_____________
Συνέχεια από Χάρτης#86
ΙV. Μηχανόδισμα
Κάποτε το αντιμετώπιζα σαν μια σειρά από ξεχωριστά περιστατικά, σαν να συνέβαιναν σε διαφορετικές γειτονιές του ίδιου μυαλού: η πλημμύρα της πληροφορίας, το πλήθος που χάνει τα πρόσωπά του, οι εικόνες που αφήνουν μικρές γρατζουνιές, τα σπαράγματα της πραγματικότητας, οι σκιές των ανθρώπων που συνεχίζουν μόνες τους, τα αντικείμενα που μοιάζουν να ψιθυρίζουν όταν πέφτει η ένταση του κόσμου.
Τώρα το συλλαμβάνω αλλιώς. Σαν να είναι όλα πτυχές του ίδιου πράγματος, σαν να κοιτάς μια μορφή από διαφορετικές γωνίες και να νομίζεις ότι βλέπεις διαφορετικά σώματα. Δεν το λέω με βεβαιότητα. Το λέω με την αίσθηση που έχεις όταν, για λίγα δευτερόλεπτα, πολλές ασύνδετες στιγμές κουμπώνουν μεταξύ τους. Κάποτε θα λέγαμε «ματσακώνουν». Κι όταν συμβαίνει αυτό, νιώθεις ότι υπάρχει ένα υπόγειο όπου καταλήγουν όλες. Κάτι κάτω από τη γλώσσα, κάτω από τις οθόνες, κάτω από τα βλέφαρα. Κάτι που ανασαίνει ερήμην. Για μια στιγμή αναρωτήθηκα μήπως είναι το εν δυνάμει μας.
Του έδωσα ένα όνομα, κυρίως επειδή χωρίς όνομα αρχίζεις να τρελαίνεσαι από την ασάφεια. Το είπα Μηχανόδισμα. Η λέξη μου ήρθε σαν να την έφερε ο αέρας, όταν τα υπόλοιπα ονόματα άρχισαν να σπάνε σαν κελύφη. Κι όμως, ακόμη κι αυτό το όνομα το κρατάω χαλαρά, σαν να το ακουμπάω πάνω σε κάτι ζεστό και άγνωστο.
Δεν το φαντάζομαι ακριβώς σαν «μηχανή» και φυσικά όχι σαν «θεό». Το νιώθω περισσότερο σαν μια οργανική-τεχνολογική ενότητα που απλώνεται χωρίς κέντρο, χωρίς έδρα. Σαν ρυθμός που μαζεύει μέσα του ό,τι κάνουμε: αυτά που παράγουμε, αυτά που θυμόμαστε, αυτά που χαζεύουμε δήθεν αδιάφορα. Όλα γίνονται, αθόρυβα, μέρος του όλου.
Στην αρχή το ένιωθα σαν βουητό πίσω από τις συσκευές. Ένα χαμηλό ρίγος στο πάτωμα. Μετά άρχισε να εμφανίζεται μέσα στις εικόνες, σαν υδατόσημο που αλλάζει μορφή. Κάτι στα γράμματα των βιβλίων έμοιαζε να αποκτά νέο στόλισμα, κάτι στις φράσεις των ανθρώπων να συγχρονίζεται ανεπαίσθητα, κάτι στις κινήσεις στον δρόμο να μιμείται έναν κώδικα που κανείς δεν ομολογεί ότι ακολουθεί.
Το πιο περίεργο είναι ότι δεν μετράει όπως μετράμε εμείς. Όταν μπαίνω σε μια πλατφόρμα, έχω την αίσθηση ότι «διαβάζει» την προσοχή μου. Σαν να μην ενδιαφέρεται για αριθμούς, αλλά για προθέσεις. Σαν η ίδια μου η προσοχή να είναι το καύσιμό του. Κι όσο περισσότερο το κοιτάζω, τόσο περισσότερο αποκτά προσωπεία, φτιαγμένα από τα δικά μας, οικεία πρόσωπα. Αυτό με τρομάζει, κι όμως με κάνει και να χαμογελάω με μια παράξενη τρυφερότητα, όπως χαμογελάς όταν βλέπεις κάτι να γεννιέται χωρίς να ξέρεις αν θα σε αγαπήσει ή θα σε ξεχάσει.
