Χάρτης 89 - ΜΑΪΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-89/hartaki/i-khameni-mera-tis-kirias-proist

Το νέο βιβλίο του Αντώνη Ψάλτη σηματοδοτεί μια τολμηρή μετατόπιση από τις ποιητικές συλλογές, τις αστυνομικές νουβέλες και τα διηγήματα προς το αλληγορικό παραμύθι. Η συγγραφή παιδικών και εφηβικών βιβλίων δεν είναι εύκολη υπόθεση και ο συντελεστής δυσκολίας αυξάνεται πολύ περισσότερο όταν το κοινό αποτελείται ταυτόχρονα και από ενήλικες. Το παιδί και ιδιαίτερα ο έφηβος μπορούν να γίνουν οι πιο αυστηροί αλλά και οι πιο ειλικρινείς κριτές και είναι δύσκολο να τους κερδίσεις. Ένας συγγραφέας, για να το πετύχει, θα πρέπει πέρα από έμπνευση να διαθέτει και ένα σωρό άλλες δεξιότητες και εργαλεία για να πείσει τους μικρούς αναγνώστες. Θα πρέπει να γνωρίζει πώς σκέφτονται τα παιδιά, τι τα τρομάζει, τι τα ενθουσιάζει, τι τους κάνει να γελούν. Ο λόγος του να είναι απλός και ζωντανός, να έχει ρυθμό ώστε να τους «κρατάει» μέσα στην ιστορία. Να δημιουργεί εικόνες, κινήσεις, σκηνές και σίγουρα να μπορεί να του μεταφέρει συναισθήματα χωρίς να γίνεται διδακτικό. Το σημαντικότερο όμως είναι να αφήνει χώρο στη φαντασία του να αναπτυχθεί.
Ο Αντώνης Ψάλτης το καταφέρνει αυτό και αποδεικνύει πως είναι ένας συγγραφέας με εύρος που μπορεί να μεταπηδήσει από το ένα είδος στο άλλο με μεγάλη φυσικότητα. Το βιβλίο είναι πρωτότυπο, ζωντανό και πολυεπίπεδο. Συνδυάζει παραμύθι, φιλοσοφία, χιούμορ και τρυφερότητα. Και το κάνει με έναν τρόπο που μπορεί να αγγίξει τόσο ένα παιδί όσο και έναν ενήλικα. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι πως κάθε νέα ανάγνωση του παραμυθιού φωτίζει και μια διαφορετική του πτυχή, αποκαλύπτοντας αποχρώσεις που ίσως είχαν μείνει κρυμμένες την πρώτη φορά.
Από την πρώτη κιόλας σελίδα ο αναγνώστης μπαίνει αβίαστα μέσα στην υπόθεση. Ο λόγος είναι τόσο άμεσος που σε προσκαλεί σε διάδραση και ενεργοποιεί την εσωτερική σου φωνή ώστε σχεδόν απαντάς στον συγγραφέα. Άλλες φορές απλά κουνάς καταφατικά το κεφάλι σου στα λεγόμενά του. Η γλώσσα είναι ζεστή, με χιούμορ, τρυφερότητα αλλά και μια ελαφριά μελαγχολία.
Ο αφηγητής μοιάζει να βλέπει τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός παιδιού. Ποιου παιδιού; Ενός κοριτσιού, αυτή είναι η πρώτη πρωταγωνίστρια της ιστορίας μας. Το κοριτσάκι μας είναι μικρό, περίπου 8 χρονών, ιδιαίτερα παρατηρητικό και εύστροφο. Στο κείμενο παρουσιάζεται η ζωή της, σε μια ήρεμη, αγαπημένη οικογένεια αλλά και οι συνήθειές της, να κάθεται δηλαδή στην πολυκατοικία που δουλεύουν οι γονείς της και να ασχολείται με τις κούκλες, τα παιχνίδια της, να παρατηρεί τους ένοικους και να τους εντυπωσιάζει με τις έξυπνες ερωτήσεις της. Με τον τρόπο αυτό ο Αντώνης μας εισάγει στο περιβάλλον της ελληνικής πολυκατοικίας, που άλλες φορές είναι απρόσωπη και άλλες φορές ανθρώπινη και ζεστή, όπου οι ένοικοι είναι ταυτόχρονα ξένοι αλλά και οικείοι. Μπορεί να μη γνωρίζεις τίποτα γι’ αυτούς παράλληλα όμως γνωρίζεις όλη τους τη ζωή, τις συνήθειές τους, τα ελαττώματά τους, τις χαρές και τις λύπες τους.
