Το φάντασμα της «Αίγλης»

Αργύρης Παυλιώτης

Ο πολυγραφότατος συγγραφέας, με το καυστικό χιούμορ του, μας χαρίζει ένα μυθιστόρημα όπου ξεδιπλώνεται η «οδύσσεια» του μέσου Έλληνα πολίτη που έρχεται αντιμέτωπος με τη γραφειοκρατία και την «παραφροσύνη» της δημόσιας διοίκησης στη δεκαετία του '80, παλεύοντας για την απαλλοτρίωση ενός διατηρητέου μνημείου και καταλήγοντας σε κάποιο κέντρο ψυχικής υγείας, γαλήνιος και συμφιλιωμένος με το μάταιο της περιπέτειάς του…

Ανθολόγιο-Ημερολόγιο 2022: Ύμνος γυναικών

Συλλογικό

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις IANOS το ημερολόγιο για το 2022 με τίτλο Ύμνος γυναικών. Το ημερολόγιο φέτος αναδίνει γυναικείο άρωμα. Μέσα από κείμενα βιογραφικά, αυτοβιογραφικά και λογοτεχνικά, Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, που αναφέρονται σε χαρακτηριστικές γυναικείες προσωπικότητες της ιστορίας, της πολιτικής και του μύθου, σε γυναίκες της διπλανής πόρτας ή και του περιθωρίου, επιχειρείται να σκιαγραφηθεί η σαγηνευτική ιδιοσυγκρασία τους ανά τους αιώνες αλλά και να αποκρυπτογραφηθεί η απρόβλεπτη και δυναμική γυναικεία φύση. Ένα ημερολόγιο γένους θηλυκού, όπου υμνείται η γυναικεία προσωπικότητα σε όλες τις εκφάνσεις της. Το έργο εξωφύλλου είναι του Μίλτου Παντελιά.

Δεν είναι το μήλο. Είναι η μιλιά.

Γιάννης Μυλόπουλος

44 ιστορίες που ξεκίνησαν στο κινητό και ολοκληρώθηκαν στο χαρτί. Ποια μπορεί να είναι η διαδρομή μιας ιστορίας; Και ποιος ο συγγραφέας της; Ξεκινάμε να γράφουμε λέξεις που τις βάζουμε στη σειρά, που τις τοποθετούμε στη σκέψη μας και αποκτούν αρχή, μέση και τέλος. Όλες ξεκινούν από τη… μιλιά, τη φυσική μας ικανότητα να πούμε μια ιστορία. Αυτές τις ιστορίες τοποθέτησε ο Γιάννης Μυλόπουλος σε ένα βιβλίο. Όλοι μπορούμε να δημιουργήσουμε μια ιστορία. Πάντα υπάρχει μια αφετηρία. Μια αρχή. Μια λέξη. Μια σκέψη που μπορεί να σημειώσουμε στο κινητό για να μην την ξεχάσουμε και αν είμαστε τυχεροί να την συνεχίσουμε και να γεμίσουμε το χαρτί με λέξεις, με κείμενο, με ιστορίες. Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα στα όνειρα. Αλλά και οι ξένοι. Κι αυτό γιατί όταν τα βιώνουμε, έχουμε το ελεύθερο να τα ερμηνεύσουμε ως τυχαία γεγονότα από ανεκπλήρωτες προσδοκίες ανάμεσα σε υπαγορευμένες ιστορίες συναισθημάτων και αθέατες συνέχειες. Σαράντα τέσσερις φανταστικές ιστορίες με ένα κοινό σημείο επαφής: Την έμπνευση. Ένα ερέθισμα αποτύπωσης στο κινητό τηλέφωνο και η επέκταση της σκέψης σε αφηγηματικό όνειρο. Αυτό ήταν! Η απλή σημείωση στο κινητό εξελίχθηκε σε μεταφορά πλοκής σαράντα τεσσάρων χαρακτήρων από τον αστικό πολιτισμό της σύγχρονης καθημερινότητας. Σκέψεις γλυκές λίγο πριν την καληνύχτα. Είναι η μιλιά τελικά αυτή που φωνάζει δυνατά στα πλήκτρα. Ή μήπως το Μήλο. Αυτό που αν και απαγορευμένο θα μας οδηγήσει στην κατάληξη της ιστορίας; Ο Γιάννης Μυλόπουλος στο πρώτο του ολοκληρωμένο βιβλίο creative short story writing, ή αλλιώς στο πρώτο βιβλίο μικρών ιστοριών, δικών του ιστοριών και ονείρων που μοιράζεται με τους χαρακτήρες του και μαζί μας, δίνει την απάντηση. Δεν είναι το Μήλο, είναι η Μιλιά… Όπως εξηγεί ο ίδιος «Το πιο γλυκό μήλο είναι αυτό της καρδιάς. Εκείνο που όταν γράφεις, το καλλιεργείς, ενώ παράλληλα το δοκιμάζουν άλλοι γιατί έχουν ανάγκη να το διαβάσουν και να ταυτιστούν μαζί του. Κάποιοι το ονομάζουν ανακούφιση. Οι ήρωες των φίλων μου το λένε μιλιά. Εσύ;»

