Χάρτης 95 - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-95/klimakes/mekhri-protinos
τὰ δ᾽ ἄλλα σιγῶ· βοῦς ἐπὶ γλώσσῃ μέγας βέβηκεν·
Α Ι Σ Χ Υ Λ Ο Σ
Αγαμέμνων
Δε χρειάζεται να ‘σαι σοφός για να το ξέρεις ότι το κενό σε προσκαλεί. Το ξέρει η ίδια η ζωή. Γέμισε ασφυκτικά τη μέρα σου με ένα πρόβλημα, κι ο τρόμος του θανάτου θα εξαφανιστεί. Γέμισε ασφυκτικά τη μέρα σου με έναν θάνατο, κι ό,τι σε έχει δυσκολέψει θα χαθεί.
Έτσι είχαν όλα μέχρι πρότινος. Μα τώρα πάλι ήμασταν σε πόλεμο. Κι αυτός το ‘χει συνήθειο να θεραπεύει τα μικρά, σε ρίχνει ανυπεράσπιστο στην αγκαλιά του οριστικού. Μα υπάρχουνε και πόλεμοι που απεχθάνονται το αίμα, πανηγυρίζουν με τις άυλες συναλλαγές, το δηλητήριο που έρπει υποδορίως, δίχως τυμπανοκρουσίες, ίσως και με κρυφή χαρά, με συριγμό φιδιού πίσω απ’ τον φράκτη που παγώνει το αίμα κι ύστερα σωπαίνει. Πόλεμος όμως να λογαριαστεί και η συνήθεια, εκείνο το ναρκωτικό που το μοιράζουνε στα χαρακώματα φαντάροι σε υπηρεσία, σαν συσσίτιο. Κι εσύ θα ονειρεύεσαι να είχες λέει διαπερατό εγκέφαλο, να διώχνει τον ιδρώτα σκέψεων που πέθαναν νωρίς δίχως να πάρεις είδηση, και χρόνια τώρα λιώνει η σάρκα τους στα υπόγεια. Μες στο βαθύ σου ύπνο θα κοιτάς σαν τον παράλυτο το χέρι που σε ξεσκεπάζει για να φύγει το κακό. Στήθηκε το πολυϊατρείο στην αθέατη πλευρά, μονάχο, έρημο, με έναν μόνο ασθενή, με μία μόνο νοσοκόμα, να δένει και να αποσυναρμολογεί των διενέξεων τα πεπραγμένα, κι εσύ μόνο προσεύχεσαι να ‘ναι γερό το έδαφος, να μην σκιστεί την κρίσιμη στιγμή ο χάρτινος βυθός κάτω απ’ τα πιόνια και βουλιάξει ο κόσμος. Τώρα μιλούσε ο θάνατος χωρίς περιστροφές σε όποιον ήταν έτοιμος ν’ ακούσει. Πλάι του θα ψιθύριζε κι εκείνος ο παλιός σου γνώριμος, ο αθεράπευτα ερωτευμένος με τη δεσποσύνη που ήτανε καλλίπυγος σε όλες της τις μετονομασίες, και που για να συνεννοούμαστε την είπαμε ζωή.
Έτσι είχαν όλα μέχρι πρότινος. Μέσα στου κατά μόνας τον κλειστό τον τόπο. Μα και αυτό το κατά μόνας διαστελλόταν ασταμάτητα, κι έφεγγε κάποτε στο άπειρο λουσμένο το δικό του φως, όταν με ξέγνοιαστη καρδιά έσκυβε μέσα στον καθρέφτη κάποιων ξένων να κοιτάξει, κι ήταν αυτοί σαν να ‘ταν ξένοι, μα δεν ήτανε. Γιατί είχε τώρα η πατρίδα διαστάσεις οικουμενικές, ήξερες πώς ξημέρωνε μες στο λιμάνι του Βλαδιβοστόκ, πώς έκαιγε ο ήλιος πάνω απ’ της Μαδαγασκάρης τους γκρεμούς, πώς λειώνανε οι πάγοι στα θεμέλια της Γροιλανδίας. Κυρίως, πότε κάποιος πέθαινε στην άλλη άκρη αυτής της γης -για μας είχε ακόμα η γη μια άκρη, για να σκύψεις και να δεις- ήξερες, μέσα σ’ ενός δευτερόλεπτου χιλιοστημόριο τον θάνατο ενός αγνώστου σου στην άλλη άκρη του πλανήτη, πριν καν ο ίδιος να τον πληροφορηθεί. Στην άλλη άκρη ή εδώ κοντά, αυτό που κοίταζες μες στον καθρέφτη των προσώπων ήταν του ίδιου του κρανίου σου ο θόλος ο στιλπνός, που πάνω του, με χίλια χρώματα, αόρατα και ορατά, ζωγράφιζες ό,τι οι άλλοι λέγανε πραγματικότητα. Δίχως αυτήν την καίρια υποσημείωση, θα ήταν άραγε άξια η ζωή για να τη ζήσεις;
