[ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ή ΠΕΡΑ ΑΠ᾽ ΑΥΤΗΝ ]
[ Ανακοίνωση ]

Έχουμε την τιμή να ανακοινώσουμε στην εκλεκτή ευάριθμη πελατεία μας ότι η επιχείρηση Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής διακόπτει και παύει την λειτουργία της από σήμερα, 15 Ιουλίου 2026, επομένη της επετείου της πτώσης της Βαστίλης, μετά από εβδομήντα και πλέον έτη συνεχούς λειτουργίας, κατά την οποία πρόσφερε δείγματα γραφής ευρείας κλίμακας, ήτοι υφάσματα, κεντήματα, καμβάδες και άλλα χρειώδη σε ποικίλους συνδυασμούς, χρωματισμούς και μεγέθη. Μοναδικός λόγος της παρούσας απόφασης είναι ότι παρελθόντων των ετών, τα υλικά των οποίων έγινε χρήση δεν κυκλοφορούν ευρέως σήμερον και η ζήτησή τους βαίνει μειούμενη, πράγμα που καθιστά την επιχειρηματική δραστηριότητα ανασφαλή και εν πολλοίς περιττή. Όπως είναι φυσικό, αρκετά σχέδια ημιτελή και ολοκληρωμένα παραμένουν στις αποθήκες, απαιτείται κόπος για να αδειάσουν αυτοί οι χώροι και ο χρόνος δεν επαρκεί.
Ιούλιος

Το πρωί ο σκύλος
Το μεσημέρι τα αποφάγια / Μετά οι καρακάξες
Το απόγευμα η θάλασσα
/ Το μηχανάκι / Οι σκιές στις πολυθρόνες / Το αεράκι / Τα αποτσίγαρα / Η αρμύρα
Το βραδάκι
Τα παπούτσια / Τα παγωτά / Η Σαπφώ / Οι γάτες
Και το ξημέρωμα
φρέσκο τζιτζίκι στο λιμάνι γυμνό.
Ένα αλλιώτικο πρακτορείο μοντέλων

Ένας προθάλαμος γραφείου, με λιτή επίπλωση και ένα ανθοδοχείο που προσπαθεί, μάταια, να ομορφύνει το χώρο. Το ρολόι στον φθαρμένο τοίχο δείχνει 9 ― πρωινή ώρα, αν κρίνουμε το φως που μπαίνει από το παράθυρο. Στον τοίχο δεσπόζει η επιγραφή «Καλώς ήλθατε στο Πρακτορείο Μοντέλων Διάσημων Ζωγράφων» με την εικόνα μιας παλέτας από κάτω και την ένδειξη «Παρακαλώ καθίστε». Αυτό ακριβώς κάνουν τα έξι υποψήφια μοντέλα που προσδοκούν να προσληφθούν από κάποιο διάσημο ζωγράφο, να γίνουν η μούσα του και να κατακτήσουν την εικαστική αιωνιότητα. Ποιος θα επιλέξει ποια δεν αποτελεί γρίφο. Το φανερώνει η τεχνοτροπία και η αισθητική που χαρακτηρίζει την καθεμία.
Την ευρηματική γελοιογραφία, που έγινε διαδικτυακό φαινόμενο, υπογράφει ο Αμερικανός σκιτσογράφος Χάρι Μπλις, έργα του οποίου δημοσιεύονται σε πάνω από 50 εφημερίδες διεθνώς. Το «Πρακτορείο Μοντέλων Διάσημων Καλλιτεχνών» είναι ένας φόρος τιμής σε διάσημους ζωγράφους, με τις εικονιζόμενες γυναικείες φιγούρες να παραπέμπουν σε εμβληματικούς πίνακες από την ιστορία της τέχνης. Η ψηλή, επιμήκης φιγούρα που κάθεται κάπως άβολα στην άκρη αριστερά, προφανώς είναι η «Ζαν Εμπουρκέν με κίτρινο πουλόβερ» του Αμεντέο Μοντιλιάνι (1918). Όλα παραπέμπουν σε εκείνη, πλην του χρώματος στο πουλόβερ. Ο Μπλις κλείνει περιπαικτικά το μάτι στους φιλότεχνους, δίνοντας πολύ πιο σκούρο τόνο στο ρούχο. Δίπλα της κάθεται ένα άλλο μοντέλο, με το πολύ συγκεκριμένο και αναγνωρίσιμο «κυλινδρικό» στυλ (tubism) του Φερνάν Λεζέ.
Όσο ήρεμο και υπομονετικό είναι το εξ αριστερών μοντέλο, τόσο αγχώδες δείχνει το εξ ευωνύμων. Η φιγούρα του ‘Εντβαρ Μουνκ (1893) δεν μπορεί να συγκρατήσει την κραυγή της στο θάλαμο αναμονής, λόγω του αφόρητου άγχους και της υπαρξιακής αγωνίας που δεν λένε να κοπάσουν μέσα της. Κάτι που σίγουρα δεν βιώνει το γαλήνιο λευκό μοντέλο δίπλα της. Το γερμένο κεφάλι δεν σημαίνει ότι αποκοιμήθηκε περιμένοντας. Το κυβιστικό στυλ, άλλωστε, με τις πολλαπλές οπτικές γωνίες ταυτόχρονα, χαρακτηρίζουν τον Πάμπλο Πικάσο.
Δίπλα από την κλειστή πόρτα του ατζέντη, που όλες περιμένουν να ανοίξει και να παρουσιαστεί η ευκαιρία της πρόσληψης, κάθεται ένα μοντέλο που μοιάζει να περιμένει το κάλεσμα του Έντουαρντ Χόπερ. Το ανήσυχο βλέμμα (θα με προσλάβει;) συμπληρώνει το ντύσιμο και η κόμμωση της εποχής του ζωγράφου, μαζί με την αποτύπωση της απομόνωσης και της μελαγχολίας που χαρακτηρίζουν τους πίνακές του.
Ο συνωστισμός του καναπέ ανάγκασε την έκτη υποψήφια να βολευτεί σε ένα κάθισμα δεξιά, επιτρέποντας στον σκιτσογράφο να μεταβάλλει την προοπτική της «μονόπλευρης» ματιάς στην εικόνα. Η προφίλ φιγούρα της γηραιάς κυρίας δεν είναι άλλη από τη «Μητέρα του Ουίστλερ» (1871), έργο του (υιού) Τζέιμς Άμποτ ΜακΝιλ Ουίστλερ. Ζωγραφισμένος στο Λονδίνο, ο διάσημος πίνακας προέκυψε τυχαία. Όταν το μοντέλο που ποζάριζε αρρώστησε, η 67χρονη μητέρα του Ουίστλερ, Άννα, πήρε τη θέση της. Αρχικά όρθια, αλλά της ήταν δύσκολο να σταθεί, με αποτέλεσμα να προκύψει το εμβληματικό καθιστό προφίλ. Αναπαράγοντας την εικόνα, ο Χάρι Μπλις πρόσθεσε μια χιουμοριστική, πλην αιτιολογημένη διαφορά: Στο πρωτότυπο η μητέρα ακουμπά την πλάτη της σε μια ξύλινη καρέκλα και τα πόδια της σε ένα σκαμνάκι. Σε μια σύγχρονη αίθουσα αναμονής προσφέρεται μόνο ο τοίχος.
Αμπού Ντάμπι: σαράντα λεπτά

