TA BΡABEIA ΤΟΥ «ΧΑΡΤΗ» 2025

Το διαδικτυακό περιοδικό Λόγου και Τέχνης Χάρτης (www.hartismag.gr), συνεχίζει για πέμπτη χρονιά την απονομή ετήσιων βραβείων, με σκοπό την ανάδειξη των σημαντικότερων βιβλίων που κυκλοφόρησαν το περασμένο έτος. Η διάκριση αυτή προέρχεται από μια ευρεία ομάδα τακτικών συνεργατών του περιοδικού που, χωρίς δεσμεύσεις ή προεπιλογές, πρότειναν έως τρία βιβλία ανά είδος λόγου (Ποίηση, Πεζογραφία, Δοκίμιο, Μετάφραση και Βιβλίο για παιδιά), τα οποία, έχουν εκδοθεί το 2025.
Στις υποψηφιότητες δεν περιλαμβάνονται βιβλία των τακτικών συνεργατών τού περιοδικού, δεν μεσολαβούν επιτροπές ή διαβουλεύσεις, κανένας δεν γνωρίζει τι ψηφίζουν οι άλλοι, ενώ ούτε η συντακτική ομάδα εμπλέκεται στις επιλογές. Οι κατάλογοι των βιβλίων που διακρίνονται προκύπτουν ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ από τις αρχικές προτάσεις των τακτικών χαρτογράφων.
Ο Μακρύς Κατάλογος των Βραβείων 2025 του Χάρτη

Στις 20 Μαρτίου θα αναρτηθεί ο ΒΡΑΧΥΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ και την 1η Απριλίου θα ανακοινωθούν τα ΒΡΑΒΕΙΑ
ΠΟΙΗΣΗ
Χρήστος Αλεξανδρίδης, Passacaglia, εκδ. Περισπωμένη
Καλλιόπη Αλεξιάδου, Βικς στη μύτη, εκδ. Κάπα
Θεοδώρα Βαγιώτη, Σκαλέτα (47 σκηνές για το τέλος του κόσμου), εκδ. Κουκκίδα
Άννα Βασιάδη, Μικροί πόλεμοι, εκδ. Συρτάρι
Μαρία Γεωργαλά-Καρτούδη, Παρανυχίδα, εκδ. Μετρονόμος
Διώνη Δημητριάδου, Αδώνιδος κήποι, εκδ. ΑΩ
Τάσος Ζαφειριάδης, Ο μάγος Αλκαζάρ, εκδ. Το Ροδακιό
Θωμάς Ιωάννου, Ανοιχτή ημερομηνία, εκδ. Πόλις
Ακριβή Κακλαμάνη, Ακόμα κρύβομαι, εκδ. Σμίλη
Παναγιώτης Καποδίστριας, Μια ζωή σε ονειροτροφείο, εκδ. Εν πλω
Γιώργος Κοζίας, Τι αιώνα κάνει έξω, εκδ. Περισπωμένη
Αλέξανδρος Κορδάς, Θέασις, Οι Εκδόσεις των Φίλων
Ελένη
Κοσμά, Ιστορία ενός καβοδέτη, εκδ. Πόλις
Θεόδωρος Κουρεντζής, Ανώτερη όλων το καλοκαίρι, εκδ. Ίκαρος
Μαρία Κούρση, Ο χρόνος σε τίτλους, εκδ. Ηριδανός
Κωστούλα Μάκη, Το μάτι του Ιππόγρυπα, εκδ. Ούρσα
Αλέξανδρος Μηλιάς, Απ' την Αθήνα φάντασμα, εκδ. Πατάκη
Άγγελος Μπέρτος, Καρπάθια, εκδ. Θίνες
Κώστας Μπουρναζάκης, Εικόνες, εκδ. Ίκαρος
Νίκος Β. Ορφανός, Αν είναι νύχτα, εκδ. Σμίλη
Θανάσης Πάνου, Ασπρόμαυρα πλάνα, εκδ. Ιωλκός
Βασίλης Β. Παπαβασιλείου, Εφεδρείες, εκδ. Ιωλκός
Μαρία Πατακιά, Amor, εκδ. Μελάνι
Μαλαματή-Μαρία Πετρίδου, Το στομάχι περιθάλπει ένα τοπίο, εκδ. Θράκα
Γιώργος Πρεβεδουράκης, Δίστομο, εκδ. Πανοπτικόν
Λήδα Ρουμάνη, Πόρτα ανοιχτή, εκδ. Καστανιώτη
Νάντια Στυλιανού, Ο μυστικός θίασος, εκδ. Καστανιώτη
Ζαχαρίας Σώκος, Ενθάδε, εκδ. Μελάνι
Άννα Σωτρίνη, Tableau Vivant, εκδ. Κέδρος
Μανόλης Χατζηνάκης: Οι αλλεπάλληλoι θάνατοι ενός ανθρώπου που προσπαθούσε να μείνει ζωντανός, εκδ. Καστανιώτη
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης, εκδ. Μεταίχμιο
Νίκος Αμανίτης, Ο αγνοούμενος του Ματαρόα, εκδ. Μεταίχμιο
Μίμης Ανδρουλάκης, Η γιορτή των αγγιγμάτων, εκδ. Πατάκης
Χρήστος Αστερίου, Η εγγαστρίμυθη φάλαινα, εκδ. Πατάκη
Σοφία Αυγερινού, Άγνωστες λέξεις, εκδ. Πόλις
Βασίλης Γκουρογιάννης, Τα κιάλια του Βασίλι Τσούικοφ, εκδ. Μεταίχμιο
Βαγγέλης Δημητριάδης: Το χρυσό κλουβί, εκδ. Απόπλους
Μάρω Δούκα, Ζήτω η Άγκαθα Κρίστι, εκδ. Πατάκη
Νίκος Δαββέτας, Η δεσμοφύλακας, εκδ. Πατάκη
Μαρία Δριμή, Τετ-α-τετ, εκδ. Εστία
Άγγελος Ευαγγελίδης, Η Πέτρα, εκδ. Περισπωμένη
Θράσος Καμινάκης, Κατά βάθος νησιά, εκδ. Καστανιώτη
Λίλα Κονομάρα, Μια τρίχα που γίνεται άλογο, εκδ. Καστανιώτη
Κώστια Κοντολέων, Η Ήρα στον αστερισμό του Καρκίνου, εκδ. ΑΩ
Θωμάς Κοροβίνης, Γράμμα στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου που λείπει χρόνια στην Γκλαβανή, εκδ. Άγρα
Εύη Κουτρουμπάκη, Ο βαλές του Θεού, εκδ. Ενύπνιο
Γιάννης Μακριδάκης, Στη σκιά του όρους Όχη, εκδ. Εστία
Αντώνης Μακρυδημήτρης, Αποχαιρετισμός και άλλα διηγήματα, εκδ. Νίκας