Αναμνήσεις ενός κοριτσιού

Μαργαρίτα-Ασπασία Θεοδωράκη

Κάποια στιγμή, τον Αύγουστο, σε πήρανε – ήταν 21 Αυγούστου. Ζήσαμε όλοι μαζί μία απίστευτη ιστορία. (Χρειάζονται εκατοντάδες σελίδες για να περιγράψω όλες τις στιγμές, γιατί θα ήθελα να τις περιγράψω δευτερόλεπτο δευτερόλεπτο!) Από τη στιγμή που ήρθαν και σου είπε, ενώ ήσουνα μαζί μας στον κήπο φορώντας το σορτς σου, τα σανδάλια σου κι ένα μπλουζάκι, ο χωροφύλακας, περιτριγυρισμένος από πολλούς άλλους χωροφυλάκους, πως πρέπει να σε πάρουν επιτόπου! Η μαμά έτρεξε φουριόζα να φτιάξει μια βαλίτσα κι εμείς μείναμε κοντά σου, κολλήσαμε πάνω σου και τα δυο, τραβούσαμε μαζί σου σαν ένας μικρούλης Χορός αρχαίας τραγωδίας… Κάποια στιγμή μάς απομάκρυναν οι χωροφυλάκοι, αλλά μας άφησαν να παραμείνουμε εκεί κοντά, έως ότου σε βάλουνε μέσα στο αυτοκίνητο. Θυμάμαι, υπήρχε πολλή ανθρώπινη κίνηση γύρω μας˙ ήμασταν μέσα σε μια μόνιμη κίνηση. Βοή, βουή, βουητό, βούισμα στ’ αυτιά μου. Όλες οι ομιλίες τους βοή, βουή, βουητό, βούισμα, δεν θυμάμαι σαφείς ομιλίες, μόνο βοή, βουή, βουητό, βούισμα… Αλλά τα μάτια μου θυμούνται τα πάντα! Εκθαμβωτική ανάμνηση! Πάλι ο Χορός μας πήγαινε μια από δω μια από κει, έως ότου ο Ήρωας τοποθετήθηκε στην τελευταία θέση του, της τελευταίας του Σκηνής: Σ’ έβγαλαν από την είσοδο του κήπου έξω στον δρόμο. Οι μαστόροι ολόγυρα, ολόγυρα κι οι χωροφύλακες. Κι ο Στέλιος. Ξαφνικά, πριν μπεις εσύ, ορμάει η Μαντουβάλα μέσα στο αυτοκίνητο. Πάει και σφηνώνει στο πίσω τζάμι, απλώνεται, στριμώχνεται. Μουγκρίζει δείχνοντας απειλητικά, με γουρλωμένα κι άγρια μάτια, τα τεράστια κοφτερά δόντια της! Πώς να την αρπάξουν οι έρμοι χωροφυλάκοι; Πλάκα είχε. Παλικάρι η Μαντουβάλα! Αγωνίστρια! Είχε καταλάβει πως θα σ’ έπαιρναν. Νομίζω ότι περισσότερο ένιωθε πως βρισκόσουνα σε κίνδυνο˙ γι’ αυτό προσπαθούσε να αποτρέψει το φευγιό σου. Δύναμη το σκυλί! Κατάφεραν και την τράβηξαν...