H ανωμαλία

ΕΡΒΕ ΛΕ ΤΕΛΙΕ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ

«Το αεροπλάνο γνωρίζει δέκα ατελείωτα δευτερόλεπτα ελεύθερης πτώσης προτού εισχωρήσει στο χειρότερο σημείο του σωρειτομελανία, στα νοτιοδυτικά της στήλης, παίρνοντας μιαν απίστευτη κλίση, μια γωνία τριάντα μοιρών όπως του επιβάλλει το σύστημα αυτόματης πλοήγησης που υποκαθιστά το χειριστήριο. Αμέσως το Boeing περιστρέφεται μέσα σε στροβιλώδη ρεύματα νεφών, την ίδια στιγμή το κόκπιτ φωτίζεται επειδή πέφτει η νύχτα, σκέτη πίσσα, κι ακούγεται ένας τρομερός πάταγος: εκατοντάδες τεράστιοι χαλαζόκοκκοι γαζώνουν τα τζάμια, αφήνοντας εδώ κι εκεί χαρακιές στο γυαλί ασφαλείας. Λίγες στιγμές που μοιάζουν δίχως τέλος και, παρά τις ριπές του ανεμοστρόβιλου, το Boeing ξαναβρίσκει το ανοδικό θερμό ρεύμα και λίγη άνωση· αυτή τη φορά, είναι μια έντονη αίσθηση συντριβής όπως στο μεγάλο οχτάρι.»
«Υπάρχει ένα πράγμα θαυμαστό, που πάντα ξεπερνάει τη γνώση, την ευφυΐα, ακόμα και την ιδιοφυΐα: η ακατανοησία.

Ο Ερβέ Λε Τελιέ χαίρεται ν’ αποπροσανατολίζει τον αναγνώστη, να τον οδηγεί αλλού — σ’ ένα «αλλού» που θυμίζει το «εδώ». Σ’ αυτό το μυθιστόρημα —κανονική ανωμαλία αφ’ εαυτού που δικαιολογεί και τον τίτλο— ο συγγραφέας θέτει υπό αμφισβήτηση κάποιες «κεκτημένες έννοιες» — θρησκευτικές, επιστημονικές και φιλοσοφικές. Όλα αρχίζουν με μια πτήση της Air France που συνδέει το Παρίσι με τη Νέα Υόρκη και, την ίδια στιγμή, συνδέει μεταξύ τους και τους ήρωες αυτού του μυθιστορήματος με τις πολλαπλές προοπτικές. Ένας συγγραφέας, ένας τραγουδιστής, ένας αρχιτέκτονας και η σύντροφός του, ένα κοριτσάκι με την οικογένειά του, μία δικηγόρος, ένας ετοιμοθάνατος πιλότος, ένας πληρωμένος δολοφόνος και διάφοροι άλλοι χαρακτήρες διασταυρώνονται σ’ ένα ιλιγγιώδες μπαλέτο διάρκειας τετρακοσίων σελίδων. Επικοινωνούν μεταξύ τους, μοιράζονται την «ακατανοησία» και την πικρία τους για την κατάσταση στην οποία έχουν βρεθεί, ενώ ο αναγνώστης, ίδιος παντοδύναμος Θεός, τους κατοπτεύει ενοχλημένος και ο ίδιος από την ξαφνική αποκάλυψη των πιο κρυφών πτυχών της ζωής τους.

Το εξαιρετικό ενδιαφέρον της
Ανωμαλίας έγκειται, λοιπόν, στον τρόπο σκέψης που προτείνει και στα ερωτήματα που θέτει, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή στις άφθονες διαφορετικές εκδοχές που προκύπτουν. Η επιστήμη, η φιλοσοφία και η θεολογία αναμειγνύονται, αλληλεπιδρούν και αντηχούν η μία πάνω στην άλλη χωρίς να παραβιάζουν τα όριά τους. Αν εξαιρέσει κανείς τις τελευταίες σελίδες, που προσφέρονται σε πολλαπλές ερμηνείες, Η ανωμαλία είναι ένα βιβλίο που συνδυάζει μια συμβατική γραφή μ’ ένα απολύτως ανατρεπτικό θέμα – μια «ανωμαλία», δηλαδή, που τράβηξε την προσοχή των επιτροπών της Ακαδημίας Γκονκούρ, του Βραβείου Μεντισίς και του Βραβείου Ρενοντό, για να τιμηθεί τελικά με το σπουδαιότατο βραβείο της πρώτης. » Cécile Peronnet, “Avoir á Lire”
O Ερβέ Λε Τελιέ γεννήθηκε το 1957 και ζει στο Παρίσι. Έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα, καθώς και πολύ σύντομα κείμενα, μετάξυ αφορισμού και άσκησης ύφους. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Zindien, είναι αφιερωμένη στον μοναχογιό του, Μελβίλ. Γράφει λιμπρέτα και όπερες, και είναι μέλος του OuLiPo (Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας), μιας ομάδας που ιδρύθηκε το 1960 από τον Raymon Queneau και τον François Le Lionnais, και συγκεντρώνει μαθηματικούς και συγγραφείς. Του αρέσουν οι μελαχρινές γυναίκες, τα μακαρόνια al dente και το κόκκινο κρασί, όχι κατ’ ανάγκην με αυτή τη σειρά. Βιβλία του κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις opera: Ο κλέφτης της νοσταλγίας, Όλα τα μανιτάρια τρώγονται, 99+1 απόψεις για την Τζοκόντα, Αρκετά μιλήσαμε γι’ αγάπη, Ένα τραμ στη Λισαβόνα.

