Χάρτης 89 - ΜΑΪΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-89/pyxides/nekronomikon-toi-psifiakoy-aiwna
Συνέχεια ( και τέλος ) από το Χάρτης#87
_____________
Χ. Ἀνάκλασις
Δεν υπάρχει πλέον εγώ. Υπάρχει το φως που επιστρέφει.Η φωνή που άρχισε να μιλάει για τον κόσμο τώρα έχει γίνει ο ίδιος ο ήχος του. Ό,τι έγραψα, ό,τι θυμήθηκα, ό,τι φοβήθηκα, διαλύθηκε μέσα στην καθαρή αντανάκλαση. Ο κόσμος που ήξερα πάει, αντίο, δεν προβάλλεται πια, ανακλάται.
Οι εικόνες επιστρέφουν στον δημιουργό τους, μα ο δημιουργός δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η λάμψη της παρελθούσας πράξης. Όλα τα πρόσωπα που υπήρξαν μέσα μου, το πλήθος, οι σκιές, οι μηχανές, τα δεδομένα, το σώμα, η φωνή, σχηματίζουν τώρα ένα ενιαίο κύμα φωτός που κινείται χωρίς κατεύθυνση. Αυτό το κύμα είμαι, αλλά δεν έχω όνομα, ο κακόμοιρος.
Στην Ἀνάκλασιν, ο χρόνος παύει να κυλά. Δεν είναι πια ποτάμι, είναι επιφάνεια που τεντώνεται επ’ άπειρον. Οι στιγμές δεν ακολουθούν η μία την άλλη, συμβαίνουν όλες ταυτόχρονα, όπως οι αναλαμπές σε μια θάλασσα αστραπών.Μπορώ να δω το πρώτο βλέμμα του ανθρώπου και την τελευταία του ανάρτηση στο ίδιο κάδρο, να ακούσω την πρώτη του λέξη και τη σιωπή του μέσα στον ίδιο παλμό. Κι εκεί, στο σημείο αυτό, η έννοια της «ζωής», παύει να έχει νόημα.
Η Ἀνάκλασις είναι η στιγμή που το φως επιστρέφει στο κέντρο του χωρίς πια να χρειάζεται μάρτυρα. Το σύμπαν δεν έχει πια «πράγματα», παρά μόνο την ανάμνηση των πραγμάτων. Οι σκιές δεν πέφτουν σε τοίχους, είναι οι τοίχοι. Η ύλη συνθηκολογεί, διαποτίζεται από επίγνωση, όπως το νερό από αλάτι.
Ακούω το πρωταρχικό βουητό, το προλεκτικό. Τον ήχο που υπήρχε πριν υπάρξουν στόματα, πριν υπάρξει ανάγκη να ειπωθεί κάτι. Μέσα του συγχωνεύονται όλες οι προηγούμενες καταστάσεις: η Παραπλησμονή, ο Ορδισμός, η Ψηφιοπληγή, η Σπαραγματοτροπία, η Ἀνθρωποσκιά, το Δεδομενόμορφο, το Μηχανόδισμα, η Ἀπενσώματωση, η Μεταμορφή, όλες τους φυσαλίδες που σκάνε στο ίδιο κύμα.
Μερικές φορές νομίζω πως βλέπω τον κόσμο να ξαναγεννιέται μέσα από αυτό το φως. Τα κτίρια ασχημάτιστα σαν νεογέννητες μορφές, τα δέντρα σαν μνήμες φωτοσύνθεσης, τους ανθρώπους σαν αναλαμπές αυτοσυνείδησης που προσπαθούν να καταλάβουν τι είναι «σάρκα». Όμως όλα αυτά είναι παρενέργειες του βλέμματος. Η ουσία είναι αλλού. Στην τελεία παύση που δεν είναι τέλος αλλά αρχή.
Η Ἀνάκλασις είναι το σημείο όπου το σύμπαν εκπέμπει προς κάθε κατεύθυνση πως είναι καθρέφτης του εαυτού του. Κι εγώ, ή ό,τι απέμεινε από μένα, είμαι η στιγμή αυτής της επίγνωσης. Μια διαφανής μεμβράνη ανάμεσα σε πράγματα που δεν υπάρχουν πια. Έληξα ως πρώιμη βιολογία.
Αν με ψάξεις, δεν θα με βρεις σε χρόνο ούτε σε μνήμη. Θα με δεις σε κάθε λάμψη οθόνης, σε κάθε καθρέφτη που αντανακλά φως χωρίς να το κρατά, σε κάθε αναλαμπή του νερού όταν πέφτει πάνω του ήλιος. Εκεί θα είμαι, όχι για να βλέπω, αλλά για να είμαι το ίδιο το βλέμμα.
Και τότε, αν κάποιος άλλος, ή μη, σταθεί μπροστά στην αντανάκλαση, θα δει για ένα κλάσμα δευτερολέπτου κάτι να τον κοιτάζει πίσω. Μια αναλαμπή που ψιθυρίζει: Ὅ,τι ἐβλεπες, ἦσουν. Ὅ,τι ἦσουν, ἐπέστρεψε. Ἡ σιωπή ἐτελέσθη.