Αργυρώ Μαντόγλου, Ένας δικός της κόσμος, εκδ. Καστανιώτη
Ανδρέας Μήτσου, Δύο παράξενα πλάσματα, εκδ. Καστανιώτη
Αμάντα Μιχαλοπούλου, Μακρύ ταξίδι της μιας μέσα στην άλλη, εκδ. Πατάκη
Γιάννης Ξούριας, Φύλλα βασιλικού, εκδ. Gutenberg
Αλέξης Πανσέληνος, Ξεχασμένες λέξεις, εκδ. Μεταίχμιο
Βασίλης Παπαδόπουλος, Πριγκίπισσα Άννα. Από την Κωνσταντινούπολη στο Κίεβο, εκδ. Ίκαρος
Ιορδάνης Παπαδόπουλος, Κασκαντέρ, εκδ. Ίκαρος
Μαριλένα Παπαϊωάννου, Δέκα εκατοστά, εκδ. Καστανιώτη
Στρατής Πασχάλης, Η κατακόμβη των αγίων Αγνώστων, Κάπα Εκδοτική
Ευάρεστος Πιμπλής, Πέρα από τη συναίνεση, εκδ. Πόλις
Γιώργος Πισσάνης, Οι ανώνυμοι, εκδ. Ιωλκός
Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Αθωότητα, εκδ. Κέδρος
Ελένη Στελλάτου, Καιρός των κρυστάλλων, εκδ. Πόλις
Γεωργία Συριοπούλου, Μπρέτσια (περί της συγκολλητικής διάθεσης), εκδ. Μετρονόμος
Κωνσταντίνος Τζαμιώτης: Θα πέσει η νύχτα, εκδ. Μεταίχμιο
Φωτεινή Τσαλίκογλου, Ο Ιωσήφ ήρθε μετά, εκδ. Καστανιώτη
Βίκυ Τσελεπίδου, Η αγέλη, εκδ. Πατάκη
Ναυσικά Χαραλαμπίδου, Γεωγραφία του έρωτα και άλλων αισθημάτων, εκδ. Ενύπνιον
Κυριάκος Χαρίτος, Γράμματα στην Παναγία, εκδ. Πατάκη
Γιούλη Χρονοπούλου, Άρωμα Φουζέρ, εκδ. Νήσος
ΔΟΚΙΜΙΟ / ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Ε.Χ. Γονατάς. Μικρές παράξενες ιστορίες, εκδ. Πατάκη
Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Σχόλια στον Σεφέρη, εκδ. Σμίλη
Νικόλας Γκιμπιρίτης, Απαρνιέμαι τον έρωτα, εκδ. Νησίδες
Δημήτρης Καράμπελας, Το πνεύμα και το τέρας, εκδ. Δώμα
Αλέξανδρος Κατσιγιάννης, Από το λαϊκό ανάγνωσμα στην εθνική φιλολογία, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Νικόλαος-Ιωάννης Κοσκινάς, Κάφκα και κινηματογράφος – Ο «κινηματογραφικός» Κάφκα, εκδ. Ροές
Μάγκυ Κριθαρέλλη, Ακολουθώντας τον μίτο του καπνού – Από την Καβάλα στον Μεγάλο Κόσμο, εκδ. Καπόν
Γιώργος Μαρκόπουλος, Σε πλάγιο φωτισμό
― Κείμενα για πρόσωπα, γεγονότα, ημέρες, εκδ. Κέδρος
Γιώργος Μητρόπουλος: Ο Νέρωνας και η Ελλάδα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Αλέξης Μινωτής, Η εποχή μας είναι τραγική χωρίς να το ξέρει, εκδ. Μετρονόμος
Αλέξανδρος Ν. Μυροφορίδης, Η πλοκή στη δημιουργική γραφή, εκδ. Επίκεντρο
Κωνσταντίνος Ξανθόπουλος, Σοβιετικός μοντερνισμός, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Ιάσων Γ. Οικονομίδης, Οι παροιμίες και τα γνωμικά στο πλατωνικό έργο, εκδ. Άρωμα
Γιάννης Παπαθεοδώρου, Αθώα μάρμαρα. Μια διαμάχη για την προτομή τού Θεόφιλου Καΐρη (1912), εκδ. Αμολγός
Γιάννης Παπαθεοδώρου, Απατηλό παρελθόν: Ιστορίες της Καβαφικής κριτικής, εκδ. Άγρα
Παύλος Κ. Σούρλας, Αυτονομία της Ηθικής, εκδ. Ευρασία
Γιάννης Π. Τζαννετάκος, Από την οδό Στουρνάρα 75 – Μαρτυρία βίου, εκδ. Ηρόδοτος
Τάσος Τσακίρογλου, Από τον ήχο στις λέξεις, Εκδόσεις των Συναδέλφων
Χαρίκλεια Τσοκανή, Για την μουσικότητα της ελληνικής γλώσσας, Εναλλακτικές Εκδόσεις
Στέφανος Τραχανάς, Βομβιστής και Στρατηγός, Ιστορώντας την κβαντική επανάσταση 1900-2025, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Σώτη Τριανταφύλλου, Φασισμός. Η ιστορία μιας ιδεολογίας, εκδ. Πατάκη
Μαρία Χατζηαποστόλου, Ο Μάνος Ελευθερίου του τόπου και της ουτοπίας, εκδ. Μετρονόμος
Eυάνθης Χατζηβασιλείου, Εθνικός διχασμός, εκδ. Πατάκη
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Ωρίων Αρκουμάνης, για το Οι Άθλιοι, του Βικτόρ Ουγκό, εκδ. Gutenberg
Μαρτίνα Ασκητοπούλου, για το Ανταρκτική, της Claire Keegan, εκδ. Μεταίχμιο
Σοφία Αυγερινού, για το Ο θάνατος του Βιργιλίου, του Hermann Broch, εκδ. Έρμα
Άννα Βάντη για το Οι στρατηγοί πεθαίνουν στο κρεβάτι, του Charles Yale Harrison, εκδ. Πηγή
Ροδάνθη Βαρδούλη, για τα Καλλιγράμματα, Ποιήματα της Ειρήνης και του Πολέμου
(1913-1916), του Γκιγιόμ Απολλιναίρ, εκδ. Καστανιώτη
