Πόσο αγαπάμε την Γκλέντα

ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ


«Όλα εξαρτώνται από τη διάθεση της στιγμής, επειδή ποτέ δεν θα μου περνούσε απ’ το μυαλό να διαλέξω έναν συγκεκριμένο τύπο ιστορίας μόλις εγώ ή εμείς σβήσουμε το φως και μπω σ’ εκείνη τη δεύτερη και ωραία μαύρη κουκούλα που μου φοράνε τα βλέφαρα, η ιστορία είναι εκεί, μια σχεδόν πάντα συναρπαστική αρχή ιστορίας, μπορεί να ’ναι ένας άδειος δρόμος μ’ ένα αυτοκίνητο να ’ρχεται απ’ το βάθος, ή η έκφραση του Μαρσέλο Μασίας όταν πληροφορείται πως πήρε προαγωγή, κάτι αδιανόητο ώς εκείνη τη στιγμή δεδομένης της ανικανότητάς του, ή απλώς μια λέξη ή ένας ήχος τα οποία επαναλαμβάνονται πέντ’-έξι φορές και από τα οποία αρχίζει να σχηματίζεται η πρώτη εικόνα της ιστορίας.»

«Με αυτήν, την προτελευταία του συλλογή διηγημάτων, ο Χούλιο Κορτάσαρ, με την αυτεπίγνωση του καλλιτέχνη που βγήκε θριαμβευτής από την πάλη με το υλικό του, τα εργαλεία του και τα εκφραστικά του μέσα, δείχνει σαν ν’ άφησε κατά μέρος τα νοηματικά αραβουργήματα και τα λεκτικά παιχνίδια, και καταθέτει το πιο ώριμο, το πιο σαγηνευτικό, το πιο αινιγματικό, αλλά και πιο σκοτεινό βιβλίο του.»
Α.Κ.

Κουτσό

ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης

«Αντιμυθιστόρημα», «Xρονικό μιας τρέλας», «Ένα βίαιο τράνταγμα από το γιακά», «Κάτι σαν ατομική βόμβα», «Ένα κάλεσμα προς την αναγκαία αταξία», «Ένα γιγάντιο ευφυολόγημα», «Ένα ψέλλισμα». Αυτά είναι λίγα από τα πάμπολλα που γράφτηκαν για το Κουτσό, το μυθιστόρημα που ο Χούλιο Κορτάσαρ άρχισε να ονειρεύεται το 1958, που εκδόθηκε το 1963 κι από τότε άλλαξε την ιστορία της λογοτεχνίας και συγκλόνισε τη ζωή χιλιάδων νέων ανά τον κόσμο. Γεμάτο λογοτεχνική φιλοδοξία, σπαρταριστό, με καινοτόμα συγγραφικά εργαλεία, κατεδαφιστικό του κατεστημένου και αναζητητικό της ρίζας της ποίησης, το Κουτσό, πάνω από μισό αιώνα τώρα, συνεχίζει να διαβάζεται με περιέργεια, με δέος, κατάπληξη, με ενδιαφέρον ή αφοσίωση.

«Δεν ήμαστε ερωτευμένοι, κάναμε έρωτα με αποστασιοποιημένη δεξιοτεχνία και κριτικό πνεύμα, αλλά με­τά πέφταμε σε κάτι τρομερές σιωπές, ο αφρός της μπίρας στα ποτήρια έκοβε, η μπίρα ζεσταινόταν και ξεθύμαινε, ενώ εμείς κοιταζόμασταν και νιώθαμε πως αυτό σημαίνει χρόνος. Στο τέλος η Μάγα σηκωνόταν κι έκοβε άσκοπες βόλτες στην κάμαρα. Πάνω από μία φορά την είδα να θαυμάζει το σώμα της στον καθρέφτη, να πιάνει τα στήθη της όπως τα συριακά αγάλματα, και με τα μάτια να θωπεύει αργά το δέρμα της. Δεν μπόρεσα ποτέ ν’ αντισταθώ στον πειρασμό να την καλέσω κοντά μου, να τη νιώσω να γέρνει λίγο λίγο πάνω μου, και πάλι να διχάζεται, μετά από εκείνη τη στιγμή που ’χε μείνει τόσο μόνη και τόσο ερωτευμένη μπροστά στην αιω­νιότητα του σώματός της.»

