Χάρτης 95 - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-95/biblia/i-gheometria-tis-eialototitas-skepseis-pano-stin-pathologhia-tis-eparkhias

Πού ακριβώς τέμνονται οι υποκειμενικότητες του μυθοπλαστικού σύμπαντος της Λεοπάρδαλης; Στο κοινωνικό σώμα που τις κυοφόρησε, στη γκροτέσκα επαρχία που τις γέννησε, στον τόπο-δράστη που νομιμοποίησε και κληροδότησε τις ανισότητές του. Η Λένα Κιτσοπούλου, για μια ακόμα φορά, πλάθει μια επαρχιακή χωρικότητα που πυροδοτεί νέες γειτνιάσεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των μελών της, μέσα από τις οποίες παράγονται και αναπαράγονται σχέσεις κυριαρχίας. Όσο ετερόκλητα κι αν είναι, τα άτομα που συνευρίσκονται στον συγκεκριμένο τόπο οδηγούνται σε μια μοναδική σχέση ώσμωσης, διαμορφώνοντας έναν κοινό ορίζοντα αναφορών (Χαϊδοπούλου-Βρυχέα, 2016). Και είναι αυτή ακριβώς η διασυνδεσιμότητά τους, που τελικά συγκροτεί τόσο την προσωπική τους ταυτότητα, όσο κι εκείνη των περιβλημάτων χωροχρόνου μέσα στα οποία ζουν και κινούνται (Massey, 1994).
Κάπως έτσι, η γεωμετρία της εξουσίας στην περιφερειακή συνθήκη, που πλάθει η δημιουργός, επιφορτίζει τα υποκείμενα με συγκεκριμένους κοινωνικο-χωρικούς προσδιορισμούς. Εγκλωβισμένα σ’ ένα αποσιωπημένο κέντρο του κυκλώματος, οριοθετούνται από την επιστημική βία, την οποία, με τη σειρά τους, αναγκάζονται να αναπαράγουν (Spivak, 2024). Η υποτέλεια που χαρακτηρίζει τα εν λόγω «πολιτικά» υποκείμενα, τεμνόμενη με την επιθυμία τους για εμπρόθετη δράση, δημιουργεί ένα βραχυκύκλωμα εντός του ναρκοθετημένου πεδίου που τα πλαισιώνει. Σε αυτό το περιβάλλον, λειτουργούν ως κοινωνικά παραγόμενοι φορείς δράσης και διαβούλευσης, των οποίων η (αυτ)ενέργεια και σκέψη καθίστανται δυνατές μέσω μιας γλώσσας που προηγείται του «εγώ» (Butler, 2011).
Ωστόσο, η πρόσβασή τους στη γλώσσα δεν συνεπάγεται και ισότιμη πρόσβαση στον λόγο. Γιατί, αυτό που ουσιαστικά στερούνται δεν αφορά την ανθρώπινη δυνατότητα να μιλούν, να εκφέρουν λέξεις, αλλά την κοινωνική, πολιτική και επιστημική δύναμη να αρθρώνουν λόγο, να παράγουν μια τέτοια φωνή, που να ακούγεται και να αναγνωρίζεται θεσμικά ως έγκυρη. Γιατί, όσο κι αν οι υποτελείς επιχειρούν να αναπτύξουν πολιτικά έναν χώρο στον οποίο θα μπορέσουν να σταθούν αυτόνομα, να υπάρξουν με τους δικούς τους όρους, η πρόθεσή τους δεν καταφέρνει να διαρρήξει, παρά μονάχα να διαιωνίσει την υποτέλειά τους (Τριτσιμπίδας, 2024).
Πρόκειται για μια αναπόδραστη κοινωνική συνθήκη που προϋπάρχει της ατομικότητάς τους, ενώ η μετέπειτα δράση τους δεν αφορά την ανατροπή της, αλλά τη νοηματοδότηση και διαχείρισή της με τον πλέον ελέγξιμο τρόπο. Μια συνθήκη που αφορά την αδυναμία τους να αρθρώσουν έναν λόγο-αίτημα για την αναγνώριση της τρωτότητας, της έκθεσης, της απαξίωσης, που καθορίζουν τους όρους ύπαρξής τους (Αθανασίου, 2009). Κατά συνέπεια, καταλήγουν να κινούνται σε μια παραμορφωμένη αντανάκλαση της πραγματικότητας, τα παράγωγα της οποίας συνοψίζονται σε κραυγές και άναρθρους ήχους αντί πολιτικής ομιλίας, σε επιτελεστικά θεατρικά δρώμενα αντί πολιτικής δράσης.