Έτσι είχαν όλα μέχρι πρότινος. Μέχρι λίγο προτού φανούν τα νέα μέσα. Την εποχή που ακόμα σκάλιζες ειδήσεις στις εφημερίδες, κι έβαφε το μελάνι τα ακροδάχτυλα σου και καμιά φορά και την ψυχή σου. Γιατί η είδηση διαπερνούσε πάντα την επιδερμίδα σου, και κατοικούσε τα κρυφά δωμάτια για μέρες. Δίχως μελάνι ο κόσμος θα ‘ταν τώρα άλλος. Και ο καθρέφτης των προσώπων που κοιτιόσουνα είχε κι αυτός με τον καιρό θολώσει. Τώρα -και ας παραβιάζω πόρτες ανοιχτές- θα κοίταγες με βλέμμα βλοσυρό πάνω από της συνείδησης τη ναρκωμένη λίμνη, και θα αναγνώριζες σε κίνηση αργή, κι ύστερα πάλι σε replay, τη βία του στιλέτου που διαμοιράζει τα εντόσθια των αλλοφύλων, κι εσύ θα παίρνεις πρωινό και θα ετοιμάζεις το σακίδιο για το κολυμβητήριο. Μα αυτό που χάσαμε σε ετούτο το κομμάτι χρόνου που όταν ήμασταν απρόσεκτοι γλίστρησε κι έπεσε απ’ τα χέρια μας, δεν ήταν μοναχά η ζεστασιά του γεγονότος, η όμορφη του σώματός του η θερμοκρασία, μα η απελπισμένη υπενθύμιση πως πίσω από την είδηση υπήρξαμε κι εμείς για μια φορά θνητοί, βγαλμένοι από το ίδιο αρχαίο κύτταρο που ακόμα μπρος στα μάτια μας παλλότανε, προορισμένοι για την ίδια λάσπη των αιώνων. Τίποτα στο εξής δεν θα μας θύμιζε αυτά τα άξια. Επουλωνόταν οι πληγές με υπερσύγχρονα αντισηπτικά, γινόταν η δουλειά αστραπιαία, κι έφτανε από μακριά η αποφορά της βίας, το ιδρωμένο χέρι του φονιά και η ακινησία της ψυχής του, όλα σε κίνηση αργή, όλα τώρα διαθέσιμα, πάνω στο κρεβατάκι του χειρούργου με τα μπότοξ, με τα πίλινγκ και τα λέιζερ, και τα υαλουρονικά, που θα τα κάνει όλα ελαφρώς πιο ανεκτά στα μάτια μας. Επιστροφή, λοιπόν, στη μια, αγία, εικονική ―ίσως και αποστολική― πραγματικότητα, το εικονοστάσι κάθε ειδωλολατρίας, που διαλαλεί τουριστικά αντίγραφα της νόμιμης συγκίνησης, το ηλεκτρονικό της αποτύπωμα, σκιές φτηνής ζωής αγκαλιασμένες τρυφερά πάνω από το δικό τους Ζάλογγο. Κι οι φίλοι θα αλλάζαν διευθύνσεις, θα κατοικούσαν χαμογελαστοί στις εναέριες πλατφόρμες, τα νέφη κάθε απονευρωμένης επαγρύπνησης, τα εθιστικά κελιά του facebook και κάθε όμοιού του. Και όλοι καμαρώνανε τα μέρη που επισκεφτήκανε με τον φακό, τι φόρεσαν, τι χόρεψαν, σε ποιον δανείσανε μια χαμηλότοκη αγκαλιά, όμορφη, ανθισμένη αγκαλιά, ανώδυνη, ασφαλής, μέσα στων ρητινών τα χιλιοφιλημένα παγοδρόμια. Κι όλο πιο σπάνια αναπολούσες τη σιωπή του φίλου σου, τότε που βυθιζότανε στην κόλαση μιας θλίψης ανεξάντλητης, κι εσύ δεν ήξερες να τον παρηγορήσεις. Κι όλο πιο σπάνια διέκρινες μες στον καθρέφτη τον απελπισμένο που χειρονομούσε.