Η εικόνα του κοριτσιού που παίζει με τα παιχνίδια της, όσο κι αν μας φαίνεται οικεία, όσο κι αν μας θυμίζει τα παιδικά μας χρόνια, είναι πολύ διαφορετική από την εικόνα των παιδιών σήμερα. Κι αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να μας προβληματίσει βαθιά. Τα παιδιά σήμερα έχουν συνεχή ερεθίσματα από οθόνες, βιντεοπαιχνίδια, ειδοποιήσεις. Σπάνια «βαριούνται» και δεν μένουν συχνά σε ήσυχους χώρους χωρίς δραστηριότητα. Παίζουν κυρίως με ψηφιακά παιχνίδια και έχουν λιγότερη επαφή με υλικά αντικείμενα. Ζουν σε έναν κόσμο γρήγορο, απαιτητικό, μεγαλώνουν μέσα στο άγχος των ενήλικων γονιών τους που, ασυναίσθητα, περνά και σε αυτά και δεν έχουν χώρο να είναι απλώς παιδιά. Όμως, το πιο αποκαρδιωτικό είναι πως δεν μπορούν να αντλήσουν χαρά και ικανοποίηση από την απλή παρατήρηση. Την παρατήρηση ενός τοπίου ρεμβάζοντας ή των ανθρώπων και της ζωής γύρω τους.
Η μικρή μας πρωταγωνίστρια διαφέρει, έχει μυαλό που ταξιδεύει, που φτιάχνει κόσμους με φαντασία που καλπάζει. Η φαντασία και η περιέργειά της πυροδοτούνται από την παράξενη παρουσία μιας κυρίας, μιας γειτόνισσας που μοιάζει να ζει «διπλή ζωή», γιατί; Όλα πάνω της είναι διπλά… Είναι μια γυναίκα περίπου πενήντα ετών, που όλα τα έχει επί δύο. Μισή Γαλλίδα και μισή Ελληνίδα, που ντύνεται πάντα με δύο χρώματα, σαν να είναι δύο άνθρωποι σε έναν. Δίχρωμα ρούχα, δίχρωμα παπούτσια, δίχρωμα μαλλιά ακόμη και δίχρωμα χείλη, δύο τσάντες, δύο ταχύτητες στη ζωή της. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τρέχει… συνεχώς τρέχει και βιάζεται να τα προλάβει όλα. Γιατί όμως όλα είναι διπλά στη ζωή της; Είναι τόσο γρήγοροι οι ρυθμοί της ή όλα αυτά είναι μια εσωτερική της σύγκρουση, ένας διχασμός; Μήπως προσπαθεί να χωρέσει δύο μέρες σε μία ή μέσα της υπάρχουν δύο πλευρές, μια αυστηρή και βιαστική και μια άλλη, ίσως πιο τρυφερή ή πιο ανθρώπινη, που την κρύβει καλά; Αυτή είναι η κυρία Προυστ. Αυτή που φιγουράρει στον τίτλο του βιβλίου. Το επίθετό της καθόλου τυχαίο δεν είναι, είναι απόγονος του Μαρσέλ Προυστ, ενός από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα, γνωστός για το ένα και μοναδικό έργο του το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο». «Η χαμένη μέρα της κυρίας Προυστ» ξαφνικά δημιουργεί έναν διάλογο με το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» υπερπηδώντας διάφορα λογοτεχνικά είδη αλλά και εποχές. Ο συγγραφέας εμπνέεται από κάτι γνωστό και το μετατρέπει σε κάτι νέο, καθιστώντας τον αναγνώστη ενεργό μέλος του βιβλίου αφού αναζητά συνδέσεις, συγκρίνει και ερμηνεύει.
