[ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ή ΠΕΡΑ ΑΠ᾽ ΑΥΤΗΝ ]
Για να μη φοβάσαι τις νύχτες

Η αγαπημένη μου θεία, η Χαρούλα, ετών 82 (έτσι λέει), είναι γυναίκα έμπειρη και κοκέτα, οι άντρες δεν την άφηναν σε χλωρό κλαρί κι αυτή δεν τους άφησε παραπονεμένους, τρεις γάμους και δυο αρραβώνες έκανε. Τώρα, κάθεται μέσα στο σπίτι γιατί είπε ο Μητσοτάκης ότι οι ευπαθείς ομάδες και οι ηλικιωμένοι καλό είναι να μην εκτίθενται σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες (κρύο, ζέστη, σκόνη) και κυρίως σε διάφορους ιούς που παραμονεύουν (Covid, ιός της γρίπης, αναπνευστικός συγκυτιακός ιός, ιός του Δυτικού Νείλου). Δεν το κάνει από πολιτική άποψη, ούτε έχει κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας, απλά της αρέσει ο Μητσοτάκης ο νέος(!) όπως της άρεσε και ο πατέρας του. Τα γούστα της της θείας μου έχουν σίγουρα κλονιστεί ανεπανόρθωτα, της το είπα ξεκάθαρα, μα εκείνη κούνησε το κεφάλι με τρόπο που απαξίωνε το σχόλιό μου.
Κάθε εβδομάδα τής πηγαίνω ψώνια στο σπίτι, λέμε κάνα δυο κουβέντες στα πεταχτά, μου δίνει ό,τι καλό μαγείρεψε και φεύγω. Την τελευταία φορά που χτύπησα το κουδούνι η θεία δεν άνοιξε. Πάει, λέω, αυτό ήταν κι ετοιμάστηκα να ανοίξω με το αντικλείδι, όταν άκουσα τη φωνή της από τη μεγάλη αποθήκη που βρίσκεται δίπλα στο ισόγειο του σπιτιού της και την έχει μετατρέψει σε πάρκινγκ: «Εδώ είμαι, αγόρι μου, άσε τα ψώνια και τα λέμε τηλεφωνικά, σ΄ ευχαριστώ πολύ». Σήκωσα αθόρυβα το μικρό παραθυράκι που βρίσκεται στην πλαϊνή μεριά του πάρκινγκ και την είδα να κάθεται σε μια αναπαυτική καρέκλα, χωμένη μέσα σε ένα χοντρό κίτρινο μπουρνούζι, με το κεφάλι τίγκα στο αλουμινόχαρτο, τα πόδια της βουτηγμένα σε μια κόκκινη πλαστική λεκάνη, ενώ μπροστά της στο ξύλινο σκαμνάκι καθόταν η κομμώτρια-αισθητικός Τασία, φορώντας μάσκα και γάντια και της έφτιαχνε τα νύχια. Σε μια γωνιά ένας επιδαπέδιος ανεμιστήρας δρόσιζε τον χώρο κι από το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου ακούγονταν παλιά ελληνικά τραγούδια, βαλσάκια και τάνγκο.
Δυο μέρες μετά, όταν ξαναπήγα, τη ρώτησα: «Αφού σπάνια βγαίνεις έξω κι ακόμη πιο σπάνια έρχεται κάποιος στο σπίτι σου, που βρίσκεις την όρεξη και στολίζεσαι, ρε θεά;» «Για να μη φοβάμαι τις νύχτες», μου είπε κι αμέσως κατευθύνθηκε στην κουζίνα για να μου φέρει ένα μεγάλο τάπερ πορτοκαλόπιτα…
Αυτό το λέω κι εγώ
Στην «Οινοθήρα», στην Καισαριανή, μετά τον θάνατο του Γιώργου, του Πανουσόπουλου, εκεί που πηγαίναμε τον τελευταίο καιρό και με τον Πανουσόπουλο, τώρα μόνο οι τρεις μας.
Είπαμε, τα πιο πολλά για τον Γιώργο. Θυμηθήκαμε και τις μέγιστες φωτογραφικές του επιδόσεις, στις ταινίες τους, σε ταινίες και τόσων άλλων. Για του καθενός μας τη σχέση μαζί του πολλά είπαμε.
Προσπαθώντας να θυμηθούμε πώς και μ’ εμένα όλοι τους γνωριστήκανε, φτάσαμε στον «Βίο και Πολιτεία» του Περάκη. Εγώ του είπα του Νίκου, «Ξέρεις, ο Χατζιδάκις εμφατικά μάς έλεγε κάποτε πως είναι η καλύτερη ελληνική ταινία».
Ο Τσεμπερόπουλος είπε, «Αυτό το λέω κι εγώ».
Ο Περάκης είπε: «Κι εγώ αυτό λέω, αλλά δεν με πιστεύει κανείς».
Ο Πανουσόπουλος τι να έλεγε;
(Από το ανέκδοτο βιβλίο Νουάρ στιγμές )
Συνέντευξη

— Έχετε πάει ποτέ στη Νέα Υόρκη;
— Αυτή με τους ουρανοξύστες;
— Ναι.
— Σε ποια δεκαετία να έχω πάει;
— Δεν έχει καμία σημασία, η ερώτηση είναι γενική.
— Γενική είναι και η καθαριότητα που έκανε η μαμά μου μια φορά το μήνα στο σπίτι.
— Στο σπίτι ζούσατε με τη μαμά σας;
— Ναι.
— Ο μπαμπάς σας;
— Ένας μπαμπάς που είχα, έφυγε πριν γεννηθώ.
— Α! Με συγχωρείτε.
— Εσάς σας συγχωρώ, αυτόν δεν συγχωρώ.
— Καταλαβαίνω…
— Όχι, δεν καταλαβαίνετε… Αποκλείεται να καταλαβαίνετε. Εσείς έχετε μπαμπά;
— Ναι…
— Έχετε πάει ποτέ στη Νέα Υόρκη;
— Ναι.
— Εγώ όχι.
