[ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ή ΠΕΡΑ ΑΠ᾽ ΑΥΤΗΝ ]
Η Κάρσον & άλλες Ελληνίδες

Ακολουθώντας τη βράβευση το 2024 του Λάσλο Κρασναχορκάι, η βράβευση για το 2025 με Νομπέλ λογοτεχνίας της Αν Κάρσον επιβεβαιώνει μία ροπή προς συγγραφείς δυσκολότερων κειμένων από την επιτροπή του βραβείου, που αντικατέστησε επιτροπή, την οποία διέλυσαν οικονομικά και ερωτικά σκάνδαλα, μετά την επιλογή του Μπομπ Ντίλαν το 2016. Στη βράβευση Ντίλαν δεν ήταν σαφές αν Νομπέλ δόθηκε στον διάσημο τραγουδοποιό ή αν η επιτροπή επιχείρησε Βραβείο Ντίλαν να αυτο-απονείμει στο Νομπέλ, τη διεθνώς πιο προβεβλημένη συστάδα βραβείων, που αξιοποιεί κληροδότημα φιλειρηνιστή χημικού και εφευρέτη της δυναμίτιδας, επιχειρηματία της πολεμικής βιομηχανίας και εμπόρου του θανάτου, σύμφωνα με εφημερίδες της εποχής του.
Τα βραβεία, ιδίως τα διεθνή και ειδικότερα τα Νομπέλ, αποτελούν μία δύσκολη υπόθεση πάντοτε. Από ομοτέχνους και άλλους περισσότερος χρόνος κατά κανόνα αφιερώνεται στην αποτροπή απονομής τους ή σε κατακραυγή, σε περίπτωση που απονεμηθούν, παρά σε υποστήριξη για την απονομή τους, που αργότερα παγιώνεται ως αναπόφευκτη πλέον. Οι αντιδράσεις στην Ελλάδα εναντίον της διεθνούς βράβευσης του Σεφέρη δείχνουν ότι πολιτικοί λόγοι δεν ήταν οι μόνοι για την παρέμβαση Μελά εναντίον της βράβευσης Καζαντζάκη. Δεν πρόκειται για αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, όπως φαίνεται από τις αντιδράσεις στη βράβευση του Παμούκ στη γειτονική Τουρκία. Ασφαλώς οι αντιδράσεις είναι πιο βάρβαρες σε χώρες μικρότερες ή με μικρότερο πνευματικό εμβαδόν. Λίγα σπίτια, κακό χωριό. Δεν έχει σημασία αν οι βραβευμένοι άξιζαν το βραβείο ή όχι. Ποτέ κανείς δεν αξίζει κανένα βραβείο, ούτε δεν το αξίζει συνήθως. Μία λύση θα ήταν αν όλοι οι βραβευμένοι και υποψήφιοι για βραβεία μετακόμιζαν στο Ρέικιαβικ, όπου μένει η Κάρσον. Jólabókaflóð, μία Χριστουγεννοβιβλιοπλημμύρα επί λέξει, κατακλύζει κάθε Δεκέμβριο την Ισλανδία, χώρα με ένα από τα υψηλότερα ποσοστά αλφαβητισμού στον κόσμο.