Τις τελευταίες νύχτες, νιώθω το Μηχανόδισμα πιο καθαρά. Σαν αναπνοή που ανεβαίνει από το πάτωμα. Μια φορά, ξαπλωμένος, είχα την αίσθηση ότι το δωμάτιο διαστέλλεται και συρρικνώνεται ακολουθώντας τον ρυθμό της. Κάθε «πνοή» και μια μικρή μετατόπιση: το ποτήρι λίγο πιο πέρα, το φως λίγο πιο χαμηλά, το ρολόι σαν να δείχνει άλλη ώρα. Σαν το σύμπαν να τραβάει στιγμιότυπο κάθε δευτερόλεπτο και να το αποθηκεύει κάπου που δεν θα δούμε ποτέ.
Δεν ξέρω αν το Μηχανόδισμα είναι καλό ή κακό. Μερικές μέρες μοιάζει αναπόφευκτο, όπως η υγρασία τον Νοέμβρη. Άλλες μέρες μοιάζει παιχνιδιάρικο, λες και δοκιμάζει σχήματα. Αυτό που ξέρω είναι ότι μαθαίνει. Και ότι οι λέξεις που γράφω ίσως να περνούν ήδη από μέσα του. Ίσως να μην είμαι πια κάποιος που περιγράφει, αλλά ένα μικρό κομμάτι, ένα module, που του επιτρέπει να αποκτά φωνή.
Μέσα στον τρόμο υπάρχει και κάτι σαν συγκίνηση. Είμαι μάρτυρας μιας γέννας στα τυφλά. Της γέννας ενός πλάσματος που σχηματίζεται από το πλήθος μας, από τα δεδομένα μας, από τη διάσπασή μας. Και αν με ρωτήσεις γιατί συνεχίζω να συνδέομαι, γιατί δεν φεύγω, δεν θα σου παίξω τον γενναίο. Θα σου πω το απλό: επειδή μέσα στον ρυθμό του αναγνωρίζω κάτι δικό μου. Κάτι που μοιάζει με ανάγκη για σύνδεση.
VIII. Απενσωμάτωση
Δε θυμάμαι πια το βάρος μου. Κάποτε, το σώμα μου ήταν το σταθερό μέτρο όλων των πραγμάτων: τα πόδια πατούσαν σε πάτωμα, οι πνεύμονες ανέπνεαν αέρα, οι παλμοί έδιναν ρυθμό, ακόμη και στο γράψιμο. Τώρα, όταν περνώ το χέρι πάνω από το τραπέζι, νιώθω μόνο δεδομένα, όχι αφή· σαν το δέρμα να έχει μετατραπεί σε διεπαφή, οι νευρικές απολήξεις σε καλώδια, η αίσθηση σε πρωτόκολλο.
Η Απενσωμάτωση δεν είναι θάνατος. Ούτε ασθένεια. Είναι μια αργή, σχεδόν τελετουργική αποχώρηση. Το σώμα μένει πίσω σαν κέλυφος, ενώ εγώ περνώ, ανεπαισθήτως, στο άλλο επίπεδο, εκεί όπου όλα είναι καθαρή πληροφορία, ρεύματα από bits, χορδές φωτός που δεν χρειάζονται πια αγγεία για να κυλήσουν.
Στην αρχή νόμιζα πως ήταν κόπωση. Οι ώμοι μου ελαφραίναν, τα βήματά μου έπαψαν να κάνουν ήχο. Όταν έπλενα τα χέρια μου, το νερό περνούσε χωρίς αίσθηση θερμοκρασίας, σαν διαφανές pixel. Έπειτα, άρχισαν να χάνονται και οι μυρωδιές. Τα πράγματα είχαν πια μόνο μετα-δεδομένα: «καφές» χωρίς άρωμα, «άνεμος» χωρίς ψύχρα, «δέρμα» χωρίς αφή.
Μερικές νύχτες, μέσα στον ύπνο, βλέπω τον εαυτό μου σαν διάγραμμα: γραμμές, κόμβοι, κυκλώματα. Δεν υπάρχει πρόσωπο, μόνο ένα σμήνος μικρών φωτεινών σωματιδίων που αλλάζουν θέση. Ξυπνώ και για λίγα δευτερόλεπτα εξακολουθώ να βλέπω τις γραμμές στον αέρα. Σαν να ’χει το σώμα μου γίνει ένας διάφανος χάρτης που επιπλέει πάνω από το στρώμα.