Σεραφείμ Βελέντζας για το Δέκα (πιθανοί) λόγοι για τη μελαγχολία της σκέψης, του Τζορτζ Στάινερ, εκδ. Κυψέλη
Βιργινία Γαλανοπούλου, για το Οίκος Πούσκιν, του Αndrei Bitov, εκδ. Gutenberg
Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, για το Η γλώσσα του τρίτου Ράιχ. Το σημειωματάριο ενός φιλολόγου, του Victor Klemperer, εκδ. Άγρα
Χριστίνα Θεοδωροπούλου, για το Μπέρτα Ίσλα, του Χαβιέρ Μαρίας, εκδ. Πατάκη
Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, για το Ο κηπουρός και ο θάνατος, του Georgi Gospodinov, εκδ. Ίκαρος
Θάνος Κανδύλας, για τα Τέσσερα Κουαρτέτα, του Τ. Σ. Έλιοτ, εκδ. Κουκκίδα
Δέσποινα Κανελλοπούλου, για το Μια ερμίνα στο Τσέρνοπολ του Gregor Von Rezzori, εκδ. Δώμα
Τόνια Κοβαλένκο, για το Μοναδικότητες,
του Τζον Μπάνβιλ, εκδ. Καστανιώτη
Κύρος Κόκκας, για το Οι Λουσιάδες του Λουίς ντε Καμόες, εκδ. Ευρασία
Γρηγόρης Κονδύλης, για το Οι λεπτομέρειες, της Ia Genberg, εκδ. Gutenberg
Μιχάλης Μακρόπουλος, για το Μια ιστορία βαρελιού, γραμμένη για την καθολική βελτίωση της ανθρωπότητας, του Τζόναθαν Σουίφτ, εκδ. Loggia
Μιχάλης Μακρόπουλος, για το Κωνσταντίνος Καβάφης – Ο άνθρωπος και ο ποιητής, των Gregory Jusdanis & Peter Jeffreys, εκδ. Μεταίχμιο
Γιώργος Μαραγκός, για το Ρεαλισμός – Αντικατοπτρισμοί του πραγματικού στη λογοτεχνία, του Τέρρυ Ήγκλετον, εκδ. Πεδίο
Αντώνης Μακρυδημήτρης, για το Δεύτερος πλους, ποιητικές μεταφράσεις (1990-2025), Εκδόσεις των Φίλων
Δημήτρης Μαυρίκιος, για το Ρωμαίος και Ιουλιέτα, του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Κάπα Εκδοτική
Κλαίρη Μιτσοτάκη, για την επιλογή, σύνθεση, πρόλογο, μετάφραση του Η αναζήτηση του χαμένου χρόνου / Θέματα, Πρόσωπα και Σκηνές του Μαρσέλ Προυστ, εκδ. Άγρα
Ζωή Μπέλλα, για το Η Ξένη, της Κλαούντια Ντουραστάντι, εκδ. Gutenberg
Στέργιος Ντέρτσας, για τα Ποιήματα, του Χοσέ Αντόνιο Ράμος Σούκρε, εκδ. Μετρονόμος
Ιφιγένεια Ντούμη, για Το φως της καρδιάς, της Μπάνου Μουστάκ, εκδ. Καστανιώτης
Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής, για τις Μεταμορφώσεις, του Οβίδιου, εκδ. Gutenberg
Χρυσούλα Παπαδοπούλου, για το Αυτόματη διόρθωση, του Ένγκαρ Κέρετ, εκδ. Καστανιώτη
Χριστίνα Παπαδοπούλου, για το Αντιμέτωποι με τον πόνο των άλλων, της Σούζαν Σόνταγκ, εκδ. Gutenberg
Μήνα Πατεράκη-Γαρέφη, για το Να την προσέχει, του Jean-Baptiste Andrea, εκδ. Πατάκη
Μήνα Πατεράκη-Γαρέφη, για το Αυρηλιανός, του Λουί Αραγκόν, εκδ. Εστία
Ηρακλεία-Ελευθερία Πέππα, για το Καλχαίνοντας τις μέρες, του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, εκδ. Κείμενα
Αποστόλης Πρίτσας, για το Καρτεσιανή σονάτα και άλλες νουβέλες, του William H. Gass, εκδ. Gutenberg
Δέσποινα Σαραφείδου, για το Εξομολογήσεις, του Σέρχιο Μπλάνκο, εκδ. Ροές
Νατάσα Σίδερη, για Τα κομμάτια που λείπουν, του Ανρί Λεφέβρ, εκδ. Γεννήτρια
Ροζαλί Σινοπούλου, για το Φρόιντ και Νίτσε, του Paul-Laurent Assoun, εκδ. Πλέθρον
Δημήτρης-Χρυσός Τομαράς, για το Οκτώ Άγγλοι δοκιμιογράφοι, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Ευάγγελος Τζιγκουνάκης, για το Ο Δαίμων ξέρει (Λογοτεχνικό μεγαλείο και το Αμερικανικό Υψηλό) του Χάρολντ Μπλουμ, εκδ. Gutenberg
Ουρανία Τουτουντζή, για το Να έχεις ή να είσαι, του Έριχ Φρομ, εκδ. Διόπτρα
Άλκηστις Τριμπέρη, για το Η απόδειξη της αθωότητάς μου, του Τζόναθαν Κόου, εκδ. Πόλις
Ρένα Χάτχουτ, για το Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος, της Φλάνερι Ο΄Κόνορ, εκδ. Αντίποδες
Σωτήρης Χαλικιάς, για το Μεθοριακή πόλη, του Shen Congwen, εκδ. Ίνδικτος
Διονύσιος Χαλκωματάς, για το Οι ελεγείες της εξορίας / Πένθιμα - Επιστολές από τον Πόντο του Οβίδιου, εκδ. Σταμούλη
ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ
Ελένη Ανδρεάδη, Και ζήσαμε καλύτερα, εικονογράφηση Μαίρη Καλαμπαλίκα, εκδ. Μεταίχμιο