Μετά την Αθήνα, στάση για λίγες ώρες στο αεροδρόμιο του Αμπού Ντάμπι, πρωτεύουσα των Ενωμένων Αραβικών Εμιράτων. Πέμπτη απόγευμα, 4 Ιουνίου 2026. Πτήση ΕΥ474 της ΕΤΙΗΑD. Τελικός προορισμός άλλη μια φορά η Τζακάρτα. Μόλις μια μέρα πριν είχε καταστραφεί από επιθέσεις πυραύλων των Ιρανών ένα μέρος του διεθνούς αεροδρομίου στο γειτονικό Κουβέιτ. Την προγραμματισμένη ώρα το κατάμεστο αεροπλάνο μας ήταν έτοιμο για αναχώρηση στον προβλεπόμενο διάδρομο. Τότε ο πιλότος ανήγγειλε ότι έπρεπε να περιμένουμε σαράντα ακριβώς λεπτά, ώσπου να επιβεβαιωθεί η άδεια της ασφαλούς απογείωσης από ένα γραφείο που δεν βρισκόταν κοντά μας, αλλά στο Ομάν. Ένα κράτος που απέχει τετρακόσια περίπου χιλιόμετρα από εκεί που βρισκόμασταν. Καμιά άλλη εξήγηση. Στη σιωπή που επικράτησε σκέφτηκα ότι υπήρχε το ενδεχόμενο να επιστρέψουμε στην Ελλάδα με την πρώτη διαθέσιμη πτήση. Ήταν ασφαλώς ένα είδος αναστολής του κακού. Στο μεταξύ ο χρόνος της αναμονής άρχισε να διπλασιάζεται. Να πολλαπλασιάζεται μάλλον χωρίς έλεγχο. Ενώ οι δείκτες του ρολογιού δεν σταματούσαν να λειτουργούν, όλα έδειχναν ότι ο άλλος χρόνος, δηλαδή ο αληθινός, σαν να είχε σταματήσει ήδη κάπου σε ένα απώτερο παρελθόν. Δεν ήμουν καθόλου σίγουρος για την αντοχή στο αναποδογύρισμα της δικής μου πραγματικότητας. Δεν θυμόμουν να είχα αισθανθεί ποτέ κάτι παρόμοιο. Δοκίμαζα βέβαια να παραμείνω όσο μπορούσα νηφάλιος. Ώσπου άρχισε να κινείται το αεροπλάνο. Ύστερα από μια πτήση περίπου επτά ωρών διέκρινα καθαρά τα παρήγορα φώτα της Ινδονησίας.
Το θερινό το σινεμά

