Χάρτης 87 - ΜΑΡΤΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-87/biblia/ekrikseis-lekseon

Ο χρόνος σε τίτλους, η νέα εντυπωσιακή ποιητική σύνθεση της Μαρίας Κούρση, τοποθετεί το χρόνο σε συγκεκριμένο χώρο, σε σελίδες βιβλίου, προετοιμάζοντας τους αναγνώστες να τον απολαύσουν σε φαντασιακή σκηνή θεάτρου, να ολοκληρώσουν, με τη δική τους δημιουργικότητα, το γραπτό ποιητικό κείμενο σε παράσταση. Με αυτή την ιδιότητα, οι λέξεις αποκτούν μια νέα λογοτεχνική διάσταση: έχουν δύο όψεις –είναι συνάμα γραπτές και προφορικές–, εκρήγνυνται, αλλά πρώτα γοητεύουν και ευθύς αμέσως κατακτούν τον επαρκή αναγνώστη, που γνωρίζει ότι μπροστά στις σελίδες καραδοκεί μια πρωτόγνωρη απόλαυση:
Μέσα από λέξεις που
Εκρήγνυνται
θα περάσω / Του είπα
Ανάβοντας ξανά
το Πρώτο
σπίρτο
Κάτω από τον Τίτλο
Που ασφαλώς δεν καίγεται
(«Ενστικτωδώς», σ. 15).
Όταν γράφεις για το έργο του Άλλου, πρέπει να ξέρεις να εκτιμάς, και άρα να αναγιγνώσκεις με ζέση και πάθος, τη γραφή των συνανθρώπων σου. Ο τίτλος που δεν καίγεται τονίζει, με αυτή την ιδιότητά του, τη μεταφορική του έννοια, όπως ο Τίτλος, στο παράθεμα που ακολουθεί, δεν θα δεχθεί ερωτήσεις, αφαιρώντας τη λογοτεχνική μάσκα του και αποκαλύπτοντας την προσωποποίησή του. Σε μια πρωτότυπη σύλληψη-σύνθεση, τα ποιήματα της Μαρίας Κούρση τοποθετούνται απέναντι στον αναγνώστη και διατηρούν τη δική τους αυτονομία αλλά και θεατρική οντότητα. Η ανάγνωση ανάγεται σε διάλογο ή, καλύτερα, σε άρρητη συνέντευξη με το απόκρυφο:
Μετά το πέρας του Ποιήματος
Η λέξη του Τίτλου
Δεν θα δεχθεί ερωτήσεις
(«Μεγαλοφώνως», σ. 21).
Προφανώς, «Η λέξη του Τίτλου» είναι φόρος τιμής ή τίτλος ευγενείας. Ίσως γι’ αυτό το λέξημα, «λέξη, με το βασικό της νόημα» –λέγω, εκφράζω, αφηγούμαι–, επανέρχεται συχνά στο βιβλίο. Λίγα παραδείγματα:
Έρχονται λέξεις εχθρικές
Στην ποίηση απέναντι
(«Αυτοβούλως, σ. 19).
Υπογραμμίζω μία λέξη
Μετά δύο
Τρεις πέντε
Κάποιες ακόμα
Λίγες
Πολλές
Όλες
(«Οριζοντίως», σ. 46).
Δεν ξέρω τι να κάνω με τη λέξη απόσπασμα.
(«Βραδέως», σ. 72)
Όλες οι θέσεις του θεάτρου
γέμισαν. […]
Ένα σωρό λέξεις
περιμένουν όρθιες
(σ. 24).
Γιατί οι «λέξεις / περιμένουν όρθιες»; Για να ενισχύσουν τη διφορούμενη λέξη «απόσπασμα»; Για να απολαύσουν την παράσταση όρθιες, σαν να ήταν έτοιμες να επευφημήσουν όπως συνήθιζαν οι Ρωμαίοι;
Ο ανθρώπινος χρόνος κινείται μέσα σε συγκεκριμένα όρια, καταλαμβάνει τη σκιά των τίτλων, από αυτούς αντλεί την ταυτότητά του. Ένα νέο Είναι γεννιέται, όπως στη Θεωρία της Σχετικότητας, όταν ο κινούμενος χρόνος συναντά τον σταθερό χώρο, ανατρέπει τη στασιμότητά του και αναλαμβάνει την ευθύνη για την τέταρτη διάστασή του. Εδώ έχουμε θεατρική ποίηση με πολλαπλές φωνές, που συμφωνούν και αλληλοβοηθούνται, διαφωνούν και αλληλοσπαράζονται, ακριβώς όπως η κοινωνία μας. Η έννοια των τίτλων, που εκφράζουν, ή απλώς υπονοούν, το χώρο ή το χρόνο, μας παραπέμπει στην εικόνα τού ονόματος στον Shakespeare: το «γλυκό άρωμα» δεν επηρεάζει την ουσία. Με διαφορετικό σημαίνον, το αντικείμενο αναφοράς «ρόδο» θα διατηρήσει το ίδιο άρωμα-σημαινόμενο. Στους στίχους τής ποιήτριάς μας, οι τίτλοι-επιρρήματα δεν προσδιορίζουν απλώς ρήματα ή επίθετα. Αναδημιουργούν και αναδύουν το άρωμα της λέξης, τονίζουν τις πολλαπλές σημασίες της. Οι λέξεις-τίτλοι μάς εξωραΐζουν, μας εμπλουτίζουν. Παράδειγμα το παράθεμα που ακολουθεί. Αν, ενώ είμαστε κρυμμένοι μέσα στη λέξη «πέτρα», κάποιος μας πετάξει μακριά, θα υπάρχει πλήρης ασφάλεια, τυλιγμένοι καθώς θα παραμείνουμε μέσα στη μαγική δύναμη του λόγου, αν και σε διαφορετικό χωρόχρονο:
Το παραδέχομαι
Κρύφτηκα μέσα
Στη λέξη πέτρα
Ελπίζοντας πως
Κάποιος θυμωμένος
Θα την πετάξει μακριά.