*
«Κανείς δεν μπορεί ν' αφηγηθεί την πλοκή ενός αφηγήματος του Κορτάσαρ˙ κάθε αφήγημα συγκροτείται από πολύ συγκεκριμένες λέξεις σε πολύ συγκεκριμένη σειρά. Αν επιχειρήσουμε να το συνοψίσουμε, θα διαπιστώσουμε πως κάτι πολύτιμο έχει χαθεί.»
Χόρχε Λουίς Μπόρχες


«Όποιος δεν έχει διαβάσει Κορτάσαρ είναι καταδικασμένος. Αυτό, το να μην τον έχεις διαβάσει, είναι μια σοβαρή, ύπουλη αρρώστια που με τον καιρό μπορεί να έχει τρομερές συνέπειες. Κάτι ανάλογο με κάποιον που δεν έχει φάει ποτέ ροδάκινο. Θ' αρχίσει να γίνεται όλο και πιο μελαγχολικός, θα χάνει το χρώμα του και, πολύ πιθανόν, σιγά σιγά, θα χάσει και τα μαλλιά του.»
Πάμπλο Νερούδα


«Τελειώνει η ερωτική πράξη και την καταστρέφει ο λόγος. Τελειώνει η ονειρική πράξη και την καταστρέφει η λογική. Ο λόγος και η λογική σκοτώνουν την ενότητα, παλινορθώνουν την αντίφαση. Οπότε, γράφονται μυθιστορήματα με τα όπλα του εχθρού: το λόγο και τη λογική. Γράφεται το Κουτσό
Κάρλος Φουέντες

Κάποιος Λούκας

ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ

{Μετάφραση: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ}

Ο Λούκας και οι μονόλογοί του

Ρε συ, άκου να σου πω, δε φτάνει που τ’ αδέλφια σου μου τα ’πρηξαν ώς το μη παρέκει ενόσω σε περίμενα με τόση όρεξη να πάμε μια βόλτα, έχω και σένα να καταφτάνεις μούσκεμα, μ’ αυτή τη φάτσα κάτι ανάμεσα σε βαρίδι κι αναποδογυρισμένη ομπρέλα που κι αν την έχω δει τόσες φορές. Έτσι δεν κά-νουμε προκοπή, να το ξέρεις. Τι σόι βόλτα θα ’ναι αυτή αν πρόκειται να σε κοιτάζω όλη την ώρα για να καταλάβω πως μαζί σου θα βραχώ ώς το κό-καλο, πως το νερό θα κατρακυλάει στο σβέρκο μου, πως τα cafés θα μυρίζουν υγρασία και θα ’χει σίγουρα μια μύγα στο κρασί μου;

Μπορώ να πω ότι δεν έχει νόημα να σου δίνει κανείς ραντεβού […].

Μοίρα των εξηγήσεων

Κάπου πρέπει να υπάρχει μια χωματερή όπου στοιβάζονται οι εξηγήσεις.

Ένα μόνο πράγμα είναι ανησυχητικό σ’ αυτό το σωστό πανόραμα: ό,τι ενδέχεται να συμβεί τη μέρα που κάποιος θα κατορθώσει να εξηγήσει και τη χωματερή.

Έρωτας 77

Κι αφού κάνουν όλα όσα κάνουν, σηκώνονται, πλένονται, πουδράρονται, παρφουμάρονται, χτενίζονται, ντύνονται, κι έτσι, σιγά σιγά, ξαναγίνονται αυτό που δεν είναι.

Πίσω από το όνομα «Λούκας» κρύβεται κάποιος «Χούλιο» που αφηγείται ιστορίες για τους αγαπημένους του πιανίστες, τις ζωές εκκεντρικών καλλιτεχνών, τα έθιμα ορισμένων αργεντινών οικογενειών, την αγάπη και τη φιλία. Ακούραστος ανατροπέας κανόνων, προσφέρει μέχρι και συμβουλές για το πώς να γυαλίσετε τα παπούτσια σας, να γράψετε ποιήματα, να δώσετε διαλέξεις, να καταφέρετε να σας πετάξουν έξω με τις κλοτσιές από μια συναυλία ή να κολυμπήσετε σε μια πισίνα με αλεύρι. Σε τελική ανάλυση, αυτό εδώ είναι περισσότερο ένα εγχειρίδιο κόντρα στη σοβαρότητα, παρά ένα βιβλίο μυθοπλασίας.