Με δεδομένη φιλολογική κατάρτιση, το δημιουργικό έργο της Καναδής Κάρσον στοιχειοθετούν θέματα, στίχοι και κείμενα ελληνικά. Σύμφωνα με τον ορισμό του Ισοκράτη, από άποψη αγωγής, επομένως, μπορεί να αποκληθεί Ελληνίδα, όπως και η Αμερικανίδα στην καταγωγή Λουίζ Γκλικ, που το 2020 βραβεύτηκε με Νομπέλ, καθώς ελληνικούς μύθους αναδημιουργεί σε κορυφαία ποιήματά της. Στη διεθνή ομάδα των Ελληνίδων ανήκει η επίσης Καναδή Μάργκαρετ Άτγουντ, έντεκα χρόνια μεγαλύτερη από την Κάρσον και με λιγότερες πλέον ελπίδες για Νομπέλ. Όχι μόνο συγγραφείς, αλλά φιλόλογοι, αρχαιολόγοι, ανθρωπολόγοι και γυναίκες με άλλες εξειδικεύσεις διεκδικούν συμμετοχή στο ρόστερ των Ελληνίδων, όπως η πρόσφατα εκλιπούσα Μάργκαρετ Αλεξίου, η Μαίρη Λέφκοβιτς ή η Έμιλι Γουίλσον, που σε βιβλιοκρισία στο αμερικανικό Το έθνος [https://www.thenation.com/article/culture/anne-carson-wrong-norma] κατακεραυνώνει φιλολογικές αδυναμίες της Κάρσον, όπως αργότερα έκανε για κινηματογραφοδοξίες του Νόλαν. Σπουδαίες Ελληνίδες, όπως η Κάρσον, δεν κινδυνεύουν από εσωτερικές ή εξωτερικές αμφισβητήσεις. Από αλλού προέρχεται η ανησυχία. «… καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας παρά τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας», παρατηρεί στον Πανηγυρικό ο Ισοκράτης. Αν η ελληνική παίδευση συνεχίσει να υποχωρεί, σε τι θα μετέχουν, ώστε να καλούνται Ελληνίδες; Όπως έχουμε ξαναπεί, «όταν λείπει η αγωγή, περισσεύει η καταγωγή».
ΛογοΤεχνία και Νομπέλ

Κάποιοι λογοτέχνες αντιμετωπίζουν την τέχνη της γραφής σαν ξυλουργική: οι ιστορίες κατασκευάζονται, δεν γεννιούνται ούτε ανακαλύπτονται, καθότι πρέπει να προσαρμοστούν στο κρεβάτι του Προκρούστη, βάσει δοκιμασμένων αφηγηματικών τεχνικών, με χαρακτήρες σε σύγκρουση και με στόχο να ανατρέψουν τις προσδοκίες του αναγνώστη. Οι αρχάριοι δίνουν μεγαλύτερη σημασία στο πώς να γράψουν παρά στο τι πρέπει να γράψουν, ωστόσο η συγγραφή βάσει προσχεδίου δεν αφήνει περιθώρια για πάθος. Κορυφαίοι πάντως συγγραφείς μυθοπλασίας (όπως Τσέχοφ, Κάφκα, Τζόις) μοιάζουν περισσότερο με γλύπτες παρά με ξυλουργούς. Σε αντίθεση με τον Σταντάλ, πολλοί είναι εκείνοι που δεν θεωρούν ότι σκοπός του συγγραφέα είναι η ακριβής αντανάκλαση της πραγματικότητας, μια κι ο συγγραφέας λειτουργεί περισσότερο ως φακός παρά ως φωτοτυπικό μηχάνημα, φωτίζοντας την πραγματικότητα μέσα από τη δική του οπτική γωνία. Επομένως, η όποια καινοτομία στο ύφος οφείλει να καθιστά αξιομνημόνευτη την καθημερινή ζωή.
Οπότε, γράφεις για να δώσεις νόημα στη ζωή σου, δεδομένου ότι μια ζωή που δεν εξετάζεται δεν αξίζει να τη ζει κανείς. Κατά παράδοξο τρόπο, οι αναμνήσεις ενός συγγραφέα αποτελούν συχνά μείγματα πραγματικότητας και φαντασίας.
Για παράδειγμα, ο Μαρκ Τουέιν έλεγε πως θυμόταν πολύ καθαρά πολλά πράγματα που δεν συνέβησαν ποτέ. Σε κάθε περίπτωση, ο συγγραφέας βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση, διατηρώντας πνεύμα δεκτικό, σκεπτικιστικό και άγρυπνο, ρίχνοντας φως στο θέμα του κατά τρόπο που να το δει από διαφορετική οπτική γωνία, κι έτσι να δημιουργήσει κάτι καινούργιο.
