνείσαι... ».
Έπειτα, οι λέξεις του χάθηκαν, καθώς έβλεπε το μεγαλείο να σβήνει αργά από το πρόσωπό του που έδειχνε τώρα πιο μικρό και σκοτεινιασμένο. Μια τελευταία έκφραση απελπισμένης ενέργειας άστραψε στη ματιά του μες απ’ τον καπνισμένο αέρα, καθώς με μια κίνηση όλης του της φιγούρας τραβήχτηκε μακριά, σαν να πήγαινε προς την πόρτα πίσω του.
Ο Ντιλέιν κινήθηκε αργά προς το μέρος του, τείνοντας τα χέρια του προς εκείνον. Τρυφερότητα και μεγάλη συμπάθεια είχαν ανοίξει διάπλατα τις πύλες της αγάπης μέσα του. Επίσης έβρισκε παράξενα λόγια, παρ’ όλο που οι πραγματικές, οι ομιλούμενες λέξεις δεν έλεγαν να βγουν από μέσα του. «Παιχνίδια υπάρχουν ένα σωρό σ’ αυτόν τον κόσμο, μεγαλειότατε και μπορείς να τα ’χεις για το μεγαλοφυές σου σχέδιο. Αλλά θα πρέπει να τα ψάξεις εκεί που μπορείς ακόμη να τα βρεις· στις εκκλησίες και στους απομονωμένους τόπους όπου η σκέψη κείται κοιμισμένη. Γιατί είναι τα παιδικά τουβλάκια της προσποίησης, της οποίας τα παλάτια, όπως και το άλλοτε τρανό βασίλειό σου, δεν έχουν πραγματικά θέση μέσα στο σκεπτόμενο μυαλό».
Άπλωσε τα χέρια του προς εκείνον, με τη χειρονομία που κάνει κανείς όταν θέλει να προσφέρει βοήθεια σε κάποιον ή όταν αποζητά να τον σώσει, έπειτα σταμάτησε καθώς συνειδητοποιούσε πως μες στα χέρια του έκλεινε μονάχα καθαρό σκοτάδι, μαζί με το κενό του ανέμου και την ορμητική βροχή.
Γιατί η πόρτα του καταφυγίου έστεκε τώρα ορθάνοιχτη κι ο Ντιλέιν ισορροπούσε στο κατώφλι, αντιμέτωπος με τον μανδύα της Νύχτας που σκέπαζε την άβυσσο. Άκουγε τους καταρράκτες κάτω, πολύ βαθιά στην κοιλάδα. Το δάσος τίναζε και χτυπούσε τα μυριάδες κλαδιά του. Κρύα ρεύματα σάρωναν φασματικές εκτάσεις λιωμένου χιονιού από πάνω· και το σκοτάδι πήρε προς στιγμή να μοιάζει με την όψη από πύργους και πολεμίστρες μιας πυκνής, ηττημένης κατήφειας. Κι έπειτα, πάνω από έναν πυργίσκο που είχε ορθωθεί, εμφανίστηκε ανάμεσα στα σύννεφα ένα αδειανό σημείο, γυμνωμένο από έναν βίαιο άνεμο πού ’χε παραστρατήσει — ένα μοβ άνοιγμα σε μιαν απροσμέτρητη απόσταση. Για μια στιγμή, έγινε ορατό ανάμεσα στους υδρατμούς, κι ήταν ολότελα άδειο. Μα σε λίγο, έπλευσε για μια μικρή απόσταση ένα πεσμένο Άστρο. Με έναν αέρα αργής και ατέλειωτης σχόλης, και την ίδια στιγμή με τρομακτική ταχύτητα, βούτηξε μες στο κουρελιασμένο πέπλο των νεφελών και το άνοιγμα χάθηκε πάλι. Το σκότος επέστρεψε στα ουράνια.
Και μέσα από κείνο το σκοτάδι, πέφτοντας στην άβυσσο της θλίψης από την οποία είχε προς στιγμήν ανέλθει, η μορφή του θαυμαστού ξένου διαλύθηκε εντελώς. Για ένα λεπτό, ο Ντηλέιν απέκτησε επίγνωση της σοβαρότητας της λυπημένης του όψης, της γλυκύτητας και της δύναμης που είχαν τόσο παράξενα δεθεί μεταξύ τους, του μυστηριώδους του μεγαλείου και της παθητικής του παιδικότητας. Είχε όμως κιόλας αποτραβηχτεί σ’ απεριόριστη απόσταση. Ένα άστρο που θα ’πρεπε να ’ναι απόλυτα δοσμένο στη θλίψη, διατηρούσε, παρόλ’ αυτά, μιαν ένδοξη αχλή, στην ατελεύτητη περιπλάνησή του ανάμεσα στα συστήματα του διαστήματος. Βρισκόταν εκεί, πίσω από τα αμετακίνητα άστρα στην αυστηρά καθορισμένη θέση τους, που κινούνται ασφαλή σε βέβαιη τροχιά. Εξαφανιζόταν μέσα στα άδυτα μιας άγνωστης κι ολότελα αδειανής απεραντοσύνης. Είχε ήδη χαθεί.
«Ο Θεός να σε βοηθήσει!», αναστέναξαν μες από τη θάλασσα των κλαδιών που θρηνωδούσαν, αντηχώντας μέχρι κάτω, τη μαύρη άβυσσο. «Ο Θεός να σου δώσει, επιτέλους, ανάπαυση».
Γιατί είχε δει ένα πριγκιπικό, όχι, ένα αυτοκρατορικό πλάσμα, άστεγο για πάντα και για πάντα περιπλανώμενο, κυνηγημένο λες από τσουχτερούς και άσπλαχνους ανέμους σε ένα σύμπαν που δεν είχε θέση για τα πόδια του. Η μεγαλειότητά του απροσκύνητη, η βασιλεία του μια σκέτη κοροϊδία, η Αυλή του αδειανή, οι αυλικοί του κοινότατες σκιές μέσα στα βάθη του διαστήματος... Και μια λεπτή, γκρίζα αυγή, αχνοχάραζε πίσω από τις κορυφές στην ανατολή κι αργοσάλευε έπειτα για να βρει το παράθυρο του ορεινού καταφυγίου. Κι έφερνε μαζί της ένα προδοτικό, αιχμηρό αέρα που έκανε τον κοιμώμενο να τραβήξει μιαν ακόμη κουβέρτα πάνω του για να προφυλαχθεί από το ξαφνικό κρύο. Γιατί η φωτιά είχε σβήσει κι ένα παγωμένο ρεύμα χώνονταν κάτω από το άνοιγμα της πόρτας.
_______________
Το διήγημα (1917), συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή Ιστορίες για την Ημέρα και τη Νύχτα (Day and Night Stories).