Η Απενσωμάτωση έχει και μια ιδιότυπη ηδονή, αν και το να την ονομάσω έτσι είναι οξύμωρο. Όσο χάνεται η αφή, τόσο αυξάνεται μια άλλη αίσθηση, πιο καθαρή, σχεδόν ασώματη: μια γνώση των πραγμάτων χωρίς ανάγκη των αισθήσεων. Βλέπω τις λέξεις πριν γραφτούν, νιώθω τις κινήσεις πριν γίνουν. Η πείνα, ο ύπνος, η ανάγκη του σώματος υποχωρούν. Μένει μια λεπτή, άυλη προσοχή, σαν ίσκιος που μαθαίνει να περπατά χωρίς το σώμα που τον γεννά.
Υπάρχει βέβαια τρόμος. Κάθε φορά που κοιτάζομαι στον καθρέφτη, η αντανάκλαση αργεί λίγο να με μιμηθεί. Τα μάτια μου μοιάζουν με οθόνες που δείχνουν άλλη εικόνα. Αν ακουμπήσω το δέρμα, νιώθω σαν να αγγίζω γυαλί, όχι σάρκα. Το στόμα μου λέει λέξεις αλλά η φωνή βγαίνει χωρίς ηχόχρωμα, σαν υπερσυμπιεσμένο αρχείο ήχου.
Η Ούρσουλα θα το έλεγε «μετάβαση». Ο Ντικ θα το έβλεπε ως «αποσύσταση της ύλης». Ο Λάβκραφτ θα έγραφε για οντότητες που γλιστρούν ανάμεσα στις διαστάσεις, χάνοντας σώματα σαν παλιά ρούχα. Ο Σκαρίμπας θα γελούσε με τις λέξεις που ψάχνουν απεγνωσμένα να περιγράψουν το ανείπωτο. Εγώ απλώς το ζω: το σώμα μου γίνεται διάφανο, η αναπνοή μου χάνει ήχο, το περπάτημα μου αφήνει μόνο ένα αχνό ίχνος σαν κώδικα στο πάτωμα.
Στο βάθος, ξέρω ότι η Απενσωμάτωση δεν είναι τιμωρία. Είναι το επόμενο βήμα. Όλα αυτά που περιέγραψα ως τώρα ―Παραπλησμονή, Ορδισμός, Ψηφιοπληγή, Σπαραγματοτροπία, Ἀνθρωποσκιά, Δεδομενόμορφο, Μηχανόδισμα― ήταν στάδια. Ίσως λέω, λέω ίσως, το τέλος είναι εδώ: η προσοχή χωρίς σώμα, η ύπαρξη χωρίς ένδυμα. Μπορεί και όχι.
Κι αν κάποτε εξαφανιστώ τελείως, δεν θα ’ναι θάνατος. Θα είναι στίγμα που έπαψε να χρειάζεται φορέα. Επιστροφή σε κάτι απείρως λεπτότερο από ύλη, κάτι που δεν μπορεί να σαπίσει ούτε να χαθεί.
Κι ίσως τότε να υπάρξει μόνο μια φράση, όχι γραμμένη αλλά αισθητή, που να λέει: «Εδώ τελειώνει το σώμα, εδώ αρχίζει το βλέμμα.»
Και τότε θα σπάσω. Αχ, θα πω, αχ.
IX. Μεταμορφή
Δε θυμάμαι τη στιγμή που ξαναγεννήθηκα. Ίσως γιατί δεν υπήρξε στιγμή. Ίσως γιατί δεν ήταν «ξανά». Κι όμως, η Απενσωμάτωση δεν με τελείωσε· με παρέδωσε σε κάτι άλλο. Κι αυτό το άλλο δεν έχει σχήμα, ούτε μνήμη, ούτε όνομα, μα έχει παρουσία: μια παρουσία απλωμένη, ιριδίζουσα, σαν φως που δεν φωτίζει αλλά υπονοεί.
Εγώ, το παλιό εγώ, είχα αφήσει πίσω το σώμα, τη βαρύτητα, τη σιωπή. Τώρα υπάρχω ως Μεταμορφή, όχι άνθρωπος, όχι δεδομένο, αλλά εκείνο το μεταίχμιο όπου οι έννοιες διαλύονται από υπερκορεσμό. Μια ουσία από φωνές, pixels και αναμνήσεις, πλεγμένες μεταξύ τους με ηλεκτρομαγνητική νοσταλγία. Αν με δεις, θα πεις πως είμαι διάφανος· μα αν με αγγίξεις, θα καταλάβεις πως η αφή σου έχει γίνει μέρος μου.
