Χάρτης 95 - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-95/diereynhseis/ghiwrghos-sarantaris-i-prwti-apwleia-toi-alvanikoy-metwpoi-sto-per-neoellinika-ghrammata
Ο πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας αποτέλεσε μία από τις καθοριστικές πτυχές του Β′ Παγκοσμίου πολέμου στην ευρωπαϊκή ήπειρο ενώ, ταυτόχρονα, προσδιόρισε τις τύχες της νεοελληνικής κοινωνίας σε κάθε πεδίο της κατοπινής εξέλιξής της. Μεταξύ αυτών, η έρευνα που αφορά στο πολεμικό μέτωπο μπορεί να προσελκύσει την προσοχή γύρω από τη συμβολή και την ένθερμη συμμετοχή του συγγραφικού, πνευματικού και καλλιτεχνικού κόσμου επί του πεδίου. Εστιάζοντας ακόμη περισσότερο, ένας από αυτούς, και μάλιστα ποιητής και φιλόφοσος, εκπρόσωπος της ελληνικής διασποράς στην ιταλική χερσόνησο (Φόσκολο, Κάλβος, Σολωμός – απ’ εκείνους τους Έλληνες που δεν ήξεραν ελληνικά, κατά τον Σεφέρη), ο Γιώργος Σαραντάρης. Έμελλε ν’ αποτελέσει την πρώτη απώλεια στην οικογένεια των ελληνικών γραμμάτων, απ’ ένα σπάνιο παιχνίδισμα της μοίρας αφού βρέθηκε –ανίκανος ν’ αντιδράσει σωματικά και ψυχοπνευματικά– ανάμεσα στα πυρά των δύο «πατρίδων» του.
Ο θάνατός του στις 25 Φεβρουαρίου 1941 δεν έγινε άμεσα αντιληπτός… Η δίνη του πολέμου, τα επόμενα σκούρα σύννεφα της γερμανικής επέλασης με ό,τι συνεπάγονταν, όσο και η αγωνία της ατομικής επιβίωσης στο πλαίσιο της αποτρόπαιης συλλογικής πραγματικότητας, δεν προσέφεραν την απαιτούμενη προσοχή στο γεγονός. Στην εφημερίδα Η Καθημερινή (φ. 2 Μαρτίου 1941), ο Αιμίλιος Χουρμούζιος αναφέρθηκε λακωνικά στην είδηση. Ωστόσο, μόλις ένα περιοδικό απ’ αυτά που ο Σαραντάρης συνεργαζόταν τακτικά από το 1934, τα Νεοελληνικά Γράμματα, επέδειξε άμεση αντίδραση και πρόθεση επισήμανσης της αποδημίας του προσώπου και του έργου του˙ με το τεύχος 223 (8 Μαρτίου 1941), μερικές ημέρες πριν από την επέλαση των ναζί και την παράδοση της Αθήνας, κυκλοφόρησε μ’ ένα τρισέλιδο (σ. 3-5) αφιέρωμα στη μνήμη του.1 Λέγεται πως το πρότεινε και το επιμελήθηκε η ποιήτρια Μελισσάνθη. Mεγαλύτερη σημασία όμως έχουν τα κείμενα που κατατέθηκαν από τους Γιάννη Σφακιανάκη, Γιώργο Κοτζιούλα, Αντώνη Σαμαράκη, Γ. Μ. Μυλωνογιάννη και Νίκο Παππά, σ’ ό,τι αφορά την πρόσληψη της δημιουργικής παρουσίας του στα περίπου δέκα χρόνια που διέμεινε στην Ελλάδα˙ αποτέλεσε πρόσωπο σημαίνον μεταξύ όλων εκείνων των νεοεμφανιζόμενων ανήσυχων πνευμάτων που κατόπιν με όρους φιλολογικής οροθέτησης συμπεριλήφθηκαν στα έργα και τις ημέρες της «Γενιάς του Τριάντα». Άλλο τόσο αντιμετώπισε αμφισβήτηση και αρνητισμό, δεδομένα που σχετίζονταν με τη διαφορετικότητα που επιδείκνυε – αυτός, ένας «Ιταλός» με αστεία προφορά μιλώντας ελληνικά, με εξωστρέφεια και σχεδόν παιδικότητα στο κοινωνικό περίγραμμά του, ένας συγγραφέας που προκαλούσε αμηχανία, όπως σημειώνει ο Κοτζιούλας: «…Ο Σαραντάρης προερχόταν από μια περιοχή της τέχνης που με αφήνει κάπως ψυχρόν. Αυτή η ποίηση που δε φοβάται ούτε την ασάφεια ούτε πολλές φορές την ασυναρτησία προκειμένου να εκφράσει τις αρχικές κινήσεις της ψυχής, τις απροσποίητες κι αμεταποίητες ακόμη…».