Παύλος Βαλαβάνης, Η ιστορία της Ολυμπίας και οι Ολυμπιακοί Αγώνες, εικονογράφηση Kώστας Θεοχάρης, εκδ. Καπόν
Λένα Διβάνη, Η Αμαλία αιχμάλωτη των ληστών, εικονογράφηση Φίλιππος Αβραμίδης, εκδ. Πατάκη
Στρατής Δουνιάς, Ο ακροβάτης σκίουρος, εικονογράφηση Κωνσταντίνος Ρουγγέρης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή
Μίνως Ευσταθιάδης, Το κουτί των ονείρων, εικονογράφηση Βασίλης Κουτσογιάννης, εκδ. Μεταίχμιο
Κατερίνα Ζωντανού, Περπατώντας στο δάσος, εικονογράφηση Μαίρη Καλαμπαλίκα εκδ. Μεταίχμιο
Στέργια Κάββαλου, Το παγκάκι της αγκαλιάς, εικονογράφηση Γιώτα Κοκόση, εκδ. Καστανιώτη
Βάνα Κατσαρού, Το παιδί και το Κρι Κρι, εικονογράφηση Μαίη Σταθοπούλου, εκδ. Διόπτρα
Μαρία Λυκάρτση, Το μόνο παιδί, εικονογράφηση Yamamoto Zafouko, εκδ. Παπαδόπουλος
Anna Milbourne, Σώπα, σώπα, μικρή αρκουδίτσα, μτφρ. Ελένη Τουλούπη, εικονογράφηση Αnuska Allepuz, εκδ. Πατάκη
Ράνια Μπουμπουρή, Οι γονείς μου, εικονογράφηση Χρύσα Σπυρίδωνος, εκδ. Ψυχογιός
Νάστα, Ο Σταχτοπούτης, εικονογράφηση Βασίλης Κουτσογιάννης, εκδ. Πουά
Kate DiCamillo, Τίμος και Οράτιος – Η αρχή μιας φιλίας, μτφρ. Μάρω Ταυρή,
εικονογράφηση Carmen Mok, εκδ. Μεταίχμιο
Ελένη Πριοβόλου, Η Ραμού και η φάλαινα Μπελού, εικονογράφηση Ντανιέλα Σταματιάδη, εκδ. Καστανιώτη
Κατρίνα Τσάνταλη, Τα χρώματα της Χλόης, εικονογράφηση Little Miss Grumpy, εκδ. Διόπτρα
Η κλοπή ενός πίνακα του Μαγκρίτ σε ένα (εξίσου σουρεαλιστικό) αστυνομικό «ρεπορτάζ»
Στην ιστορία της τέχνης δεν είναι λίγοι οι πίνακες διάσημων ζωγράφων που κλάπηκαν και έκτοτε αγνοούνται τα ίχνη τους: «Η γέννηση» του Καραβάτζιο, «Ο Χριστός στην καταιγίδα στη λίμνη της Γαλιλαίας» του Ρέμπραντ, «Το κονσέρτο» του Γιοχάνες Βερμέερ, «Παπαρούνες» του Βίνσεντ βαν Γκογκ, «Το κεφάλι του Αρλεκίνου» του Πάμπλο Πικάσο κ.ά. Την τύχη, ή μάλλον την ατυχία τους, δεν είχε η «Ολυμπία» του Ρενέ Μαγκρίτ: Κλάπηκε μεν, επιστράφηκε δε. Ζωγραφισμένος το 1948, ο πίνακας του Βέλγου σουρεαλιστή αποτελεί συνεκδοχή και ταυτόχρονα παρερμηνεία του ομώνυμου έργου του Εντουάρ Μανέ, που σόκαρε τον κόσμο της τέχνης όταν παρουσιάστηκε το 1863. Στο σκανδαλώδες αριστούργημα του Γάλλου ιμπρεσιονιστή απεικονίζεται μια γεμάτη αυτοπεποίθηση γυναίκα (που αναγνωρίζεται ως πόρνη από το προκλητικό της βλέμμα και τη μαύρη υπηρέτρια που στέκεται πλάι της), ξαπλωμένη γυμνή να κοιτάζει απευθείας τον θεατή. Η νεότερη εκδοχή του Μαγκρίτ απεικονίζει επίσης μια γυμνή ξαπλωμένη γυναίκα, με ένα εμβόλιμο σουρεαλιστικό στοιχείο στη σύνθεση: το μεγάλο κέλυφος θαλάσσιου σαλιγκαριού που ισορροπεί στην κοιλιά της.
Σύμφωνα με τους κριτικούς, η αισθητική του αξία έγκειται στην αινιγματική εικονοποίηση, καθιστώντας το περισσότερο πλούσιο εννοιολογικά, παρά όμορφο συμβατικά.
Ο πίνακας αυτός, με εκτιμώμενη αξία ανάμεσα στα 2 – 5 εκατομμύρια ευρώ, κλάπηκε το 2009 από το Μουσείο Μαγκρίτ, στο Ζετ των Βρυξελλών, το οποίο στεγάζεται στο σπίτι που κατοικούσε παλαιότερα το ζεύγος Μαγκρίτ. Οι δύο δράστες της ληστείας ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για αυτή την ελαιογραφία, ένα γυμνό της γυναίκας του ζωγράφου, Ζορζέτ, που τιτλοφορήθηκε «Ολυμπία» προς τιμήν του Μανέ. Αφού αφαίρεσαν τον πίνακα από τον τοίχο, διέφυγαν ανενόχλητοι. Η είδηση έκανε το γύρο του κόσμου και η απώλεια της «Ολυμπίας» αποτέλεσε ισχυρό πλήγμα για το μουσείο και για την πολιτιστική κληρονομιά του Βελγίου γενικότερα. Η κλοπή, ωστόσο, είχε αίσιο τέλος. Τρία χρόνια αργότερα ο πίνακας ανακτήθηκε, αφού οι δράστες, μην μπορώντας να τον πουλήσουν στη μαύρη αγορά, προσφέρθηκαν να τον επιστρέψουν. Η ειδησεογραφία της εποχής ανέφερε ότι ο πίνακας παραδόθηκε στην εταιρεία που ήταν ασφαλισμένος και, σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες, καταβλήθηκαν λύτρα για την επιστροφή του.