Οι καιροί αλλάζανε ραγδαία. Οι πολυκατοικίες έκλειναν μέρα τη μέρα τον ορίζοντα. Τα μπακάλικα έβαζαν λουκέτο και στη θέση τους ξεφύτρωναν τα μεγάλα ψάρια. Η μικρή οθόνη οδηγούσε τους άντρες στα καφενεία για το γνωστό ποδόσφαιρο, και τις γυναίκες στη γειτόνισσα για τον «Άγνωστο πόλεμο». Αρραβώνες διαλύονταν για χάρη του συνταγματάρχη Βαρτάνη, καθώς οι αρραβωνιασμένες αγωνιούσαν περισσότερο για το επόμενο επεισόδιο παρά για το επόμενο ραντεβού.
Στο μεταξύ, η μεγάλη οθόνη κατέρρεε. Η Βαγγελιώ, χήρα από χρόνια, μεγάλωνε μόνη τα δυο της παιδιά. Ο γιος φοιτούσε στη Σιβιτανίδειο, η κόρη ετοιμαζόταν για το λύκειο. Σε λίγα χρόνια θα κέρδιζαν το ψωμί τους, θα έπαιρνε κι αυτή μια ανάσα, μα τώρα έπρεπε επειγόντως να βρει δουλειά. Ο χειμερινός κινηματογράφος, με τη χρυσοποίκιλτη αυλαία και τα ωραία του βελούδα, εκεί όπου χρόνια ολόκληρα κρατούσε το μπαρ, ο κινηματογράφος που στις δόξες του κουβαλούσαν τις εισπράξεις κυριολεκτικά με το τσουβάλι, τώρα πια δεν έκοβε πάνω από εφτά εισιτήρια ημερησίως. Χωρίς δεύτερη σκέψη το κτήριο δόθηκε αντιπαροχή. Ήρθανε οι μπουλντόζες και το σαρώσανε μονομιάς.
Καθώς πλησίαζε το καλοκαίρι, η Βαγγελιώ κατάφερε να καπαρώσει το κυλικείο ενός θερινού σινεμά, που ακόμη στεκόταν όρθιο, κι έχει ο Θεός. Κάθε μέρα πήγαινε από νωρίς να ποτίσει το γιασεμί και τις γλάστρες με τον βασιλικό και τα γεράνια. Με τα πολλά έπεισε τον ιδιοκτήτη να επιδιορθώσει το σιντριβανάκι μπροστά στην οθόνη και να το φωτίζει με χρωματιστά φώτα όπως παλιά. Μ’ όλα ταύτα οι πελάτες ολοένα λιγοστεύανε. Η Βαγγελιώ, μη ξέροντας τι άλλο πια να κάνει, βάλθηκε να πλένει τα χαλίκια της εισόδου, για να ‘ναι άσπρα κάτασπρα και να φαντάζουν πιο ωραία. Γονάτιζε και τα ‘παιρνε στις χούφτες της να τα τρίψει σ’ έναν κουβά με νερό και χλωρίνη. Για να μην πονάνε τα χέρια της, τα τύλιγε σε λουρίδες από ένα παλιό σεντόνι. Πολλές φορές όμως ματώνανε.
Έλα στο θείο

Με πήρε ο Χρηστάκης, ο Βακαλόπουλος. Την άλλη ‘βδομάδα, μου είπε, θα ’χουμε στο Στούντιο το σινεμά ταινίες σαν αφιέρωμα, που θα διαλέξω εγώ. Όμως, την τελευταία μέρα, θέλω να βάλουμε δυο κωμωδίες, να διασκεδάσει ο κόσμος. Ποιες λες;
Συσκεφτήκαμε. Καταλήξαμε στο «Έλα στο θείο» του Τσιφόρου με τον Σταυρίδη και στο «Visit to a small planet» με τον Τζέρι Λούις, από τις επιλογές που είχαμε. Θυμάμαι πως για τη δεύτερη έγραψα στο πρόγραμμα εγώ ένα κείμενο, το περιέλαβα μετά στον Τρόμο μου στο Κολέγιο.

Μάλιστα, είπαμε και δυο κουβέντες για τα έργα αυτά τα δύο, πριν τις προβολές τους. Γελάστε ελεύθερα, είναι καλές ταινίες, οι κωμωδίες συχνά αξίζουν πιο πολύ κι απ’ όσο νομίζετε.
Έπεσε το σινεμά από τα γέλια. Πιο πολύ όμως χαιρόμασταν, γελάγαμε κι από μέσα μας ο Χρήστος κι εγώ το βράδυ εκείνο.
(Θα μου πεις στο Στούντιο δεν είχα πρωτοδεί κι εγώ Μπάστερ Κίτον και τον «Στρατηγό» του, την κωμωδία των κωμωδιών; Ύστερα, αυτό το νι που λείπει στον τίτλο από τον «Θείο» σαν κάτι πιο βαθύ να πηγαίνει να πει. Έτσι λέω).
( Από το ανέκδοτο βιβλίο Νουάρ στιγμές )
Ντέιβιντ Χόκνεϊ (1937-2026)