Πιο συγκεκριμένα, η θεώρηση του τόπου ως περιβλήματος που διαμορφώνει ενεργά τα άτομα, συνηγορεί στην πρόσληψή των τελευταίων όχι ως φορέων αυτογενών πράξεων, ούτε ως κατακερματισμένων υποκειμένων στο πλαίσιο μιας ατομικής παθολογίας, αλλά περισσότερο ως ενεργούμενων και ταυτόχρονα ενεργών εξαρτημάτων μιας ευρύτερης κοινωνικής δύναμης (Butler, 2009). Με άλλα λόγια, η κοινωνική συγκρότηση των σωμάτων τους εδράζεται σε μια βάση χαρακτηριζόμενη από βία και ευαλωτότητα, καθιστώντας τα διαρκώς διαπραγματεύσιμα και εκτεθειμένα, την ίδια ώρα που η δράση τους αδυνατεί να αποδεσμευτεί πλήρως από τις σχέσεις εξουσίας και τις υποκειμενοποιητικές διαδικασίες που τη σημασιοδοτούν. Με όρους μπατλερικούς, τα πρόσωπα φορτίζονται (ηθικο)πολιτικά, έχοντας διαποτιστεί από την επισφάλεια και τον κίνδυνο που πυροδοτεί η σχεσιακότητά τους με άλλους.
Ειδικότερα, η συνθήκη αμοιβαίας έκθεσης, που διέπει τα υποκείμενα της νουβέλας, αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στον πρωταγωνιστή, που φεύγει από το χωριό σε ηλικία δεκατριών ετών, επειδή τα στόματα μιλάγανε, μήπως και σωθεί στην Αθήνα
(σ. 21)· στον αδερφό του, Στράτο, που άφησε έγκυο μια νεαρή κοπέλα, που αν δεν είχε κάνει τότε την έκτρωση, αυτός τώρα θα ήταν θείος του παιδιού της (σ. 68)· στον Τσέλεπο, τον πρώτο που άφησε έγκυο τη Χριστίνα, ο οποίος, αν και μόλις δεκαπέντε χρονών τότε, παρευρέθηκε κανονικότατα και με την ουρά κάτω από τα σκέλια στο νοσοκομείο όπου έκανε έκτρωση η δωδεκάχρονη, τότε, Χριστίνα (σσ. 77-78)· στον Σάκη που βίαζε με όλο και πιο γρήγορες κινήσεις το αναίσθητο κορμί της Χριστίνας Σπανού (σ. 107).
Μέσα από τις παραπάνω περιπτώσεις, η επαρχία φωτίζεται όχι ως απλό σκηνικό, αλλά ως τόπος πειθάρχησης και κοινωνικού ελέγχου. Διαγράφεται, έτσι, μια μεθοριακή ζώνη, ένας περιφερειακός (υπό)κοσμος άνισης κατανομής εξουσίας και ευαλωτότητας, εντός του οποίου οι υποκειμενικότητες καταλαμβάνουν διαφορετικές θέσεις σε μια κοινή γεωμετρία κυριαρχίας. Παρά τις μεταξύ τους ασυμμετρίες, οι οποίες απορρέουν από την άνιση εσωτερίκευση των κυρίαρχων εξουσιαστικών μηχανισμών, οι ατομικότητες παραμένουν φορείς υποτέλειας, δεδομένου ότι η κοινωνική αναγνώριση, τα όρια και οι δυνατότητες δράσης τους διαμορφώνονται σε διαρκή συνάρτηση με τη χωρικότητα που τις περιβάλλει.
Η ακραία συμπύκνωση των παραπάνω εντοπίζεται στο κλείσιμο της νουβέλας, η οποία καθιστά ορατή, με τον πιο εμφατικό τρόπο, τη συνθήκη οντολογικής επισφάλειας που διαπερνά τα υποκείμενα:
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή που ξεκίνησε η αποφράδα εκείνη τρομοκρατία με ένα έγκαυμα τρίτου βαθμού που άρχισε να καψαλίζει και να ξεπετσιάζει δίχως τελειωμό το πρόσωπό μου και με έναν παρολίγον πνιγμό που άρχισε σταδιακά να αδυνατίζει τα πνευμόνια μου, εκείνη την ώρα που ξεκίνησε αυτός ο ανίερος βασανισμός μου, ο τεμαχισμός μου, ο ακρωτηριασμός μου, εκείνη την αποφράδα μέρα στην αγαπημένη μου κουζίνα, που μέχρι τότε ήταν αγαπημένη και που από τότε όσο κι αν την κλειδαμπάρωσα, όσο κι αν τη στόκαρα μέχρι και μέσα στην κλειδαρότρυπα με στόκο και τσιμέντο, εξακολουθεί να ουρλιάζει σαν κολαστήριο, ακόμα κι όταν το σπίτι είναι άδειο (σσ. 189-190).