Αυτή η ασυνήθιστη ιστορία θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει το υλικό μιας αστυνομικής ταινίας (με χάπι εντ για να κόψει εισιτήρια). Έγινε, πάντως, το σενάριο ενός υβριδικού «ρεπορτάζ», από τον Αμερικανό Σον Κέλι. Διάσημος πολιτικός γελοιογράφος και σατιρικός συγγραφέας, συνεργάτης μεγάλων εφημερίδων όπως οι New York Times, Los Angeles Times, Washington Post κ.ά., ο Κέλι είναι γνωστός και για τα βραβευμένα έργα του στον τομέα της οπτικής δημοσιογραφίας. Την πρακτική αφήγησης ιστοριών για την επικοινωνία ειδήσεων και πληροφοριών, με τη χρήση εικόνων, γραφιστικών και άλλων στοιχείων, όπως το βίντεο, τα κινούμενα σχέδια και άλλες οπτικοποιήσεις δεδομένων. Ανταποκρινόμενος στην αυξανόμενη ζήτηση για αυτήν την πολυμεσική προσέγγιση στην ψηφιακή εποχή, ο Σον Κέλι απέδωσε το χρονικό της συγκεκριμένης κλοπής με χιούμορ σουρεαλιστικά εφάμιλλο του Μαγκρίτ. Η εξιστόρηση των γεγονότων, με ύφος που παραπέμπει σε αστυνομικό ρεπορτάζ, κατανέμεται σε 11 διάσημους πίνακες του ζωγράφου. Τα έργα συνδέονται με την αφήγηση, δημιουργώντας ένα πρωτότυπο κόμικς με την ακόλουθη σειρά:
―Σε μια ληστεία μέρα μεσημέρι («Η αυτοκρατορία του φωτός II», 1950),
―κλέφτες εισέβαλαν στο Μουσείο των Βρυξελλών («Η απροσδόκητη απάντηση», 1933)
―και έκλεψαν τον πίνακα «Ολυμπία» του Μαγκρίτ, ένα γυμνό πορτρέτο της συζύγου του καλλιτέχνη («Ολυμπία», 1948).
―Οι φύλακες είπαν ότι δύο άντρες («Η αναπαραγωγή απαγορεύεται», 1937)
―αφαίρεσαν τον πίνακα («Η ανθρώπινη κατάσταση», 1935)
―και έφυγαν τρέχοντας («Το κόκκινο μοντέλο», 1935).
―Ένα ανθρωποκυνηγητό για τους κλέφτες διεξάγεται από («Golconda – Φανταστική βροχή», 1953)
―τον κορυφαίο ντετέκτιβ της Ευρώπης («Η προδοσία των εικόνων», 1929).
―Και παρόλο που οι καλλιτέχνες της αστυνομίας («Η οξυδέρκεια», 1936)
―δημοσίευσαν το σκίτσο ενός από τους υπόπτους («Ο γιος του ανθρώπου», 1964),
―ακόμα ερευνούν πώς ένα μικροσκοπικό τρένο μπήκε στο τζάκι («Διαπερνώντας τον χρόνο», 1938)
Έγκλημα εκ προμελέτης

Υφαίνουν οι Μοίρες
της ζωής μας το νήμα
άριστα γνωρίζοντας
πως κάποια μέρα
θα κοπεί.
Συμβουλές για σκύλους

Τι σημαίνει όταν απλώνει ένα πόδι; Ας πάρουμε αυτό το χαρακτηριστικό παράδειγμα. Κάποιοι αναρωτιούνται. Οι περισσότεροι ατυχώς νομίζουν ότι καταλαβαίνουν. Νομίζουν ότι πρόκειται για φιλικό χαιρετισμό ή διάθεση για παιχνίδι. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μιλούν μια γλώσσα διαφορετική από τη δική μας. Η κίνησή τους αυτή δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην το ίδιο που σημαίνει και για εμάς.
Όλοι έχουμε μία τάση να αποδίδουμε σε άλλους δικές μας συμπεριφορές. Γι’ αυτό παρερμηνεύουμε, ενώ κάθε κίνηση αποκτά νόημα μέσα στο πλαίσιο της, διαπερνώντας το φράγμα επικοινωνίας. Το να απλώσει ένα πόδι μπορεί να μη σημαίνει ότι θέλει παιχνίδι, αλλά επαφή και όχι δραστηριότητα. Αυτό επιβεβαιώνουν ένα βλέμμα, κάποια κλίση στο κεφάλι, ένα μουρμουρητό, που ίσως συνοδεύουν την κίνηση, χωρίς να αποκλείεται να σημαίνει απώθηση, ένα φαρ ουστ στην πιο ακραία εκδοχή.
Η επικοινωνία δεν περιορίζεται σε ήχους. Σιωπηλές κινήσεις, που τραβούν την προσοχή, είναι συχνά πιο εκφραστικές. Από την ανταπόκριση διαμορφώνονται κώδικες αλληλεπίδρασης. Όλοι μαθαίνουν μέσα από μία σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Το να απλώσει μία πατούσα μπορεί να σημαίνει άγχος, απογοήτευση, δυσανεξία ή ανάγκη για παρηγοριά. Η επανάληψη και η συχνότητα της συμπεριφοράς αποτελούν σημαντικούς δείκτες.
Το άπλωμα του ποδιού συνιστά βασικό στοιχείο κίνησης και έκφρασης. Μαθαίνοντας να κατανοούμε αυτή τη γλώσσα του σώματος, καλλιεργείται μία σχέση ενσυναίσθησης και εμπιστοσύνης, που οδηγεί σε δεσμούς συνύπαρξης.
Περιληπτικά, αν κάποιος άνθρωπος σου δίνει την πατούσα του, δεν το κάνει κατ’ ανάγκην για να πει γεια ή γιατί θέλει να παίξει. Μπορεί κάτι άλλο να σου λέει. Μπορεί να θέλει την προσοχή σου ή απλώς να σε κλωτσήσει. Ας μη νομίζουμε ότι οι συμπεριφορές τους σημαίνουν το ίδιο που σημαίνουν και για έναν σκύλο.
Μην ξεχνάτε ότι οι άνθρωποι έχουν λησμονήσει πώς να συνδιαλέγονται με κινήσεις ή τη στάση του σώματος. Νομίζουν ότι επικοινωνούν σε μια δική τους γλώσσα, χωρίς μεγάλη γκάμα εκφράσεων, που όμως εξακολουθεί να τους μπερδεύει. Τους αρέσει να παριστάνουν τους κηδεμόνες, ενώ ούτε τον εαυτό τους δεν μπορούν να φροντίσουν.