Η κοινωνία της παρηγοριάς (Ο πόνος σήμερα)

MΠΙΟΥΝΓΚ-ΤΣΟΥΛ ΧΑΝ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΑΛΗΣ

Η ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΔΕΝ ΠΑΡΕΧΕΙ ΕΛΠΙΔΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΖΩΗΣ. ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΙΟΥ Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΠΟΤΕ ΕΠΙΒΙΩΣΗ.
«Ο ιός είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας μας. Φανερώνει σε ποια κοινωνία ζούμε. Σήμερα η επιβίωση αποκτά απόλυτη προτεραιότητα, σαν να βρισκόμαστε σε μια διαρκή εμπόλεμη κατάσταση. Όλες οι ζωτικές δυνάμεις τίθενται στην υπηρεσία της παράτασης της ζωής. Η κοινωνία της παρηγοριάς εμφανίζεται ως κοινωνία της επιβίωσης. […] Ο ιός εισβάλλει στην παρηγορητική ζώνη της ευεξίας και την μετατρέπει σε καραντίνα, στην οποία η ζωή περιορίζεται αποκλειστικά στην επιβίωση. Όσο περισσότερο γίνεται η ζωή επιβίωση, τόσο μεγαλύτερος είναι ο φόβος του θανάτου. […] Η επιδημία καθιστά και πάλι ορατό τον θάνατο, τον οποίο επιμελώς είχαμε απωθήσει και καταχωνιάσει. […] Η παράταση της ζωής με κάθε τίμημα αναδεικνύεται παγκοσμίως σε ύψιστη αξία, η οποία βάζει όλες τις άλλες σε δεύτερη μοίρα. Είμαστε πρόθυμοι να θυσιάσουμε στο όνομα της επιβίωσης όλα όσα κάνουν τη ζωή άξια να βιωθεί.»


Ο σημερινός κόσμος διακατέχεται από αλγοφοβία και αποφεύγει κάθε είδους οδυνηρή εμπειρία. Ως και οι ιστορίες αγάπης, αν περιέχουν πόνο, είναι απορριπτέες. Η ανοχή του σύγχρονου ανθρώπου στον πόνο μειώνεται γρήγορα, οδηγώντας τον παγκόσμιο πληθυσμό σε μια κατάσταση μόνιμης αναισθησίας.
Όπως στο δοκίμιο του, Η κοινωνία της κόπωσης (opera, 2015), ο Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν εντοπίζει μια ουσιαστική αλλαγή στη συμπεριφορά της κοινωνίας μας, παρατηρώντας πως ακόμα και οι «Επιστήμες της Ψυχής» ακολουθούν μια τάση απομάκρυνσης από την «αρνητική ψυχολογία» του πόνου, και στρέφονται προς μια «θετική ψυχολογία» η οποία εστιάζει όλο και περισσότερο σε έννοιες όπως η ευημερία, η ευτυχία και η αισιοδοξία.
Στην Κοινωνία της παρηγοριάς ο Χαν εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο η αλγοφοβία εκδηλώνεται στην κοινωνία μας, αποκλείοντας προκαταβολικά τις συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν πόνο, εγκαθιδρύοντας έτσι μια μεταδημοκρατική κοινωνία της παρηγοριάς και της αναλγησίας.