Η διαδικασία αποδόμησης, που πλήττει τις επαρχιακές ατομικότητες στον συγκεκριμένο ασφυκτικό χώρο, ολοκληρώνεται με μια πολιτική πράξη, μια συμβολική τελετουργία πάνω στο σώμα του κεντρικού προσώπου, αποτυπώνοντας την κοινή ευαλωτότητα που διατρέχει το σύνολο του έργου. Η συγκεκριμένη ύπαρξη δεν πεθαίνει απλώς· διαμελίζεται. Μάλιστα, η συστηματική έμφαση στη διάλυση του σώματός της υποδηλώνει ότι το διακύβευμα δεν είναι αποκλειστικά η εξόντωσή της ως προσώπου, αλλά η ακύρωση της δυνατότητάς της να αναγνωριστεί κοινωνικά.
Βέβαια, η προβληματική του έργου δεν περιορίζεται στην έκπτωση του θύματος από τη θέση του κοινωνικού υποκειμένου, αλλά επεκτείνεται στις κοινωνικές δυνάμεις που την ενεργοποιούν. Αναλυτικότερα, ο ανώνυμος δολοφόνος δεν λειτουργεί ως μεμονωμένο πρόσωπο, ενσαρκώνει την ίδια την κοινότητα ή ακριβέστερα το σύνολο των κανονιστικών της μηχανισμών. Υπό αυτή την έννοια, ο επαρχιακός χώρος αναδεικνύεται σε συλλογικό δολοφόνο, καθώς δεν εξοντώνει μόνο τα σώματα, αλλά και την ίδια τη δυνατότητα αναγνώρισης και ύπαρξής τους.
Εξίσου αποκαλυπτική κρίνεται και η τύχη της γάτας, του μοναδικού μάρτυρα της προαναφερθείσας σκηνής βασανισμού:
Τι είδαν τα μάτια της γάτας; Τι είδαν και δεν μπορούν να το περιγράψουν με λόγια; Τι σφαγή προγήθηκε; […] Η Βούλα είναι από ώρα νεκρή. Η μαχαιριά κατά μήκος της κοιλιάς της την έσκισε στα δύο κι από μέσα της ξεχύθηκαν τα πάντα. Δεν πρόλαβε να πει στις άλλες γάτες της μικρής κωμόπολης τι προηγήθηκε. Με πόσες μαχαιριές ακρωτηριάστηκε ο αγαπημένος της αφεντικός από τον μαχαιροβγάλτη πριν έρθει η σειρά της. (σ. 193)
Η ίδια αποτελεί μια παραλλαγή των υποτελών υποκειμένων που διασχίζουν το έργο, ενώ η εξόντωσή της αναδεικνύει με ανάλογο τρόπο την κατάληξη κάθε οριακής μορφής, η γλώσσα της οποίας αδυνατεί να αρθρωθεί, να κυκλοφορήσει, να ακουστεί δημόσια. Ίσως μάλιστα, σε αυτήν ακριβώς τη διπλή εξάλειψη μη ηγεμονικών μορφών ζωής να συμπυκνώνεται η πιο αμείλικτη όψη της επαρχιακής συνθήκης που το έργο ανατέμνει.
Α Ν Α Φ Ο Ρ Ε Σ
_____________
Αθανασίου, Α. (επιμ.). (2011). Επιτελεστικότητα και επισφάλεια: Η Τζούντιθ Μπάτλερ στην Αθήνα. Νήσος.
Butler, J. (2009). Ευάλωτη ζωή: Οι δυνάμεις του πένθους και της βίας (μτφρ. Μ. Λαλιώτης & Κ. Αθανασίου). Νήσος.
Massey, D. (1994). Space, place and gender. University of Minnesota Press.
Spivak, G. C. (2024). Μπορούν οι υποτελείς να ομιλούν; (μτφτ. Χ. Κολύρη & Π. Τριτσιμπίδας). Ακυβέρνητες Πολιτείες.
Χαϊδοπούλου Βρυχέα, Μ. (2016). Η υπεράσπιση του βιωμένου χώρου: Καθημερινότητα και κοινωνικά κινήματα πόλης/περιφέρειας. Στο Κ. Πετροπούλου, Α. Βιτοπούλου, & Χ. Τσαβδάρογλου (επιμ.), Κοινωνικά κινήματα πόλης και περιφέρειας. Urban & Regional Social Movements, Ερευνητική Ομάδα Αόρατες Πόλεις. https://aoratespoleis.geo.aegean.gr/books/ursm2.pdf