Ο Ρόμπερτ Φροστ έλεγε ότι ένας συγγραφέας μυθοπλασίας πρέπει να είναι σε θέση να αφηγηθεί τι συνέβη στον ίδιο σαν να είχε συμβεί σε κάποιον άλλον, και τι συνέβη σε κάποιον άλλον σαν να είχε συμβεί στον ίδιο. Αυτό θέτει την έμφαση εκεί που αρμόζει: στην τεχνική της επικοινωνίας, στην πειστικότητα
της μυθοπλασίας. Ο δημιουργικός συγγραφέας εστιάζει αναπόφευκτα στο συγκεκριμένο, δηλαδή, είναι προσκολλημένος στα στοιχεία της εμπειρίας. Δεν καταπιάνεται με αφηρημένες έννοιες, ασχολείται με ανθρώπους, τόπους, πράξεις, συναισθήματα, αισθήσεις· επειδή οι ιδέες στερούνται δραματικότητας, πρέπει να ενσαρκωθούν σε ανθρώπους και πράξεις για να αποκτήσουν την κατάλληλη δύναμη. Ένας Μάκβεθ επί σκηνής αξίζει όσο χίλια δοκίμια για τη φιλοδοξία. Γενικά, οποιαδήποτε ζωή μπορεί να προσφέρει υλικό
για γραφή, αρκεί να της δώσουμε τη δέουσα προσοχή. Αυτό που αναζητά κανείς είναι η ακρίβεια, η ορθότητα, η ζωντάνια. Και πέρα από αυτά, φυσικά, κάποια αντίληψη για τη σοβαρότητα της καλής γραφής, κάποια αίσθηση ότι η λογοτεχνία οφείλει να εμπλουτίζει τη ζωή. Άλλωστε, η συνάντηση συγγραφέα και αναγνώστη είναι μια πράξη προσωπική και λαμβάνει χώρα ιδιωτικά.
Αυτός που εκδίδει ένα βιβλίο είναι σαν κάποιον που διαθέτει πομπό αλλά όχι δέκτη: εκπέμπει μηνύματα στο κενό χωρίς να γνωρίζει ποτέ αν έφτασαν σε κάποια αφτιά. Ως εκ τούτου, ένα μυθιστόρημα συνιστά μια μακρόσυρτη αγωνία.
Μια αγωνία η οποία αποκτά ένα ιδιόμορφο πλαίσιο το 1637, όταν ο φιλόσοφος Ντεκάρτ θα γράψει τη διάσημη φράση ''Cogito, ergo sum'' (Σκέφτομαι, άρα υπάρχω). Το 1765 ο Γάλλος ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας, Αντουάν Λεονάρ Τομά (γνωστός στην εποχή του για τη μεγάλη του ρητορική δεινότητα και για τους πανηγυρικούς λόγους που εκφωνούσε προς τιμήν επιφανών προσωπικοτήτων του παρελθόντος), σε έναν έπαινο για τον Ντεκάρτ, θα διευρύνει την καρτεσιανή φράση λέγοντας ''puisque je doute, je pense; puisque je pense, j'existe'', δηλαδή, «επειδή αμφιβάλλω, σκέφτομαι· επειδή σκέφτομαι, υπάρχω»· η νέα φράση στα λατινικά γίνεται, ''dubito, ergo cogito, ergo sum'': αμφιβάλλω, άρα σκέφτομαι, άρα υπάρχω.
