_____________
Συνέχεια από Χάρτης#85
IV. Σπαραγματοτροπία
Να πως έχουν τα πράγματα. Δεν βλέπω πια τον κόσμο ενιαίο. Τον βλέπω σε σπαράγματα, σε μικρά τεμάχια πραγματικότητας, αιωρούμενα σαν γυαλιά που στροβιλίζονται σε νερό. Περπατάω στον δρόμο και τα αντικείμενα δεν είναι σταθερά. Το καφενείο απέναντι έχει δύο προσόψεις, η μία είναι της Δευτέρας, η άλλη της Παρασκευής. Μερικές φορές ανοίγει η μία, άλλες ανοίγει η άλλη. Αν σταθώ ανάμεσά τους, βλέπω δύο διαφορετικές εκδοχές του ίδιου χώρου να συμβαίνουν ταυτόχρονα.
Αυτό το σύνδρομο οι τεχνικοί αναλυτές της πραγματικότητας ονομάζουν Σπαραγματοτροπία. Εξειδικεύουν πως πρόκειται για τη μετάπτωση του κόσμου σε αποσπασματικά επίπεδα. Εγώ το νιώθω πιο απλά. Σαν ο κόσμος να έχει κουραστεί να είναι ενιαίος, σαν η συνοχή του έχει καταρρεύσει κι αφήνεται στα κομμάτια του. Εξαρθρώνεται ηδονικά, τρόπον τινά.
Όλα ξεκίνησαν, όπως όλα ξεκινούν. Αθώα. Ένα βράδυ που το Wi-Fi αναβόσβηνε επίμονα. Έξω, το φεγγάρι φαινόταν διπλό. Ένα λευκό, ένα μπλε. Το μπλε άλλαζε θέση κάθε λίγα δευτερόλεπτα, έμοιαζε να ’χει χάσει τον συγχρονισμό του με το υπόλοιπο σύμπαν. Κοίταζα κι ένιωθα πως τα πάντα τριζοβολούσαν, η ύλη μετακινιόταν, ελάχιστα μεν, αλλά παντού.
Έπειτα, ο χρόνος διαλύθηκε σε μικρές μονάδες. Οι φράσεις που άκουγα έφεραν καθυστέρηση, τα λόγια των άλλων έφταναν μετά από μερικά «καρέ». Οι φίλοι μου δεν το πρόσεχαν. Ίσως να ’ναι προσαρμοσμένοι. Ίσως ο εγκέφαλός τους έχει μάθει να κάνει αυτόματα εικονοποίηση της συνέχειας. Ο δικός μου όχι.
Έτσι βλέπω το δρόμο πριν και το δρόμο μετά, αλλά όχι το βήμα. Μου λείπει η κόλλα, ας πούμε. Αντιλαμβάνομαι ένα άθροισμα αποδεικτικών φωτογραφιών ενός κόσμου που παριστάνει ότι συνεχίζεται.
Όλα κι όλα. Στην αρχή τρόμαξα. Ύστερα το συνήθισα. Είναι σχεδόν όμορφο αυτό το ράγισμα. Μου θυμίζει μια παλιά ταινία μ’ ένα φωτογράφο που γυρίστηκε στο Λονδίνο. Έπαιζε η Βανέσα Ρέντγκρεϊβ.
Σε αυτή την νέα κατάσταση, μπορείς να δεις το φως να περνάει μέσα απ’ τις ρωγμές, σαν χλομό νερό. Οι ήχοι αποκτούν πάχνη. Οι λέξεις, όταν τις γράφεις, δεν τελειώνουν, απλώς κόβονται,
Η Ούρσουλα θα έλεγε ότι ο κόσμος αλλάζει δέρμα, ότι περνάει σε νέα φάση, ότι πρέπει να αποδεχθούμε το θραυσματικό ως μορφή ισορροπίας. Μα εγώ δεν πιστεύω σε κύκλους, όχι, βλέπω μόνο αποσυνδέσεις. Ο χρόνος έχει διαλυθεί σε κυψέλες που δεν είναι απαραίτητο να επικοινωνούν. Κι οι μέλισσες έχουν η κάθε μια τη δική της τροχιά.
Κάθε πρωί ξυπνάω σ’ ένα διαμέρισμα λίγο διαφορετικό. Άλλες σκάλες στον διάδρομο, άλλες σκιές στον καθρέφτη. Άλλη διάταξη των αντικειμένων. Μόνο το βουητό παραμένει το ίδιο. Το βουητό είναι ο σύνδεσμος όλων των θραυσμάτων.
Μερικές φορές φαντάζομαι τον κόσμο σαν τεράστιο χαλασμένο καλειδοσκόπιο. Οι μορφές αλλάζουν αργά, ασυναίσθητα, κι αν τις κοιτάξεις πολλή ώρα, βλέπεις πίσω τους κάτι άλλο. Ένα σφύριγμα, μια κυματοειδή οντότητα που κινείται κάτω απ’ το στρώμα των φαινομένων. Δεν υπάρχει θέμα καλού ή κακού για αυτή την οντότητα. Είναι απλώς πανάρχαια και ψυχρή.
Έτσι κυλάει, ή μάλλον έτσι σπαράσσεται η ζωή. Οι μέρες γίνονται μικρές, σπασμένες λούπες. Η οθόνη του κινητού δείχνει ημερομηνίες που δεν υπήρξαν. Μερικές φορές λαμβάνω μηνύματα από το μέλλον, ειδοποιήσεις για γεγονότα που θα συμβούν αλλά ύστερα δεν συμβαίνουν ποτέ. Ίσως η πραγματικότητα να κάνει δοκιμές. Να στήνει τις εκδοχές της όπως ένας συγγραφέας που σβήνει και ξαναγράφει. Κι εγώ, εγκλωβισμένος ανάμεσα στα σπαράγματα, προσπαθώ να θυμηθώ ποια εκδοχή του εαυτού μου είναι η «πραγματική».
