Ένας γιος

ΠΑΛΟΜΑΣ ΑΛΕΧΑΝΤΡΟ

{Μετάφραση: Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου}

«Ο μπαμπάς μ’ έπιασε από τους ώμους κι έγινε κατακόκκινος. ‘‘Μη φορέσεις ποτέ ξανά γυναικεία ρούχα, ακούς τι σου λέω; Ακούς τι σου λέω, Γκίγε;’’ Και είπε: ‘‘Την επόμενη φορά που θα σ’ ακούσω να λες μπροστά στους θείους ότι όταν μεγαλώσεις θέλεις να γίνεις Μαίρη Πόππινς, σου τ’ ορκίζομαι ότι… σου τ’ ορκίζομαι ότι…’’».

Ο Γκίγε δίνει την εικόνα ενός παιδιού χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Δείχνει ευτυχισμένος, είναι επιμελής και φρόνιμος μαθητής της Δ΄ δημοτικού και κάνει πολύ στενή παρέα με μια συμμαθήτριά του από το Πακιστάν, τη Ναζία. Η μαμά του Γκίγε εργάζεται στο Ντουμπάι και είναι εντελώς απούσα, ο μπαμπάς του έχει προσφάτως βγει στην ανεργία, και ο μικρός —που δεν μιλάει για τη μητέρα του— έχει ως μοναδικό πρότυπο τη Μαίρη Πόππινς. Η δασκάλα του αρχίζει να διαισθάνεται πως κάτι δεν πάει και τόσο καλά. Πιστεύει πως η εξάρτησή του από την —εξιδανικευμένη στη φαντασία του μικρού— Μαίρη Πόππινς είναι μόνον η ορατή κορυφή ενός παγόβουνου, και ζητά τη βοήθεια της ψυχολόγου του σχολείου. Με τη σειρά της, η ψυχολόγος ζητά από τον Γκίγε να της ζωγραφίσει κάποιες εικόνες από την καθημερινότητά του, κι έτσι απλώνονται μπροστά της τα κομμάτια ενός πολύ σύνθετου παζλ…

Γενική θεωρία της λήθης

ΑΓΚΟΥΑΛΟΥΖΑ ΖΟΖΕ ΕΝΤΟΥΑΡΝΤΟ

{Μετάφραση: Μαρία Μπεζαντάκου}

«Από το παράθυρο του σαλονιού είδα έναν άντρα να τρέχει.έναν τύπο ψηλό, κάτισχνο, απίστευτα σβέλτο. Τρεις στρατιώτες τον κυνηγούσαν σε μικρή απόσταση. Πολίτες ξεχύνονταν σαν ποτάμι από τις γωνίες κι ενώνονταν με τους στρατιώτες. Σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, ένα πλήθος έπαιρνε τον φυγά στο κατόπι. Τον είδα να συγκρούεται μ’ ένα παιδί που βρέθηκε μπροστά του μ’ ένα ποδήλατο, και να κατρακυλά αβοήθητος στο χώμα. Ο όχλος πλησίαζε και βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής, όταν ο άντρας καβάλησε το ποδήλατο κι άρχισε ξανά να τρέχει σαν τρελός. Σ’ εκείνο το σημείο είχε ήδη σχηματιστεί μια δεύτερη ομάδα, εκατό μέτρα μπροστά, κι άρχισαν να του πετάνε μια βροχή από πέτρες. Ο δύστυχος χώθηκε σ’ ένα στενό δρομάκι. Αν είχε θέα από ψηλά, όπως εγώ, δεν θα το είχε κάνει: αδιέξοδο. Όταν κατάλαβε το λάθος του, εγκατέλειψε το ποδήλατο και προσπάθησε να πηδήξει τον τοίχο.

Μια πετριά τον βρήκε στο σβέρκο, κι έπεσε κάτω.»

Ανγκόλα 1975, πορτογαλική αποικία. Τις παραμονές της Ανεξαρτησίας της αφρικανικής χώρας, μια πορτογαλίδα άποικος, η Λουντοβίκα Φερνάντες (Λούντο), τρομοκρατημένη από τις αναταραχές, χτίζει έναν τοίχο μπροστά στην πόρτα της και απομονώνεται στο διαμέρισμά της. Για τη Λούντο, η Ανγκόλα περιορίζεται σε όσα βλέπει από το παράθυρό της, σε όσα φτάνουν στ' αυτιά της από το ραδιόφωνο ή από τη διπλανή πόρτα και σ’ ένα μήνυμα δεμένο στο πόδι ενός περιστεριού.

Ιστορία μιας λευκής φάλαινας

ΣΕΠΟΥΛΒΕΔΑ ΛΟΥΙΣ

{Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης}

«Γέμισα τα πνευμόνια μου, καταδύθηκα ώς τα σκοτεινά βάθη, πήρα φόρα, αναδύθηκα σχεδόν δίπλα στο μικρό πλεούμενο, με όλο το σώμα στον αέρα, και πέφτοντας, προκάλεσα ένα θηριώδες κύμα, ένα χείμαρρο αφρού που το τουμπάρισε.