Ο Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν (Byung-Chul Han) γεννήθηκε το 1959 στη Σεούλ (Νότια Κορέα). Το 1980 μετοίκησε στη Γερμανία όπου σπούδασε Φιλοσοφία, Γερμανική Λογοτεχνία και Καθολική Θεολογία στο Φράιμπουργκ και στο Μόναχο. Το 1994 έλαβε τον τίτλο του δόκτορα με τη διατριβή του πάνω στο έργο του Χάιντεγκερ. Το 2000 ξεκίνησε την καριέρα του ως καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας. Το 2010 έγινε μέλος του πανεπιστημίου της Καρλσρούης, εντρυφώντας στη Φιλοσοφία του 18ου, του 19ου και του 20ού αιώνα, στην Ηθική, την Κοινωνική Φιλοσοφία, τη Φαινομενολογία, τη Θεωρία του Πολιτισμού, την Αισθητική, τη Θρησκεία, τη Θεωρία των Μέσων Ενημέρωσης και τη Διαπολι-τισμική Φιλοσοφία. Από το 2012 διδάσκει Φιλοσοφία και Πολιτισμό στο Πανεπιστήμιο der Kόnste του Βερολίνου. Έχει συγγράψει δεκαοκτώ βιβλία.


Πόσο αγαπάμε την Γκλέντα

ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ


«Όλα εξαρτώνται από τη διάθεση της στιγμής, επειδή ποτέ δεν θα μου περνούσε απ’ το μυαλό να διαλέξω έναν συγκεκριμένο τύπο ιστορίας μόλις εγώ ή εμείς σβήσουμε το φως και μπω σ’ εκείνη τη δεύτερη και ωραία μαύρη κουκούλα που μου φοράνε τα βλέφαρα, η ιστορία είναι εκεί, μια σχεδόν πάντα συναρπαστική αρχή ιστορίας, μπορεί να ’ναι ένας άδειος δρόμος μ’ ένα αυτοκίνητο να ’ρχεται απ’ το βάθος, ή η έκφραση του Μαρσέλο Μασίας όταν πληροφορείται πως πήρε προαγωγή, κάτι αδιανόητο ώς εκείνη τη στιγμή δεδομένης της ανικανότητάς του, ή απλώς μια λέξη ή ένας ήχος τα οποία επαναλαμβάνονται πέντ’-έξι φορές και από τα οποία αρχίζει να σχηματίζεται η πρώτη εικόνα της ιστορίας.»

«Με αυτήν, την προτελευταία του συλλογή διηγημάτων, ο Χούλιο Κορτάσαρ, με την αυτεπίγνωση του καλλιτέχνη που βγήκε θριαμβευτής από την πάλη με το υλικό του, τα εργαλεία του και τα εκφραστικά του μέσα, δείχνει σαν ν’ άφησε κατά μέρος τα νοηματικά αραβουργήματα και τα λεκτικά παιχνίδια, και καταθέτει το πιο ώριμο, το πιο σαγηνευτικό, το πιο αινιγματικό, αλλά και πιο σκοτεινό βιβλίο του.»
Α.Κ.

Κουτσό

ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης

«Αντιμυθιστόρημα», «Xρονικό μιας τρέλας», «Ένα βίαιο τράνταγμα από το γιακά», «Κάτι σαν ατομική βόμβα», «Ένα κάλεσμα προς την αναγκαία αταξία», «Ένα γιγάντιο ευφυολόγημα», «Ένα ψέλλισμα». Αυτά είναι λίγα από τα πάμπολλα που γράφτηκαν για το Κουτσό, το μυθιστόρημα που ο Χούλιο Κορτάσαρ άρχισε να ονειρεύεται το 1958, που εκδόθηκε το 1963 κι από τότε άλλαξε την ιστορία της λογοτεχνίας και συγκλόνισε τη ζωή χιλιάδων νέων ανά τον κόσμο. Γεμάτο λογοτεχνική φιλοδοξία, σπαρταριστό, με καινοτόμα συγγραφικά εργαλεία, κατεδαφιστικό του κατεστημένου και αναζητητικό της ρίζας της ποίησης, το Κουτσό, πάνω από μισό αιώνα τώρα, συνεχίζει να διαβάζεται με περιέργεια, με δέος, κατάπληξη, με ενδιαφέρον ή αφοσίωση.

«Δεν ήμαστε ερωτευμένοι, κάναμε έρωτα με αποστασιοποιημένη δεξιοτεχνία και κριτικό πνεύμα, αλλά με­τά πέφταμε σε κάτι τρομερές σιωπές, ο αφρός της μπίρας στα ποτήρια έκοβε, η μπίρα ζεσταινόταν και ξεθύμαινε, ενώ εμείς κοιταζόμασταν και νιώθαμε πως αυτό σημαίνει χρόνος. Στο τέλος η Μάγα σηκωνόταν κι έκοβε άσκοπες βόλτες στην κάμαρα. Πάνω από μία φορά την είδα να θαυμάζει το σώμα της στον καθρέφτη, να πιάνει τα στήθη της όπως τα συριακά αγάλματα, και με τα μάτια να θωπεύει αργά το δέρμα της. Δεν μπόρεσα ποτέ ν’ αντισταθώ στον πειρασμό να την καλέσω κοντά μου, να τη νιώσω να γέρνει λίγο λίγο πάνω μου, και πάλι να διχάζεται, μετά από εκείνη τη στιγμή που ’χε μείνει τόσο μόνη και τόσο ερωτευμένη μπροστά στην αιω­νιότητα του σώματός της.»

