Δάσος Συμβόλων

ANDREI POP

Τέχνη, επιστήμη και αλήθεια στον μακρό 19ο αιώνα

Μετάφραση: Δημήτρης Τομαράς

Σύμφωνα με τον ορισμό του Andrei Pop, συμβολιστική είναι η τέχνη που λειτουργεί κυρίως χάρη στο νόημά της. Στα τέλη του 19ου αιώνα έδρασαν καλλιτέχνες και λογοτέχνες που αυτοαποκαλούνταν συμβολιστές και, πέρα από τις πολιτικές και αισθητικές τους διαφορές, έθεσαν την αναζήτηση του νοήματος στον πυρήνα της τέχνης τους. Οι συμβολιστές έβλεπαν την τέχνη όχι ως μια κοινωνική επανάσταση αλλά ως μια επανάσταση του νοήματος, του πώς εννοιοποιούμε τον κόσμο. Τις ανησυχίες τους τις συμμερίζονταν σε σημαντικό βαθμό και θεωρητικοί επιστήμονες της εποχής, ιδίως μαθηματικοί και θεωρητικοί της Λογικής που δεν ικανοποιούνταν από τον εμπειρισμό, ο οποίος τότε κυριαρχούσε στα επιστημονικά τους πεδία.

Ο Andrei Pop δεν αρκείται στο να αναλύσει πώς μεμονωμένοι καλλιτέχνες προσέλαβαν στοιχεία επιστημονικών θεωριών, αλλά επικεντρώνεται σε φιλοσοφικά ζητήματα συναφή και στα δύο πεδία. Το πρόβλημα, ιδιαίτερα, της υποκειμενικότητας, τι μπορεί και τι δεν μπορεί να μοιραστεί κανείς από την προσωπική του εμπειρία, ήταν κρίσιμο σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα συνεργασίας στους κόλπους της επιστήμης αλλά και επικοινώνησης της καλλιτεχνικής καινοτομίας. Αναλύοντας λεπτομερώς τις λογοτεχνικές και εικαστικές πρακτικές του Μανέ και του Μαλλαρμέ, τα σχέδια του Ερνστ Μαχ, τον Ουίλλιαμ Τζέιμς, τους πειραματισμούς του Μπρακεμόν και του Βαν Γκογκ με το χρώμα, τους στοχασμούς του Βίττγκενσταϊν καθώς και τα φιλοσοφικά συστήματα του Φρέγκε και του Ράσσελ, με μια εικονογραφική τεκμηρίωση που δεν έχει ξαναπαρουσιαστεί στην ελληνική βιβλιογραφία, συνθέτει μια εντυπωσιακή αλλά συνεκτική εικόνα της συμβολιστικής κληρονομιάς της νεωτερικότητας και των συνεπειών της.

Δοκίμια

MICHEL DE MONTAIGNE

(Τόμοι Α', Β', Γ' σε κασετίνα)

Μετάφραση: Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής

O Γάλλος στοχαστής Μισέλ ντε Μονταίνι (1533 –1592), όταν αποτραβήχτηκε στον πύργο του εγκαταλείποντας την θέση του στο Κοινοβούλιο του Μπορντώ, παραμένοντας όμως δημόσιο πρόσωπο, απειλούμενο αλλά και σεβαστό στους Θρησκευτικούς Πολέμους που συντάραζαν επί δεκαετίες τη Γαλλία, αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο «καλής πίστης», αφιερωμένο «στην προσωπική ωφέλεια των συγγενών και φίλων». Εμπλουτίζοντας και επεκτείνοντας το κείμενό του κατά τα τελευταία είκοσι δύο χρόνια της ζωής του με θέματα που δημιουργεί η ροή του βίου, ερωτήματα καθημερινά πλάι σε ουσιώδη, πρόσθεσε στην παγκόσμια γραμματεία το «δοκίμιο», δηλαδή τις διαδοχικές προσπάθειες να δοθούν απαντήσεις, ενώ δεν λείπουν οι αμφιβολίες. Σε κάθε περίπτωση, η απορία «Τι ξέρω;» (ώστε να ξέρω τι απαντώ) παρέμεινε παρούσα, ένα παιχνίδι που δεν έχει πάψει να αναζητεί τους παίκτες του.

Οι βάρβαροι της Ευρώπης

EDWARD F. JAMES

200-600 μ.Χ.

Μετάφραση: Ειρήνη Μητούση

H περίοδος από τον 3ο ώς τον 7ο αιώνα μ.Χ. είναι μια εποχή εξελισσόμενης εθνογένεσης που μεταμορφώνει την όψη του «ρωμαϊκού κόσμου» και οδηγεί στην εμφάνιση της μεσαιωνικής Ευρώπης. Ο κύριος συντελεστής αυτού του μετασχηματισμού είναι οι μετακινήσεις ή εισβολές, ανάλογα με την ερμηνεία, μιας πανσπερμίας λαών —από τους υπερβόρειους Πίκτους και Σκότους, τους Γότθους, τους Κέλτες, τους Φράγκους, τους Σάξονες, τους Σλάβους, τους Αβάρους και τους Ούννους, έως άλλους λιγότερο ή καθόλου γνωστούς, όπως οι Έρουλοι, οι Σαρμάτες ή οι Οτ γκάγκα— που οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι τούς αποκαλούσαν «βαρβάρους», είτε με την έννοια του «μη Έλληνα» ή του «μη Ρωμαίου» είτε, κυρίως, με την υποτιμητική σημασία του «απολίτιστου».