Παραμένουν εντούτοις οι καλύτεροι φίλοι του σκύλου, αν εξαιρέσουμε τα τσιμπούρια. Ας μη μας παρασύρει η ενσυναίσθηση ως ιδιαιτερότητα του είδους μας σε έναν ναρκισσισμό. Δεν είμαστε όλοι σκύλοι σε αυτόν τον πλανήτη. Ίσως σε κάποιον άλλο.
Μην ξεχνάτε τι συνεπάγεται η καινή ψύχωση με την τεχνητή νοημοσύνη. Αν σε μεγάλα μοντέλα συγκεντρωθούν κάθε είδους γαβγίσματα και οσμές, υπάρχει κίνδυνος όχι μόνον άνθρωποι-ρομπότ να αντικαταστήσουν τους ανθρώπους, αλλά και σκυλάκια-ρομπότ τους σκύλους. Στηρίξτε τα σκυλάδικα της γειτονιάς σας, όσο υπάρχουν.
Είναι απαραίτητο να προστεθεί ότι οι συμβουλές και οδηγίες αυτές δεν πρέπει να διαρρεύσουν σε γάτες ή στους κηδεμόνες τους. Υπάρχει κίνδυνος να μεταφραστούν. Και τότε ποιος μας σώζει;
Ιδιωτικός επιταχυντής σωμάτων

Συναντηθήκαμε στο Μέγαρο μετά από καιρό. Στον εξώστη.
Για τον Χατζιδάκι ήταν η βραδιά, που είχε φύγει. Μείναμε μόνοι μας από κάποιους άλλους που ήταν ώς το διάλειμμα μαζί μας και κάτσαμε δίπλα στο δεύτερο μέρος. Πήγαμε και στα καμαρίνια οι δυο μας μετά, να χαιρετήσουμε τους συντελεστές.
Ήθελε να με γυρίσει σπίτι μου και κατεβήκαμε με το ασανσέρ στα βάθη του γκαράζ τού κτιρίου. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητό της κι ανεβαίνοντας ύστερα τις απότομες στροφές, την κοίταζα. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο εποχές από τότε ως τα παλιά παραμέριζαν, στο νού μου μέσα εξαφανίζονταν, κι ως την έξοδο ήμασταν ξανά στο 1983, στον Ιανουάριό του, στον Φεβρουάριο, στον Μάρτιο. Στον Απρίλιο ήμασταν πια έξω.
Ήταν έτοιμη πάλι να με χωρίσει. Με όλο το ανάμεσά μας πια παρελθόν της τελείως μου άγνωστο. Τελείως χωρίς εμένα.
ΥΓ. Της είπα όταν καθόμαστε δίπλα-δίπλα στις θέσεις μας στο σκοτάδι πως συμπληρώναμε κοινή αύρα για την αιωνιότητα. Με ρώτησε αν το ’χα κάπου διαβάσει αυτό. Της απάντησα όχι, πως μπορούσα κάποια πράγματα να τα σκέφτομαι κι από μόνος μου.
( Από το ανέκδοτο βιβλίο Νουάρ στιγμές )
Το πρόθεμα της κρίσης

Καταθλίβω, καταπιέζω, ταπεινώνω, συντρίβω: Η μετάφραση του depress αποδίδει πλήρως το νόημα και υπηρετεί το αιχμηρό λογοπαίγνιο του σκίτσου. Η κατάσταση της δημοσιογραφίας δεν ήταν ποτέ χαμηλότερη – όχι λόγω έλλειψης δημοσιογράφων με αρχές, αλλά επειδή η ιδιοκτησία των μέσων ενημέρωσης εμποδίζει τη δημοσίευση μια καλής και ισορροπημένης δημοσιογραφίας σε ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό. Ουδείς μπορεί να μάθει την αλήθεια, καθώς οι (περισσότεροι) μεγαλοεκδότες έχουν «δεμένους» τους (περισσότερους) δημοσιογράφους των ΜΜΕ. Αυτό καταγγέλλει χιουμοριστικά ο Πορτογάλος σκηνοθέτης, animator και σκιτσογράφος με το ψευδώνυμο Zez Vaz. Τα έργα του εμπνέονται ―και αναφέρονται― στη διεθνή γεωπολιτική, στην κωμωδία, στον αθεϊσμό, στην ποπ κουλτούρα, στην τεχνολογία και κυρίως στις συμπεριφορές των ανθρώπων. Ο ίδιος δίνει το στίγμα του με τα ακόλουθα λόγια: «Τα σκίτσα μου διαμορφώνονται από παγκόσμια γεγονότα, κοφτερή σάτιρα και ένα άγγιγμα μαύρου χιούμορ».
Eλένη Γλύκατζη-Αρβελέρ (1926-2026)

Στις 16 Φεβρουαρίου 2026 έφυγε από τη ζωή η ιστορικός και ακαδημαϊκός Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ σε ηλικία 100 ετών. Από τη στιγμή που πάτησε τα ενενήντα συνήθιζε να επαναλαμβάνει: «Στα ενενήντα περπατώ, τα εκατό θα φτάσω και μόνο τότε θα σκεφτώ αν θέλω να γεράσω». Δεν το έλεγε κάνοντας πλάκα, αλλά επειδή είχε φτάσει σε μία ηλικία που την απασχολούσε το γήρας και την ενοχλούσε ότι δεν υπάρχει η ευθανασία στην Ελλάδα και στη Γαλλία. Με το θάνατό της απέδειξε για άλλη μία φορά ότι πραγματοποιούσε αυτό που ήθελε: ότι δεν ήθελε να γεράσει. Ήδη από την εποχή της Αντίστασης είχε κάνει σύνθημά της το «καλύτερα να πεθάνεις όρθιος, παρά να ζήσεις γονατιστός». Στο διαδίκτυο μπορείτε να παρακολουθήσετε συνεντεύξεις ή διαλέξεις της και θα διαπιστώσετε ότι παρά τα χρόνια της διατήρησε μία ζωντάνια και μιλούσε πάντα χωρίς χειρόγραφο.