*
«Κανείς δεν μπορεί ν' αφηγηθεί την πλοκή ενός αφηγήματος του Κορτάσαρ˙ κάθε αφήγημα συγκροτείται από πολύ συγκεκριμένες λέξεις σε πολύ συγκεκριμένη σειρά. Αν επιχειρήσουμε να το συνοψίσουμε, θα διαπιστώσουμε πως κάτι πολύτιμο έχει χαθεί.»
Χόρχε Λουίς Μπόρχες


«Όποιος δεν έχει διαβάσει Κορτάσαρ είναι καταδικασμένος. Αυτό, το να μην τον έχεις διαβάσει, είναι μια σοβαρή, ύπουλη αρρώστια που με τον καιρό μπορεί να έχει τρομερές συνέπειες. Κάτι ανάλογο με κάποιον που δεν έχει φάει ποτέ ροδάκινο. Θ' αρχίσει να γίνεται όλο και πιο μελαγχολικός, θα χάνει το χρώμα του και, πολύ πιθανόν, σιγά σιγά, θα χάσει και τα μαλλιά του.»
Πάμπλο Νερούδα


«Τελειώνει η ερωτική πράξη και την καταστρέφει ο λόγος. Τελειώνει η ονειρική πράξη και την καταστρέφει η λογική. Ο λόγος και η λογική σκοτώνουν την ενότητα, παλινορθώνουν την αντίφαση. Οπότε, γράφονται μυθιστορήματα με τα όπλα του εχθρού: το λόγο και τη λογική. Γράφεται το Κουτσό
Κάρλος Φουέντες

Κάποιος Λούκας

ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ

{Μετάφραση: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ}

Ο Λούκας και οι μονόλογοί του

Ρε συ, άκου να σου πω, δε φτάνει που τ’ αδέλφια σου μου τα ’πρηξαν ώς το μη παρέκει ενόσω σε περίμενα με τόση όρεξη να πάμε μια βόλτα, έχω και σένα να καταφτάνεις μούσκεμα, μ’ αυτή τη φάτσα κάτι ανάμεσα σε βαρίδι κι αναποδογυρισμένη ομπρέλα που κι αν την έχω δει τόσες φορές. Έτσι δεν κά-νουμε προκοπή, να το ξέρεις. Τι σόι βόλτα θα ’ναι αυτή αν πρόκειται να σε κοιτάζω όλη την ώρα για να καταλάβω πως μαζί σου θα βραχώ ώς το κό-καλο, πως το νερό θα κατρακυλάει στο σβέρκο μου, πως τα cafés θα μυρίζουν υγρασία και θα ’χει σίγουρα μια μύγα στο κρασί μου;

Μπορώ να πω ότι δεν έχει νόημα να σου δίνει κανείς ραντεβού […].

Μοίρα των εξηγήσεων

Κάπου πρέπει να υπάρχει μια χωματερή όπου στοιβάζονται οι εξηγήσεις.

Ένα μόνο πράγμα είναι ανησυχητικό σ’ αυτό το σωστό πανόραμα: ό,τι ενδέχεται να συμβεί τη μέρα που κάποιος θα κατορθώσει να εξηγήσει και τη χωματερή.

Έρωτας 77

Κι αφού κάνουν όλα όσα κάνουν, σηκώνονται, πλένονται, πουδράρονται, παρφουμάρονται, χτενίζονται, ντύνονται, κι έτσι, σιγά σιγά, ξαναγίνονται αυτό που δεν είναι.

Πίσω από το όνομα «Λούκας» κρύβεται κάποιος «Χούλιο» που αφηγείται ιστορίες για τους αγαπημένους του πιανίστες, τις ζωές εκκεντρικών καλλιτεχνών, τα έθιμα ορισμένων αργεντινών οικογενειών, την αγάπη και τη φιλία. Ακούραστος ανατροπέας κανόνων, προσφέρει μέχρι και συμβουλές για το πώς να γυαλίσετε τα παπούτσια σας, να γράψετε ποιήματα, να δώσετε διαλέξεις, να καταφέρετε να σας πετάξουν έξω με τις κλοτσιές από μια συναυλία ή να κολυμπήσετε σε μια πισίνα με αλεύρι. Σε τελική ανάλυση, αυτό εδώ είναι περισσότερο ένα εγχειρίδιο κόντρα στη σοβαρότητα, παρά ένα βιβλίο μυθοπλασίας.