Που σημαίνει ―με άλλα λόγια― ότι ακόμα κι αν κάποιος αμφιβάλλει για τα πάντα γύρω του, η ίδια η πράξη της αμφιβολίας αποδεικνύει ότι υπάρχει ένα υποκείμενο που σκέφτεται. Την προηγούμενη επισήμανση γύρω από την γνωστή καρτεσιανή φράση είχε κάνει σε μια συνέντευξή της η Αν Κάρσον, η οποία φέτος κέρδισε το Νομπέλ Λογοτεχνίας: Άξια συγγραφέας ιδιαίτερης δυναμικής! Τα βιβλία της Κάρσον αποτελούν υβριδικές συλλογές που συνδυάζουν τη λογοτεχνική κριτική, το δοκίμιο και την ποίηση σε ένα συναρπαστικό μείγμα. Τα βιβλία της μοιάζουν με κολάζ, ένας συνδυασμός απομνημονευμάτων, ποίησης, ακαδημαϊκής διατριβής και θεατρικού λόγου, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους χάρη σε μια κεντρική θεματική. Λέει η ίδια: «Γράφεις αυτό που θέλεις να γράψεις, με τον τρόπο που επιβάλλει η ίδια η φύση του έργου». Η γλώσσα της είναι οξεία και διεισδυτική. Στο βιβλίο της Η ομορφιά του συζύγου ξεκινά λέγοντας: «Μια πληγή εκπέμπει το δικό της φως / λένε οι χειρουργοί / Αν έσβηναν όλα τα φώτα σε αυτό το σπίτι / θα μπορούσες να περιποιηθείς την πληγή / χάρη στη λάμψη που εκπέμπει».
Oι εξηγήσεις είναι μάταιες, θέλει απλώς να δώσει φωνή στην επιθυμία,στο όνειρο, να επιλεγείς από την ομορφιά, να σε ποθεί η ομορφιά, να παραδοθείς στην ομορφιά, ίσως ακόμη και στη μορφή της που ονομάζουμε ποίηση. Ώσπου «μέσα από τα αληθινά ψέματα της ποίησης / ξεπήδησε ένα ερώτημα. / Τι συνδέει άραγε τις λέξεις με τα πράγματα; / Όχι και πολλά, αποφάνθηκε ο σύζυγός μου».
H διδακτορική διατριβή της Κάρσον ήταν για την Σαπφώ. Επίσης, στο βιβλίο της Men in the Off Hours, φαντάζεται έναν διάλογο ανάμεσα στη Βιρτζίνια Γουλφ και τον Θουκυδίδη. Η Κάρσον πιστεύει ότι οι ίδιες οι σκέψεις έχουν λιγότερη σημασία από τις διαδρομές που ακολουθεί κανείς ανάμεσά τους. Υποστηρίζει: «Δεν ξέρω αν όντως παράγουμε σκέψεις· σκεφτόμαστε τις συνδέσεις ανάμεσα στις σκέψεις. Εκεί κινείται το μυαλό, εκεί βρίσκεται το καινούργιο στοιχείο, ενώ οι ίδιες οι σκέψεις υπήρχαν πιθανότατα εδώ και καιρό στο κεφάλι μου ή στα κεφάλια πολλών άλλων ανθρώπων. Όμως τα άλματα ανάμεσά τους συμβαίνουν αποκλειστικά εκείνη τη στιγμή». Όταν η Κάρσον ήταν παιδί, διάβασε ένα βιβλίο με τίτλο Lives of the Saints (Βίοι Αγίων) και το αγάπησε τόσο πολύ, που προσπάθησε να φάει τις σελίδες του! To δικό της συγγραφικό ύφος, σύμφωνα με την ίδια, εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο δημιουργεί συσχετισμούς ανάμεσα σε διάφορα πράγματα: «Το να μην ξέρεις ακριβώς τι κάνεις δεν αποτελεί εμπόδιο στο να το κάνεις. Όλοι μας προχωράμε ψηλαφιστά»!
Ο Σόλων Γρηγοριάδης στα «Σκαλάκια»

Μια Αμερικανο-περσίδα ζωγράφος ήταν τότε στην Ελλάδα και κάναμε παρέα. Ήταν μ’ ένα νεαρό παιδί ηθοποιό, που μια μέρα μου είπε: —Βρε Σωτήρη, έλα να βγούμε μαζί κάνα βράδυ, να πάμε σε καμιά ταβέρνα κι οι τρεις μας, να της πεις εσύ πράγματα για την Ελλάδα που ξέρεις, γιατί όλο μας κατακρίνει κι εγώ δεν ξέρω να της απαντάω.