Τους είδα να κολυμπούν απεγνωσμένα και να γαντζώνονται στο αναποδογυρισμένο σκάφος. Και τότε, όπως ξεμάκραινα, άκουσα το όνομα που μου ’χαν δώσει οι φαλαινοθήρες.

‘‘Θα ξαναγυρίσουμε για σένα, Μότσα Ντικ!’’ φώναξε ο άνθρωπος με το καμάκι.

Και η φωνή του, η γεμάτη μίσος, ήταν το προμήνυμα γι’ αυτά που έμελλε να ’ρθούν.»

Λένε πως στα νερά του Ειρηνικού, στην ακτή της Χιλής απέναντι απ’ τη Νήσο Μότσα, στις 20 Νοεμβρίου 1820, ένας μεγάλος λευκός φυσητήρας επιτέθηκε και βύθισε το φαλαινοθηρικό Essex που είχε αποπλεύσει απ’ το λιμάνι του Ναντάκετ, στον βόρειο Ατλαντικό, δεκαπέντε μήνες πριν απ' το ναυάγιο.
Λένε πως ο τεράστιος λευκός φυσητήρας επιτέθηκε στο Essex επειδή οι φαλαινοθήρες είχαν σκοτώσει μια θηλυκιά φάλαινα και το μικρό της.Η —πραγματική— ιστορία του Μότσα Ντικ ενέπνευσε, εν μέρει, τον Χέρμαν Μέλβιλ για το αριστούργημά του:Μόμπι Ντικ, ή Η φάλαινα (1851)

Κάποιος Λούκας

ΚΟΡΤΑΣΑΡ ΧΟΥΛΙΟ

{Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης}

Ο Λούκας και οι μονόλογοί του


Ρε συ, άκου να σου πω, δε φτάνει που τ’ αδέλφια σου μου τα ’πρηξαν ώς το μη παρέκει ενόσω σε περίμενα με τόση όρεξη να πάμε μια βόλτα, έχω και σένα να καταφτάνεις μούσκεμα, μ’ αυτή τη φάτσα κάτι ανάμεσα σε βαρίδι κι αναποδογυρισμένη ομπρέλα που κι αν την έχω δει τόσες φορές. Έτσι δεν κά-νουμε προκοπή, να το ξέρεις. Τι σόι βόλτα θα ’ναι αυτή αν πρόκειται να σε κοιτάζω όλη την ώρα για να καταλάβω πως μαζί σου θα βραχώ ώς το κό-καλο, πως το νερό θα κατρακυλάει στο σβέρκο μου, πως τα cafés θα μυρίζουν υγρασία και θα ’χει σίγουρα μια μύγα στο κρασί μου;

Μπορώ να πω ότι δεν έχει νόημα να σου δίνει κανείς ραντεβού […].

Μοίρα των εξηγήσεων


Κάπου πρέπει να υπάρχει μια χωματερή όπου στοιβάζονται οι εξηγήσεις.

Ένα μόνο πράγμα είναι ανησυχητικό σ’ αυτό το σωστό πανόραμα: ό,τι ενδέχεται να συμβεί τη μέρα που κάποιος θα κατορθώσει να εξηγήσει και τη χωματερή.

Έρωτας 77


Κι αφού κάνουν όλα όσα κάνουν, σηκώνονται, πλένονται, πουδράρονται, παρφουμάρονται, χτενίζονται, ντύνονται, κι έτσι, σιγά σιγά, ξαναγίνονται αυτό που δεν είναι.

Πίσω από το όνομα «Λούκας» κρύβεται κάποιος «Χούλιο» που αφηγείται ιστορίες για τους αγαπημένους του πιανίστες, τις ζωές εκκεντρικών καλλιτεχνών, τα έθιμα ορισμένων αργεντινών οικογενειών, την αγάπη και τη φιλία. Ακούραστος ανατροπέας κανόνων, προσφέρει μέχρι και συμβουλές για το πώς να γυαλίσετε τα παπούτσια σας, να γράψετε ποιήματα, να δώσετε διαλέξεις, να καταφέρετε να σας πετάξουν έξω με τις κλοτσιές από μια συναυλία ή να κολυμπήσετε σε μια πισίνα με αλεύρι. Σε τελική ανάλυση, αυτό εδώ είναι περισσότερο ένα εγχειρίδιο κόντρα στη σοβαρότητα, παρά ένα βιβλίο μυθοπλασίας.

Το αγόρι

ΜΑΡΚΟΥΣ ΜΑΛΤ

{μτφρ: Σώτη Τριανταφύλλου}

Ακόμα δεν έχει ξημερώσει. διακρίνουμε στο βάθος της έρημης γης μια παράξενη σιλουέτα με δύο κεφάλια και οκτώ μέλη. […] Είναι δύο διαφορετικά σώματα. Το ένα πάνω στ’ άλλο. […] Αυτός που χρησιμεύει εδώ ως υποζύγιο έχει την κοψιά αγοριού δεκατεσσάρων ετών. Στεγνού και σκληρού. […] Είναι το παιδί που κουβαλάει τη μητέρα.