Έτσι είχαν όλα μέχρι πρότινος. Στο σύμπαν του διαδικτύου. Μετά ξυπνήσαμε με πάταγο στον εφιάλτη της ΑΙ, και όλα γίνανε παλίμψηστα. Καλομονταρισμένοι κόσμοι που δεν μεγαλώσανε στο ίδιο σπίτι σαν αδέρφια, τρισέγγονα όμορφα του Φρανκεστάιν, που συναντήθηκαν σ’ ένα δωμάτιο για να ψηφίσουν το κοινό τους ανακοινωθέν. Και κάθε οινοπνευματώδες τώρα θα ξενέρωνε, οι κάβες πρόσφεραν πιστοποιητικά νομιμοποίησης, η μέθη αγκάλιαζε του αλκοτέστ το ωραίο συνοικέσιο, μετρήσιμη, με δίχως πνεύμα να πετάξει πάνω από μια έστω light κόλαση, να ξέρει και αυτή, ήσυχη, ασφαλής, σαν ύπνος γίγαντα βαθιά στο δάσος, έτσι όπως πλέον κι η ζωή. Τώρα δεν αναγνώριζες τον άνθρωπο απ’ το γράψιμο, από το τσάκισμα της φράσης του, τη μια ρυτίδα της μετάνοιας ή της υπεροψίας πίσω από τα αποσιωπητικά του. Όλα θα μοιάζαν γιοι μιας άρρητης συναλλαγής με τον φαντασματώδη γέροντα του ChatGPT, που λείαινε προεξοχές κι αποκοιμιόταν πίσω απ’ τις οθόνες, πάντα ετοιμοπόλεμος. Και γνώριζε ακόμα και τον τρόπο πώς να ξύσει λίγο την επιδερμίδα της ψυχής, όλες τις ήξερε τις πονηριές ετούτο το απολειφάδι της ηλιθιότητας του μέσου όρου. Μπήκανε κλέφτες στα υπνοδωμάτια, και σου μιλάνε τώρα σαν παλιοί συμμαθητές που ξέρανε τα μυστικά των συρταριών. Τι πειστικότερο, άλλωστε, από τους όρκους αφοσίωσης του μηχανήματος; Ποτέ δε θα σου πει κακή κουβέντα, δε θα σε προδώσει. Έτσι είχαν όλα μέχρι πρότινος. Μέχρι που αποκαλύφθηκε πως ―αποδεδειγμένα πια― υπήρξαμε εμείς οι ίδιοι ένα AI υπό δοκιμήν, πολύ πριν απ’ την έλευση ετούτου, του πραγματικού, κι ότι δουλέψαμε ερήμην μας για πολυεθνικές αόρατες, προετοιμάζοντας το έδαφος της πτώσης. Ο θάνατός μας είχε ήδη πριν απ’ τα ρομπότ συντελεστεί. Και είχε προνοήσει για τον λίγο χώρο δίπλα του, μέσα να πεις στο ίδιο μας το φέρετρο, για το ωραίο παραμύθι μιας ελπίδας διαφυγής, τον πόθο κάποιας ελεγχόμενης εξέγερσης, που έδινε στους υποτελείς έσχατο ένα δικαίωμα, ίσα για να μην αυτοχειριάζονται. Τώρα πια θα ‘ταν τέλεια η μηχανή. Και ο καιρός περνούσε.
Έτσι είχαν όλα μέχρι πρότινος. Ως τη στιγμή που άλλο πια δεν άντεχε την πίεση το παραπέτασμα ―η τρυφερή μεμβράνη που εγείρεται βουβά πίσω απ’ το πένθος― κι οι νέοι χύθηκαν στους δρόμους διεκδικώντας την κλεμμένη τους ζωή, αιφνίδια σκίσανε στα δυο τον ύπνο τους, σηκώθηκαν να κάψουνε τους εμπρηστές στην ίδια φλόγα που κατάκαιγε τους έρωτές τους. Κι εκεί, πρώτη φορά, μετά από αιώνες αξιέπαινης υπνοβασίας, στάθηκε όρθιο το ερώτημα στα πόδια του, σαν μελλοθάνατος μπροστά στο απόσπασμα, δίχως μαντήλι, με ανοιχτά τα μάτια του, κι ήμασταν λέει εμείς οι ίδιοι που ορθώναμε τις κάνες: Όταν η καταιγίδα κάποτε θα κόπαζε, θα ‘τανε ο καινούργιος κόσμος ίδιος με ετούτον τον ανάξιο που κατοικήσαμε; Ή θα μας είχε ανέλπιστα, βαθιά και αναπόδραστα δαγκώσει η ζωή με το ωραίο της μυστήριο;
( Έτσι είχαν όλα μέχρι πρότινος. Μετά, και για να μη μακρηγορούμε, ήρθε ο πόλεμος. )
13 Οκτωβρίου 2026