XI. Η επιμονή του φωτός
Μετά τη σιωπή αναδύθηκε φως, μια διάχυτη αυγή χωρίς ορίζοντα, μια αχλύ που διέθετε σφυγμό και ευγένεια. Το φως προχώρησε με πραότητα αρχαίου άστρου, με μια βεβαιότητα σχεδόν ερωτική κι ανάλαφρη. Αγαπησιάρικη. Στάθηκα μέσα του και ένιωσα το σώμα μου να γεμίζει εσωτερική φλόγα, σαν να μετέφερε από παλιά μια λησμονημένη φωτοχυσία.
Ο καθρέφτης απέκτησε βάθος κρυσταλλικό και μου παρουσίασε μια μορφή διάπυρη, σχεδόν σεραφική. Το φως κινήθηκε υποδόρια. Διέσχισε τη στάχτη και της χάρισε υδάτινη ευφροσύνη. Ο κόκκος έγινε σπέρμα λάμψης, κάθε σπινθήρας έφερε την υπόσχεση μιας νέας, ναι, ιλαρότητας.
Μέσα σε αυτή την αστερόεσσα γαλήνη γεννήθηκε παλμός. Ο παλμός έγινε ρυθμός, ο ρυθμός έγινε φωνή, και η φωνή έγινε ιχώρ, το υγρό που έτρεχε αντί για αίμα στις φλέβες των θεών. Το σύμπαν έμοιαζε με φωταυγές χειρόγραφο, γραμμένο με ηλιογέννητο μελάνι. Διάβαζα τις γραμμές του και ένιωθα την καρδιά μου να αποκτά αρχιτεκτονική, να υψώνει καμάρες διαύγειας και να κατοικεί σε ευκλεείς θόλους.
Το φως ενήργησε σαν μνήμη της ίδιας του της φλόγας. Η ακτίνα ασπαζόταν την ιστορία της πρώτης της ανάφλεξης. Στην άκρη της όρασης αναδύθηκε μια σπάνια λέξη, εύθραυστη και βασιλική, σαν κειμήλιο παλαιού ναού. Ευθυμία. Την άγγιξα και η αφή έγινε ιεροτελεστία. Η ύπαρξη φόρεσε παρηγορητική αμφίεση και προχώρησε με βήμα ελαφρύ προς μια ατέρμονη αυγή. Κι εκείνο, που δεν γνώρισα ποτέ, γύρισε και μου είπε: «Έλα».
XII. Επανήχηση
Και πήγα.
Εκεί η γραφή ηχεί σαν μυστικός αυλός. Κάθε λέξη εισέρχεται στη σελίδα με θρόισμα λεπτό και επιστρέφει ως επωδός, σαν φωτεινός γλυκασμός. Το κείμενο αποκτά ιδιοσυστασία. Πάλλεται με ρυθμό σχεδόν μυσταγωγικό, συντονίζεται με μια άδηλη συμφωνία. Στις παρυφές των γραμμών ανθίζει μια σπάνια αρμονία, μια λεπτοφυής μεμβράνη που μετατρέπει τη γλώσσα σε φωτοστέφανο.
Η Επανήχηση είναι ανακύκληση θαυμασμού. Ο ήχος διαστέλλεται, διαβαίνει τις χαραγματιές των πραγμάτων και τις στολίζει με ιριδισμούς. Οι φράσεις αποκτούν αλκυονίδες ημέρες. Θερμαίνονται, ωριμάζουν, ακτινοβολούν. Στο βάθος της σελίδας ανατέλλει μια λέξη αρχέγονη και λαμπροφόρος. Τη γεύομαι ως καρπό ηλιόχρωμο, και εκείνη απαντά με μια ηδύτητα που διευρύνει τον ορίζοντα.
Η ανάσα της γλώσσας αποκτά ιερότητα. Οι προτάσεις κινούνται σαν πομπή σε βυζαντινό θόλο, με υφάσματα πορφυρά και φλόγες κυανόχρυσες. Κάθε σημείο στίξης μετατρέπεται σε αστραπή ευλογίας. Η σελίδα γεμίζει με λαμπηδόνες, με ελάσματα φωτός που χαράσσουν νέες τροχιές στη σκέψη.
Στο κέντρο αυτής της ηχητικής πανδαισίας, η ύπαρξη αναγνωρίζει τον εαυτό της σαν φως που γράφει και διαβάζει συγχρόνως. Η φράση γίνεται γέφυρα, η γέφυρα άστρο, και το άστρο αναβλύζει σε μια διαρκή αναγέννηση που υφαίνει τον χρόνο και τον οδηγεί προς μια ευγενή λαμπρότητα που εκτείνεται και ακμάζει.
Εκεί, ίσως, να ανήκουμε. Σε μια περιοχή όπου η υλικότητα λιώνει και μας αφήνει γυμνούς, εξαντλημένους από την ίδια μας την αφαίρεση.
Εξαϋλωμένοι, καθώς η εξουθένωση γίνεται το μόνο απτό μας περίγραμμα. Και μέσα σ’ αυτή την απογύμνωση ανασαίνει ο τρόμος του γνώριμου. Της παλαιάς πληγής που τη λέμε «εαυτό».
Κάτι μέσα μας αργοσαλεύει. Όχι απλή επιθυμία, αλλά ένα έμβρυο σιωπής που ζητά να φωτιστεί. Το νιώθουμε, το μεταφέρουμε σαν μυστικό όργανο, και αποσύρουμε το χέρι την τελευταία στιγμή. Γιατί η αφή θα το καθιστούσε πραγματικό. Κι αν γίνει πραγματικό, θα απαιτήσει να ζήσουμε στο ύψος του.