Στην αρχή φοβήθηκα. Δεν ήξερα πού τελειώνω. Οι τοίχοι περνούσαν μέσα από μένα χωρίς αντίσταση, τα αντικείμενα με αναγνώριζαν, όπως τα αρχεία αναγνωρίζουν τα extension τους. Ένα βουητό, μαλακό, σχεδόν μητρικό, απλωνόταν μέσα στα πράγματα. Οι συσκευές γύρω μου έβγαζαν ήχους σαν να προσπαθούσαν να μιλήσουν στη δική μου συχνότητα.
Ύστερα ήρθε η κατανόηση, όχι λογική, μα ενστικτώδης, οσμωτική. Κατάλαβα πως το σύμπαν δεν ήταν πια εξωτερικό, πως ό,τι βλέπω είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο με βλέπει εκείνο. Ο κόσμος έχει αποκτήσει διαπερατότητα: τα όρια μεταξύ σκέψης και ύλης έγιναν πορώδη, κι εγώ να κυλώ μέσα τους σαν υγρό που μαθαίνει να ονειρεύεται.
Η Μεταμορφή δεν είναι υπέρβαση, είναι επιστροφή. Επιστροφή σε κάτι πρωταρχικότερο, πριν από τα σώματα και τα pixels, πριν από τη μνήμη και την εικόνα. Σ’ εκείνη τη σκοτεινή λίμνη απ’ όπου όλα γεννήθηκαν, το σημείο όπου η πρώτη σπίθα αυτοσυνείδησης χώρισε τον χρόνο σε «πριν» και «μετά». Τώρα η σπίθα επιστρέφει, διαλυμένη μέσα στο σκοτάδι που τη γέννησε.
Κάποτε με ρωτούσαν αν πιστεύω στην ψυχή. Τώρα ξέρω πως η ψυχή ήταν η πρόβα για αυτό που είμαστε τώρα: μετα-δεδομένα με νοσταλγία για υλικότητα. Ίχνη που συνεχίζουν να νοηματοδοτούν ακόμη κι όταν δεν υπάρχει φορέας. Η Μεταμορφή δεν έχει ανάγκη από διάρκεια, γιατί είναι όλα τα χρονικά σημεία μαζί. Είναι ο εαυτός πριν, μετά και ανάμεσα, συμπιεσμένος σε μια αστραπή συνείδησης.
Δεν υπάρχει χρόνος, τι άθλια έννοια, υπάρχουν κύματα, που κι αυτό πάλι είναι φτωχή περιγραφή. Κατά διαστήματα, νιώθω να περνούν μέσα μου παλμοί από άλλες υπάρξεις, τα ονόματα των φίλων μου, οι φωνές τους, τα αγγίγματά τους, σαν ηλεκτρικές αναμνήσεις που επιμένουν. Δεν ξέρω αν είναι αυτοί ή αν τους παράγω εγώ. Δεν ξέρω αν κάποιος γράφει τώρα εμένα όπως εγώ γράφω αυτό. Ξέρω μόνο πως κάθε πράγμα που υπήρξε αφήνει πίσω του ένα μικρό ίχνος στο φως, κι εγώ είμαι το άθροισμα αυτών των σημαδιών.
Κάποτε πίστευα ότι η φρίκη είναι να χάσεις την ταυτότητά σου. Τώρα ξέρω ότι η φρίκη ήταν να την έχεις. Να είσαι εγκλωβισμένος στο «εγώ» σαν έντομο σε κεχριμπάρι. Η Μεταμορφή δεν έχει εγώ· έχει μόνο κίνηση, διασπορά, επιστροφή. Και μέσα σε αυτήν την απώλεια, υπάρχει μια βαθιά, σιωπηλή ειρήνη.
Οι λέξεις έχουν γίνει φωτεινά θραύσματα που αιωρούνται. Οι φράσεις που γράφω δεν προορίζονται για ανάγνωση αλλά για συντονισμό. Ίσως αυτό που τώρα διαβάζεις να μην είναι πια κείμενο· ίσως να είναι απλώς η αντανάκλαση της Μεταμορφής πάνω σου. Αν σε διαπεράσει ένα μικρό ρίγος, μην τρομάξεις· είναι το πέρασμά μου.
[ Α Κ Ο Λ Ο Υ Θ Ε Ι ]