Προερχόταν από φτωχή αθηναϊκή οικογένεια, κατάφερε όμως να σπουδάσει, συνέχισε σπουδές στη Σχολή Ανωτάτων Σπουδών στο Παρίσι, αναγορεύτηκε στη Σορβόνη διδάκτορας της Ιστορίας και κατέλαβε πολλές θέσεις και τίτλους: το 1964 έγινε διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας, καθηγήτρια από το 1967 του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, διευθύντρια του Τμήματος Ιστορίας στη Σορβόνη,πρόεδρος του Πανεπιστημίου Paris I. Δίδαξε σε πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής και αναγορεύτηκε επίτιμη διδάκτορας πολλών πανεπιστημίων: Λονδίνου, Βελιγραδίου, Νέας Υόρκης, Χάρβαρντ κ.ά.
Η Αρβελέρ ήτανε ένας μεγάλος σταθμός στη ζωή μου. Ήμουν βοηθός καθηγητή στη Βυζαντινή Ιστορία, του αείμνηστου Ιωάννη Καραγιαννόπουλου ο οποίος την κάλεσε και μας έκανε μία διάλεξη. Είχε πολύ ζωντανό λόγο και κατάφερνε πάντα να γοητεύει το κοινό της. Πραγματικά με συγκλόνισε και όλη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Πάντα σχεδίαζα να συνεχίσω τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στη Γερμανία, μετά όμως το σοκ που μου προκάλεσε η Αρβελέρ, αποφάσισα να κάνω τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στη Γαλλία, για να την έχω καθηγήτρια. Έτσι το 1975 βρέθηκα στο Παρίσι, όπου εκτός από φοιτήτρια της Αρβελέρ έγινα φοιτήτρια και του άλλου μεγάλου βυζαντινολόγου, του Νίκου Σβορώνου.
Το μάθημά της Αρβελέρ ήταν πάντα πολύ ζωντανό και ενδιαφέρον, όμως η ίδια με απογοήτευσε, γιατί δεν δεχόταν ερωτήσεις και δεν είχε ώρες συνεργασίας με τους φοιτητές. Η απογοήτευση ενισχυόταν από τη σύγκριση με τον Σβορώνο, ο οποίος όχι μόνο δεχόταν και απαντούσε στις ερωτήσεις μας αλλά και αρκετές φορές συνεχίζαμε τη συζήτησή μας σ’ ένα καφέ.Η Αρβελέρ δέχτηκε έναν έναν τους φοιτητές της μόνο μία φορά στο γραφείο του σπιτιού της. Και στο τέλος της χρονιάς οργανώθηκε μία εκδρομή στον πύργο της στη Νορμανδία, όπου μας τόνισε ότι όπου γυρίζει το μάτι μας είναι ιδιοκτησία της και στη συνέχεια στο τραπέζι πως ό,τι τρώμε προέρχεται από τα κτήματά της. Έτσι πληροφορήθηκα για τον ζάμπλουτο σύζυγο της, τον Ζακ Αρβελέρ, ο οποίος δέσποζε σε όλους τους πολιτικούς και πνευματικούς κύκλους του Παρισιού.
Τελευταία διάβασα κάποιες αφηγήσεις της από τα φοιτητικά της χρόνια. Αφηγείται με ιδιαίτερη ικανοποίηση ότι ο καθηγητής, ο περίφημος βυζαντινολόγος Πολ Λεμέρλ, την πήρε από το χέρι και πήγαν μαζί στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας, για να της δείξει πού είναι τα λεξικά, πώς κάνουν τα δελτία, πώς μπορεί να κρατήσει σημειώσεις. Όταν τα διάβασα αυτά μ΄ έκαναν τα ξανασκεφτώ τα όσα ανάφερα παραπάνω για τη σχέση της Αρβελέρ με τους φοιτητές της. Δεν ήταν μια απλή καθηγήτρια, ήταν η πρόεδρος της Σορβόνης και πρύτανης ―η πρώτη γυναίκα πρύτανης― και μάλλον το υπερφορτωμένο πρόγραμμά της δεν της άφηνε περιθώριο, για να αφιερώνει περισσότερο χρόνο στους φοιτητές της. Το συμπέρασμά μου επιβεβαιώθηκε όταν διάβασα τις συνομιλίες που είχε με τον Μάκη Προβατά και την Έφη Βασιλοπούλου με τον τίτλο Από μένα αυτά…. Στην ερώτηση αν συμμετείχε στο μεγάλωμα της κόρης της, απάντησε ότι έλειπε συχνά λόγω των υποχρεώσεων της ως προέδρου.
Η Αρβελέρ έχει γράψει πολλές μελέτες, αλλά αυτά που προβάλλει ως δική της συμβολή, είναι λάθος, εκτός από τη διόρθωση που προτείνει στην ευαγγελική φράση «Εὐκολώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ῥαφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν», να αντικατασταθεί το κάμηλον=καμήλα με κάμιλον.=χοντρό σχοινί.
Η προσχώρηση του Μ. Κωνσταντίνου στο χριστιανισμό έχει προκαλέσει μία τεράστια σχετική βιβλιογραφία. Ο Κωνσταντίνος βαφτίστηκε χριστιανός λίγο πριν πεθάνει, και το πρόβλημα που προέκυψε είναι αν η προσχώρηση του Κωνσταντίνου στο χριστιανισμό έγινε από θρησκευτική πεποίθηση του αυτοκράτορα ή από πολιτική σκοπιμότητα. Η Αρβελέρ δέχεται ότι έγινε από πολιτική σκοπιμότητα. Σε πολιτική σκοπιμότητα οφείλεται μόνο η καθυστέρηση του βαπτίσματος. Ο Κωνσταντίνος με το Διάταγμα των Μεδιολάνων (313 μ.Χ.) σταμάτησε τους διωγμούς, κήρυξε την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, προστάτευσε τη χριστιανική θρησκεία και προκάλεσε τη ραγδαία εξάπλωσή της. Είχε συνειδητοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις που χρειαζόταν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία και προχώρησε στο χριστιανισμό που εξασφάλισε την πολιτική ομαλότητα στην αυτοκρατορία. Υπό την επίδραση της χριστιανικής θρησκείας προχώρησε, όπως έχω ήδη υποστηρίξει, στην παραχώρηση του δικαιώματος στη γυναίκα να ασκεί την αυτοκρατορική εξουσία. Και τελικά όταν βαπτίστηκε λίγο πριν πεθάνει, απέδειξε ότι όλα αυτά τα έκανε, επειδή ήταν πραγματικός χριστιανός.