Ο Έντουαρντ Τζέιμς επιλέγει συνειδητά να χρησιμοποιήσει τον συμπεριληπτικό όρο «βάρβαρος» αποκαθαίροντάς τον από τις υποτιμητικές του συνδηλώσεις. Συνδυάζοντας τις ιστορικές πηγές με τα αρχαιολογικά τεκμήρια, επικεντρώνεται στους ίδιους τους βαρβάρους προσεγγίζοντάς τους όχι ως απρόσωπες ορδές που επέφεραν την πτώση ενός μεγάλου πολιτισμού αλλά ως άτομα και ομάδες που είχαν να επιδείξουν τον δικό τους πολιτισμό και τα δικά τους επιτεύγματα.

Ένα καίριο θέμα που διατρέχει το βιβλίο είναι ο τρόπος με τον οποίο η ιστορία των βαρβάρων έχει παρερμηνευθεί και χρησιμοποιηθεί για να προωθήσει τους στόχους του σύγχρονου εθνικισμού στην Ευρώπη. Ο Έντουαρντ Τζέιμς θέτει συνειδητά στο στόχαστρό του τους εθνικιστικούς μύθους και ανατρέπει τις απλουστευτικές διχοτομίες ανάμεσα στη «βαρβαρότητα» και στον «πολιτισμό», που οδηγούν σε μονοσήμαντες ερμηνείες της ιστορίας και του κόσμου.

Πολιτική οικονομία μιας κατάρρευσης

ADAM TOOZE

Οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις που άλλαξαν τον κόσμο

Μετάφραση: Νίκος Ρούσσος

Στις 15 Σεπτεµβρίου του 2008 η Lehman Brothers, µία από τις µεγαλύτερες επενδυτικές τράπεζες των Ηνωµένων Πολιτειών, κατέρρευσε. Η εξέλιξη αυτή, που ωστόσο δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, πυροδότησε µια πρωτοφανή κρίση στον χρηµατοπιστωτικό κλάδο των ΗΠΑ, η οποία πολύ γρήγορα συµπαρέσυρε τις τράπεζες της Ευρώπης, κλονίζοντας το χρηµατοπιστωτικό σύστηµα του Βόρειου Ατλαντικού στο σύνολό του. Η διακοπή της χρηµατοδότησης στις αναδυόµενες χώρες οδήγησε µέσα σε ελάχιστο χρόνο σε µια παγκόσµια κρίση ρευστότητας. Έτσι, η παραγωγή άρχισε να µειώνεται ταχύτατα και η ανεργία να εκτοξεύεται στα ύψη – όχι µόνο στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, αλλά σε ολόκληρο τον κόσµο. Η κρίση έλαβε παγκόσµιες διαστάσεις.

Μια κρίση τέτοιων διαστάσεων χρειάζεται αναµφίβολα µια καλά συντονισµένη παγκόσµια αντιµετώπιση, ιδίως σε περίοδο ραγδαίας παγκοσµιοποίησης. Ωστόσο, οι αντιδράσεις ήταν εθνοκεντρικές, συχνά ανεπαρκείς ή στενόµυαλες και ενίοτε αλλοπρόσαλλες, ενώ ο όποιος συντονισµός τους γινόταν σε τεχνοκρατικό και όχι σε πολιτικό επίπεδο. Πολύ σύντοµα αναδείχθηκαν ποικίλες αδυναµίες, όπως η αναποτελεσµατικότητα των πολιτικών θεσµών στις ΗΠΑ. Όµως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ήταν οι τριγµοί στο οικοδόµηµα της ευρωζώνης και η κρίση χρέους µε επίκεντρο την Ελλάδα, την οποία ο Adam Tooze αναλύει εδώ διεξοδικά. Οι επιπτώσεις της κρίσης του 2008 δεν περιορίστηκαν βέβαια στο πεδίο της οικονοµίας, όπως δείχνουν η εκλογή του Donald Trump στις ΗΠΑ, το Brexit, η εντυπωσιακή άνοδος της ακροδεξιάς σε όλο τον Δυτικό κόσµο, ακόµα και η κρίση στην Ουκρανία. Ο κόσµος έχει γίνει πράγµατι αγνώριστος.

Η Πολιτική οικονοµία µιας κατάρρευσης, ένα συναρπαστικό θρίλερ οικονοµικής και πολιτικής ιστορίας, τιµήθηκε µε το Βραβείο Lionel Gelber (2019) και υπήρξε ένα από τα βιβλία της χρονιάς (2018) της εφηµερίδας The New York Times και του περιοδικού The Economist.