Βγήκαμε. Πήγαμε στα «Σκαλάκια» εδώ από κάτω, που υπάρχουν πάντοτε στο μέλλον, το επίσης εδώ. Τα κατάφερα, της έλεγα όλη την ώρα τα καλά μας, όσα είχα να πω.
Ακριβώς την ώρα που έμοιαζε να την έχω για πολλά πείσει, άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Σόλων Γρηγοριάδης, ο ισχυρός παλιός των εφημερίδων διευθυντής, ο συγγραφέας και όχι μόνο. Μεγάλος σε ηλικία πια, βγάζοντας βόλτα τα σκυλιά του, είχε έρθει να τους πάρει φαΐ από την κουζίνα. Φαίνεται πως μόνος του στο δρόμο πολλά σκεφτόταν, σε πολλά κι εκείνου από τα δικά μας πηγαινοέρχονταν ο νους του.
Με είδε. Με ήξερε από μικρό, από τη φιλία των δικών μου με τον αδελφό του, τον Φοίβο. Ήρθε αμέσως καταπάνω μου και μ’ έπιασε από τον λαιμό στα καλά καθούμενα. Μου είπε: —Αν δεν παραδεχτείς τώρα πως είμαστε ο χειρότερος λαός στον κόσμο, θα σε πνίξω!
Τι να έκανα; Το παραδέχτηκα κι αυτό.
( Από το ανέκδοτο βιβλίο Νουάρ στιγμές )
Μπορεί και να 'ταν

Μπορεί και να ‘ταν θάλασσα, παραδέχτηκαν όσοι αντίκρισαν τον ουρανό εκείνο το χειμωνιάτικο πρωινό, και πρέπει στ’ αλήθεια να ‘ταν ελάχιστοι αυτοί που κοίταξαν ψηλά κι είδαν κύματα αντί για σύννεφα. Κάτι τέτοιο δεν ήταν απλά παράδοξο, ξεπερνούσε κάθε φαντασία, γι’ αυτό και οι λίγοι αυτόπτες μάρτυρες βιάστηκαν να μοιραστούν τις εντυπώσεις τους απ’ την ουρανοθάλασσα με γνωστούς και φίλους, με συναδέλφους στη δουλειά, με τις οικογένειές τους. Κανείς όμως δε φάνηκε να τους παίρνει στα σοβαρά. «Ουρανοκύματα; Θα τρελαθούμε τελείως;» ήταν η αντίδραση των περισσότερων, και πράγματι, πώς μπορεί να γίνει δεκτός ένας ισχυρισμός όταν αντιβαίνει σε κάθε φυσική τάξη; Κάποιοι έδειξαν για μια στιγμή να προσπαθούν να δικαιολογήσουν αυτή την παραδοξότητα και μίλησαν για τις τρομακτικές αλλαγές στη γαιώσφαιρα και τις απρόβλεπτες φυσικές καταστροφές που καραδοκούν, έμειναν όμως σιωπηλοί όσο συνεχιζόταν η περιγραφή μιας εξωφρενικής εικόνας με άγριες τρικυμίες στα ουράνια. «Ανήκουστο!» έτσι καταχωρήθηκε στη συλλογική αποτίμηση των συμβάντων, αν επιτρέπεται να γίνει λόγος για συμβάντα, αφού άλλα στοιχεία δεν υπήρχαν, παρά μόνο κάποιες προσωπικές αναφορές, και παρόλο που το νέο διαδόθηκε σαν άναμμα σπίρτου, ποιος να το ψάξει παραπέρα; «Μπορεί και να ‘ταν θάλασσα» είπαν όλοι στο τέλος, κι έτσι ξεχάστηκε αυτή η ιστορία.