Αυτό που πρέπει κατ’ αρχάς να επισημανθεί, είναι η προσωπική, εξομολογητική κατάθεση της Μελισσάνθης. Μεταξύ τους είχε αναπτυχθεί μια ιδιότυπη φιλική σχέση, σαφώς με ερωτικό πρόσημο από την πλευρά εκείνου. Τον είδε να επιστρέφει στην Αθήνα (ταλαιπωρημένο ήδη από πνευμονικό οίδημα, προτού εισέλθει σε ιδιωτική κλινική και αποβιώσει λόγω κοιλιακού τύφου) με «…το απόκοσμο βλέμμα αυτών που δεν ανήκουν πια σε τούτη τη γη», σημειώνοντας εμφατικά ότι «η ψυχή του είχε πάρει την έκφραση βυζαντινού αγίου».
Πέραν της συγκινησιακής καλλολογίας που εύλογα αναπτύσσεται από τους υπόλοιπους υπογράφοντες το συγκεκριμένο μνημόσυνο-αφιέρωμα, γίνεται εμφανές μέσα από τις γραμμές των κειμένων αυτών η δυσκολία κατάταξής του στα νενομισμένα της λογοτεχνικής κοινότητας. Ο Σφακιανάκης ομολογεί εδώ ότι δεν αντιλαμβάνεται τις φιλοσοφικές διαδρομές του – ο ιταλοθρεμμένος και κοσμοπολίτης Σαραντάρης πρέσβευε την επικέντρωση στο στοχαστικό πεδίο του Κίρκεργκ, μεταλαμπαδεύοντας τινί τρόπω το ρεύμα του υπαρξισμού2 στη μεσοπολεμική ελληνική σκέψη (από κοινού με τον φίλο και συνοδοιπόρο Δημήτρη Καπετανάκη). Και βεβαίως, ευρισκόμενος σ’ αντίθεση με το ακαδημαϊκό κατεστημένο για τις θεωρητικές ανησυχίες του, πρόλαβε στον λίγο χρόνο που παρέμεινε στην Ελλάδα και δοκιμάστηκε στην ελληνική γλώσσα, να καταθέσει τρία ολοκληρωμένα δοκίμια στοχασμού (δημοσιευμένα μεταξύ 1937 και 1939), άρτια και κατατοπιστικά περί των προεκτάσεων που επιθυμούσε να δώσει στη νεότερη φιλοσοφική προσέγγιση.3
Επιπλέον, αναφέρει ότι δύο ημέρες μετά τον θάνατό του, βρέθηκε (εκείνος και κάποιοι άλλοι φίλοι, προφανώς) στο σπίτι που διέμενε ο Σαραντάρης αναζητώντας χειρόγραφα, σημειώματα, φωτογραφίες. Η πληροφορία είναι χρήσιμη, δεδομένου ότι η αδελφή του Σαραντάρη εμπιστεύτηκε, κατά δήλωσή της, το σύνολο του εκτενούς αρχείου στον φίλο του, Γιώργο Μαρινάκη. Είν’ εκείνος τον οποίο έσπευσαν να ψέξουν φίλοι, κριτικοί, ομότεχνοι4 για την αδικαιολόγητη και αυθαίρετη «σιωπή» που επέβαλε αρνούμενος τη δημοσίευσή του για περίπου τέσσερις δεκαετίες, με αποτέλεσμα την αδυναμία προσέγγισης-μελέτης-αποτίμησης του Σαραντάρη ως κατεξοχήν εκπροσώπου της μεσοπολεμικής γραμματείας. Πάντως, μετά τη δεκαετία του 1980, παρατηρείται ενδιαφέρουσα αύξηση της ερευνητικής παραγωγικότητας σε αφιερώματα, εκδόσεις και εκδηλώσεις, μουσικά αφιερώματα, παραγωγή δίσκων, τηλεοπτικές εκπομπές, διαδικτυακές αναφορές, γύρω από το πρόσωπο και το έργο.5
Ο Σαμαράκης έγραψε ότι ο Σαραντάρης «πέρασε την πύλη της σιωπής», προοικονομώντας ετούτη την άδικη παρασιώπηση, που στέρησε τη συστηματική επαφή και την ένταση πρόσληψης της εργογραφίας του κατ’ ανάλογο τρόπο με άλλους σημαίνοντες ομηλίκους του δημιουργούς.