Ο χαμένος χρόνος δεν είναι απλώς ο χρόνος που πέρασε και χάθηκε, είναι η μνήμη που ξεθωριάζει, οι στιγμές που δεν προσέξαμε όσο ζούσαμε, οι εμπειρίες που τις αντιληφθήκαμε ετεροχρονισμένα, ο χρόνος που περνά χωρίς να το συνειδητοποιούμε και ο τρόπος που τον σπαταλούμε. Ξανακερδίζεται ο χρόνος; Πιθανώς, όταν οι αναμνήσεις πυροδοτούνται από κάτι, από μια μυρωδιά, μια γεύση, μία εικόνα… ή στην προκειμένη περίπτωση από την απλή, παιδική ερώτηση «Πώς χάνετε τη μέρα σας;». Η ερώτηση της μικρής μας πρωταγωνίστριας στην κυρία Προυστ είναι μια αφορμή που την ταράζει και ανοίγει ένα παράθυρο σε μια πιθανή εσωτερική αλλαγή. Το μικρό κορίτσι, με την αθωότητα της παιδικής ηλικίας την παρατηρεί και προσπαθεί να καταλάβει. Άραγε πώς χάνεται μια μέρα; Χάνονται οι μέρες και αν ναι πού πάνε;

Και εντελώς ξαφνικά οι μέρες στο ημερολόγιο της κυρίας Προυστ επαναστατούν με πρωτεργάτρια την 27η Μαΐου. Ζητούν την ελευθερία τους σαν φοιτήτριες στη Γαλλία τον Μάη του 1968. Σαν εργάτες που πασχίζουν για καλύτερα δικαιώματα. Η σύνδεση με τον Μάη του ’68 δεν είναι τυχαία. Αντιθέτως, δίνει στο κείμενο ιστορικό και ιδεολογικό βάθος για να μαθαίνουν οι νέοι αλλά και να θυμούνται οι παλιότεροι. Στο βιβλίο οι μέρες επαναστατούν όπως η νεολαία και οι εργαζόμενοι αμφισβήτησαν τις αυστηρές δομές και τους περιορισμούς της εποχής τους τον Μάιο του 1968. Το βιβλίο, λοιπόν, κατορθώνει να μετατρέψει ένα παραμύθι σε μια σύγχρονη αλληγορία για την αυτονομία, την αυτοδιάθεση και την ανάγκη να ξαναδιεκδικήσουμε τον χρόνο μας και να επαναστατήσουμε απέναντι στη δική μας καθημερινή «σκλαβιά».
Ο συγγραφέας μας καλεί να απαντήσουμε στο ερώτημα «Πώς χάνεται μία μέρα». Αυτό είναι ένα ερώτημα που προβληματίζει και τον ίδιο τον αναγνώστη ο οποίος συμπάσχει με την κυρία Προυστ, χωρίζεται στα δυο, αμφιταλαντεύεται, χαμένη μέρα είναι μια μέρα που δεν ολοκληρώσαμε τις δουλειές μας ή μια μέρα που δεν τη ζήσαμε πραγματικά; Ή μήπως τελικά για να ζήσουμε πρέπει να σταματήσουμε να ζούμε;
Η επανάσταση της κάθε μέρας είναι η απόφαση να σταθούμε με επίγνωση απέναντι στη ζωή μας και λειτουργεί σαν μια διαρκής υπενθύμιση ότι η αξία της ζωής βρίσκεται στις στιγμές που συχνά περνούν απαρατήρητες. Κάθε μέρα διεκδικεί τη δική της σημασία. Μας καλεί να της δώσουμε νόημα και σκοπό. Να μην την αφήσουμε να χαθεί μέσα στη ρουτίνα ή στην αδράνεια. Να τη ζήσουμε με τρόπο που να μας κάνει να νιώθουμε ότι δεν την αφήσαμε να περάσει άσκοπα. Στο τέλος, η ζωή μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά το άθροισμα αυτών των ημερών. Αν μάθουμε να τιμούμε την κάθε μέρα, τότε μαθαίνουμε να τιμούμε και τη ζωή μας ολόκληρη.
Η κυρία Προυστ παραμένει ένα αίνιγμα. Οι πράξεις της, οι σκέψεις της, ο τρόπος που θα αντιμετωπίσει όσα της συμβαίνουν, ξεδιπλώνονται μόνο μέσα από την ίδια την αφήγηση. Δεν έχουμε παρά να συνεχίσουμε το ταξίδι στις σελίδες του βιβλίου για να ανακαλύψουμε πώς θα σταθεί απέναντι στις ανατροπές που τη συναντούν.
Ο Αντώνης Ψάλτης έγραψε ένα παραμύθι για μικρούς και μεγάλους δείχνοντάς μας ότι είναι ένας συγγραφέας που κρύβει μέσα του έναν ενήλικα με επαγγελματισμό αλλά κι ένα παιδί που δε μεγαλώνει ποτέ…