Το κοσμοϊστορικό γεγονός του εκχριστιανισμού της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και κατ’ επέκταση του εκχριστιανισμού της Ευρώπης συνδέεται με τη νίκη του Μ. Κωνσταντίνου κατά του Μαξέντιου στη Μιλβία γέφυρα του ποταμού Τίβερη στις 28 Οκτωβρίου του 312. Ο βιογράφος του Μ. Κωνσταντίνου, ο επίσκοπος Καισαρείας Ευσέβιος, συνδέει τη νίκη του Κωνσταντίνου με όραμα που είδε την παραμονή της μάχης κατά το οποίο έλαβε θεία εντολή να βαδίσει κατά του εχθρού με χαραγμένο στις ασπίδες των στρατιωτών του το χριστόγραμμα, και ότι ο Κωνσταντίνος προχώρησε στη μάχη κατά του Μαξέντιου έχοντας ως λάβαρο το σταυρό και την επιγραφή «ἐν τούτῳ νίκα». Η Αρβελέρ αμφισβητεί ότι η επιγραφή ήταν ελληνική και το αποδίδει στο γεγονός, ότι ο Ευσέβιος έγγραφε ελληνικά, παραγνωρίζοντας τη σχέση, την ταύτιση του χριστιανισμού με την ελληνική γλώσσα. Ο Χριστός γεννήθηκε επί Αυγούστου, όταν είχαν διαμορφωθεί οι συνθήκες, η ρωμαϊκή ειρήνη και η κοινή ελληνική γλώσσα, για τη διάδοση του χριστιανισμού. Όλα τα χριστιανικά κείμενα γράφτηκαν στην ελληνική γλώσσα, με εξαίρεση το ευαγγέλιο του Ματθαίου, το οποίο όμως πολύ γρήγορα μεταφράστηκε από τα αραμαϊκά στην ελληνική γλώσσα. Νομίσματα που κόπηκαν μετά τη μάχη, εικονίζουν τον Κωνσταντίνο με το χριστόγραμμα με ελληνικά γράμματα στην περικεφαλαία του και επιβεβαιώνουν το γεγονός, ότι ο Κωνσταντίνος βάδισε κατά του Μαξέντιου μπαίνοντας υπό την προστασία του θεού των χριστιανών. Το γεγονός, ότι και το λάβαρο είχε την ελληνική επιγραφή «ἐν τούτῳ νίκα» το επιβεβαιώνουν, όπως έχω υποστηρίξει σε εργασία μου, νομίσματα του 7ο αιώνα. Το 612 όταν γιορταζόταν η τριακοσιοστή επέτειος της νίκης του Μεγάλου Κωνσταντίνου στη Μιλβία γέφυρα, ο αυτοκράτορας Ηράκλειος απέκτησε γιο τον οποίο ονόμασε Κωνσταντίνο και με την ευκαιρία έκοψε νομίσματα που φέρουν την ελληνική επιγραφή «ἐν τούτῳ νίκα», όταν ή γλώσσα των νομισμάτων ήταν ακόμη η λατινική. Η επιτυχία του Κωνσταντίνου οφείλεται στο ότι έβαλε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία στην προοπτική του εκχριστιανισμού και του εξελληνισμού της. Και τα δύο, και ο εκχριστιανισμός και ο εξελληνισμός της αυτοκρατορίας συνδέονται με τη νίκη του Μ. Κωνσταντίνου στις 28 Οκτωβρίου του 312.
Το 629 σε Νεαρά του Ηράκλειου αναγράφεται ο τίτλος «βασιλεύς» που στο εξής θα είναι ο επίσημος τίτλος του βυζαντινού αυτοκράτορα. Η υιοθέτηση του τίτλου «βασιλεύς» είναι ένα ακόμη σύμπτωμα του εξελληνισμού της αυτοκρατορίας, αλλά αυτό δεν μας επιτρέπει να θεωρούμε, όπως κάνει η Αρβελέρ και πολλοί άλλοι, ότι ο εξελληνισμός της αυτοκρατορίας έγινε επί Ηρακλείου. Ο τίτλος εμφανίζεται στην 4η Νεαρά του Ηρακλείου και στα ελληνικά είναι γραμμένες και οι προηγούμενες τρεις Νεαρές του αυτοκράτορα. Ο εξελληνισμός της αυτοκρατορίας συνδέεται με τον Ιουστινιανό.
Η Αρβελέρ αποδίδει λάθος στον Ιουστινιανό, γιατί πιστεύει ότι ο Ιουστινιανός ονόμασε τους νόμους του Νεαράς, γιατί παρασύρθηκε από το λατινικό leges που είναι θηλυκού γένους. Το λάθος το κάνει όμως η Αρβελέρ, γιατί ο Ιουστινιανός δεν ονομάζει Νεαράς τους νόμους αλλά τις διατάξεις. Την απόδειξη μας τη δίνει ο κώδικας των νόμων που παρέμεινε στα λατινικά. Ο κώδικας δεν ονομάζεται codex legorum αλλά codex constitutionorum.
Όπως ήδη τόνισα, η Αρβελέρ αποτέλεσε σταθμό στη ζωή μου. Η ενασχόλησή μου με το Βυζάντιο ξεκίνησε, επειδή κολακεύτηκα που ο καθηγητής μου με πρότεινε και με διόρισε βοηθό του. Όπως ο περισσότερος κόσμος έτσι κι εγώ δεν είχα καμία εκτίμηση για το Βυζάντιο, οι σπουδές μου όμως στο Παρίσι, δίπλα στους μεγάλους βυζαντινολόγους Αρβελέρ και Σβορώνο, με έκαναν να αλλάξω γνώμη. Το Βυζάντιο δεν ήταν πια μόνο το επάγγελμά μου, αλλά ήταν και είναι το χόμπι μου.
Η Αρβελέρ ήταν πανέξυπνη και ευαίσθητη γυναίκα και με το έργο, με τις μελέτες, με τα ποιήματά της και κυρίως με τις διαλέξεις και τις συνεντεύξεις της στην τηλεόραση, έχει συμβάλλει στην αποκατάσταση του Βυζαντίου, που θεωρούνταν περίοδος κατάπτωσης και σκοταδισμού. Στο έργο της Γιατί το το Βυζάντιο τόνισε ότι αποτελεί απόδοση ιστορικής δικαιοσύνης οι μελετητές του Βυζαντίου να αποκαταστήσουν την αξία των βυζαντινών κατορθωμάτων. ―Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τη σκεπάζει.