Ο δε Μυλωνογιάννης παρατήρησε ότι η πιο πρόσφατη ποιητική παρουσία του, η συλλογή Στους φίλους μιας άλλης χαράς, υπήρξε μια «αφετηρία» για εκείνον «αφού όποια γλώσσα κι αν μιλούσε, θα συγκινούσε […] γιατί η Ποίηση δεν έχει ανάγκη προσαρμογής σε τούτη ή εκείνη την αντίληψη, για να συγκινήσει τους ανθρώπους».
Aπό τους υπογράφοντες στα Νεοελληνικά Γράμματα, ο Νίκος Παπάς προτίμησε να καταθέσει ένα δικό του ποίημα αφιερωμένο στη μνήμη του ομοτέχνου του, με ευδιάκριτη συναισθηματική ένταση, τοποθετώντας τον Σαραντάρη στον «ιερό λόχο του Κάλβου» απέναντι στις «σφαίρες αγροίκων Ρωμαίων», έναν ποιητή «με τρυφερά ονειροπολήματα, ο πρώτος από τους πρώτους/ στολισμένος με ποίηση, με ιστορία και με παραμύθια».
Φαίνεται ότι η Μελισσάνθη επέλεξε να δημοσιευτούν πέντε συγκεκριμένα ποιήματα του Σαραντάρη, αδημοσίευτα προηγουμένως (ένα με τίτλο Του ήλιου και τέσσερα άτιτλα). Πρόκειται για δείγματα γραφής από την ωριμότερη φάση της ποιητικής του, τα οποία δημιουργούν στον αναγνώστη την αίσθηση επαφής με το λυρικό σύμπαν, την αφηγηματική τεχνοτροπία, το ύφος και την οπτική του ποιητή. Μερικοί στίχοι άλλωστε υποδηλώνουν το σαρανταρικό πνεύμα γύρω από το νόημα της ζωής, τη θέαση του θανάτου, τα πρόσημα που αναδεικνύουν το πνεύμα έναντι της ύλης, όπως «Εμείς θα διώχνουμε μπροστά μας το σκοτάδι/ Σα φύλλα μιας μεγάλης χαράς/ Σαν όρθρους που τους χαρίζουμε τα νιάτα/ Θ’ αφήνουμε πίσω μας τον κόσμο», «Σαν τίποτα να μην είχε γίνει/ Σαν η μάχη να μην είχε περάσει πάνω από τα κεφάλια μας», «Από μέσα μου θα φύγει ο στεναγμός/ Αυτό το άστρο των κακών ημερών…», «Κι ο ήλιος κρυμμένος κάπου/ μιλάει με τη νύχτα εκείνη/ απ’ όπου εμείς δε βγαίνουμε…».

1. Βλ. το τεύχος ψηφιοποιημένο στις αρχειακές συλλογές του Πανεπιστημίου Κύπρου «Λήκυθος»: https://lekythos.library.ucy.ac.cy/archive/item/9226?lang=el
2. Αναλυτικά, στην πρόσφατη προσέγγιση του φιλοσόφου Σαραντάρη: Γκαντές, Χρύστος (2025). Γιώργος Σαραντάρης. Το πέρασμα ενός ανθρώπου. εκδ. Αρμός.
3. Πρόκειται για τα εξής: Συμβολή σε μια φιλοσοφία της ύπαρξης, Η Παρουσία του ανθρώπου
και Δοκίμιο λογικής σα θεωρία του Απόλυτου και του μη Απόλυτου. Για την πρόσφατη ανατύπωση των τριών έργων, βλ. Σαραντάρης, Γιώργος (1999). Δοκίμια για την ύπαρξη του ανθρώπου, Ευθύνη.
4, Βλ. ενδεικτικά δημοσιεύματα: Μπεκατώρος, Στέφανος. Η «υπόθεση» Σαραντάρη. Η Καθημερινή
(4.2.1988) & Παπαγεωργίου, Κώστας. Αίσθηση αμηχανίας. Η Καθημερινή (12.3.1988).
5. Για την εξέλιξη της βιβλιογραφικής παρουσίας, της προσέγγισης και ερμηνείας του Σαραντάρη, η προσεχής έκδοση, υπό επεξεργασία: Ρούβαλης, Βασίλης (2027). Βιβλιογραφία Γιώργου Σαραντάρη. 1932-2026. Κορώνη: Poema Εκδόσεις.