Όσο πιο μακριά γίνεται
(«Ασφαλώς», σ. 37).
Στους Ψαλμούς η επίκληση μεταμορφώνεται σε όνομα, η φωνή αποκτά σάρκα και οστά. Στο νέο βιβλίο τής Μαρίας Κούρση, όταν ο χρόνος κυριαρχεί στους τίτλους, οι λέξεις φορτίζονται χρονικά και δίνουν ευρύτερο και βαθύτερο νόημα στα ποιήματα από αυτό που υπέθεσε αρχικά ο αναγνώστης. Αναγκάζεται να διαβάσει πλαγίως, ανατροπή που μόνο «απόλαυση του κειμένου» (Barthes) μπορεί να του προσφέρει. Η έννοια in illo tempore, κάθε φορά που τον εντυπωσιάζει, κάνει ένα βήμα να συνδέσει το χρόνο με το χώρο. Τα επιρρήματα, τίτλοι ποιημάτων, καθώς προσδιορίζουν άλλες λέξεις, ανανεώνουν και εμπλουτίζουν το νόημα και των δύο πλευρών.
Τα ποιήματα δεν περιέχουν αποκλειστικά μια συνεχή συζήτηση ανάμεσα στα μέρη του λόγου, αλλά και με την τέχνη του λόγου, κυρίως δύο από τις πιο αξιόλογες ποιητικές παραδόσεις, την Ελληνική και τη Γαλλική (Ο Louis Aragon αποκαλούσε τον Γιάννη Ρίτσο τον πιο σπουδαίο ποιητή της εποχής τους). Πηγή έμπνευσης η θεατρική υπόσταση του χρόνου πάνω σε σκηνή, που δημιουργείται από τις λέξεις με μαεστρία. Ο χώρος σε τίτλους προσπαθεί να αναχθεί σε χωρόχρονο, να ολοκληρωθεί. Ποιο νέο Είναι αναδύεται μέσα από αυτό τον χωρόχρονο; Κι ενώ η ποιήτρια προσπαθεί να συλλάβει τον αόρατο χρόνο με αφορμή την ποίηση, χωρίς σαφή απάντηση στο ερώτημα του αναγνώστη, επιβεβαιώνονται οι στίχοι που τονίζουν την προσφορά στην ύπαρξή μας της ολοκλήρωσης του ποιήματος:
Η εγκατάλειψη ενός ποιήματος
έπρεπε να είναι αδίκημα
(«Παραλλήλως», σ. 20).
Και ακόμη:
Το τραγούδι της χαράς […]
Έχει σκηνή
Έχει χορό […]
Δεν έχει χρόνο
(«Ουδόλως», σ. 16).
Κλείνω το σχόλιό μου, που εκφράζει το θαυμασμό μου για ένα πολύτιμο βιβλίο, από τις σπουδαίες εκδόσεις Ηριδανός, με το αγαπημένο μου ποίημα, γραμμένο σε εισαγωγικά, καθώς απευθύνεται σε κάποιο συγκεκριμένο Αναγνώστη που δεν ονομάζει ―υποθέτω στον χαρισματικό γιο τής ποιήτριας Χρήστο Τριανταφύλλου, στον οποίο αφιερώνει το βιβλίο της―, που προφανώς τη διάβασε με την καρδιά και το νου του, και άρα αξίζει να τον εμπιστεύεται με τον αληθινό χρυσό της:
«Όταν θα φύγω
Μην αφήσεις μόνα τους
Τα ποιήματα
Ζουν μόνο με λίγο αέρα
Δεν ενοχλούν. Δεν απαιτούν
Δεν θα με ζητούν
Για να καταλάβεις
Είναι όπως ο αληθινός χρυσός
Ακριβά και αναλλοίωτα»
(«Εντίμως», σ. 33).