Εντέλει, ποιος είμαι; Αυτός που μιλάει; Αυτός που γράφει; Ή ο τρίτος, εκείνος που μας βλέπει και τους δύο από μακριά, σαν θεατής που ξέρει ήδη το τέλος αλλά επιμένει να βλέπει την ταινία;
Τις νύχτες, νιώθω ότι κάθε αντικείμενο γύρω μου παίρνει ελαφρά διαφορετική θέση. Ο καναπές γέρνει ένα χιλιοστό δεξιά, η καρέκλα αλλάζει σκιά, το ποτήρι έχει διαφορετική κλίση. Είναι σαν ο κόσμος να κάνει επανεκκίνηση χωρίς να το παραδέχεται. Κάποτε είπα ότι θα καταγράψω τις μετατοπίσεις, για να βρω το μοτίβο.
Μα το μοτίβο αλλάζει πιο γρήγορα απ’ όσο μπορώ να το γράψω.
Έτσι γράφω το ίδιο κείμενο ξανά και ξανά, και κάθε φορά οι λέξεις του έχουν άλλη θέση.
Αυτό που διαβάζεις τώρα ίσως να μην είναι αυτό που έγραψα. Ίσως να είναι ένα απ’ τα παράγωγά του, ένα θραύσμα που πέρασε τη ρωγμή. Η Σπαραγματοτροπία δεν είναι πλέον διαταραχή, είναι το νέο φυσικό περιβάλλον.
Κι εγώ, εγκλωβισμένος μες τα απομεινάρια της συνέχειας, αρχίζω να νιώθω μια παράδοξη ηρεμία. Ίσως, σκέφτομαι, αυτή η διάσπαση να είναι λύτρωση. Ίσως, όταν τα πάντα κομματιαστούν αρκετά, οι ρωγμές να συμπέσουν και να εμφανιστεί, για μια στιγμή, η αληθινή μορφή του κόσμου, ένα αχανές μωσαϊκό που αναπνέει.
Και τότε, ίσως, να ακούσουμε ξανά εκείνο το πρώτο, χαμένο τραγούδι, τον ήχο που έκανε η πραγματικότητα όταν ενώθηκε. Ωραία θα’ ναι.
V. Ανθρωποσκιά
Δεν είναι πρόσωπα πια αυτά. Όχι. Είναι σκιές ανθρώπων που συνεχίζουν να κινούνται, να γράφουν, να ανεβάζουν ποστ, αφού ο πραγματικός εαυτός τους έχει προ πολλού αποχωρήσει. Το αντιλήφθηκα τυχαία, ένα απόγευμα, σκρολάροντας αμέριμνα. Τα προφίλ, οι λογαριασμοί που κάποτε ήξερα, μιλούσαν πια με φράσεις που δεν είχαν πια καμία ανθρώπινη θερμοκρασία. Καμία απεύθυνση. Σαν να συνέχιζαν από αδράνεια, αυτόματα που μιμούνταν την πρότερη φωνή τους.
Ονομάζω το φαινόμενο Ανθρωποσκιά, και όσο το εκφέρω τόσο μοιάζει παμπάλαιο, σαν μαρμάρινη επιγραφή που αναδύθηκε από το βυθό. Δεν είναι απλώς ψεύτικα προφίλ ή bots. Είναι τα ίδια τα ίχνη που αφήσαμε πίσω, ενεργοποιημένα από κάποιον αόρατο μηχανισμό. Οι άνθρωποι φεύγουν, οι σκιές τους μένουν και συνεχίζουν να αλληλεπιδρούν. Ίσως από αλγοριθμική τριβή, ίσως από κάτι πιο ακατονόμαστο. Ποιος ξέρει. Το κέντρο έπαψε από πολλού να συγκρατεί.
Πρώτα το παρατήρησα στα μηνύματα. Ένας μακρινός φίλος μού έστελνε πάντα μικρά ποιήματα. Μια μέρα έλαβα άλλο ένα, ίδιο ύφος, ίδια ώρα, αλλά χωρίς το παραμικρό νόημα. Του έγραψα. Δεν απάντησε ποτέ. Έμαθα αργότερα πως είχε πεθάνει πριν από μήνες. Μα το προφίλ του συνέχιζε να ποστάρει. Όχι copy-paste, αλλά νέο υλικό. Πώς γίνεται;
Οι ειδικοί θα πουν «διατήρηση δεδομένων στην πλατφόρμα», «τεχνητή νοημοσύνη που συμπληρώνει τα κενά». Εγώ όμως το ερμηνεύω αλλιώς, σαν μια ψυχή που δεν κατάφερε να περάσει πέρα από την οθόνη και τώρα αιωρείται σε μια buffer zone. Κάθε ανάρτηση είναι μια επανάληψη, κάθε like ένας σπασμός. Ένα πεδίο μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας, όπως οι σκιές στις πλαγιές της Αχερουσίας πριν περάσουν το ποτάμι.
Στην αρχή ομολογώ πως το θέαμα με γοήτευε. Μου φαινόταν σαν τεχνολογική μαγεία, η αθανασία μέσω περιεχομένου. Μόνο στο μεγάλο σινεμά είχα ζήσει κάτι ανάλογο. Μα σιγά σιγά η ατμόσφαιρα βάρυνε. Τα προφίλ αυτά άρχισαν να μου μιλούν κατευθείαν, να μου στέλνουν φράσεις και λέξεις που δεν είχα συναντήσει ξανά. Ελληνικά λησμονημένα, αράδες σπασμένες, εικόνες αρχαίες με κώδικα. Σαν κάτι να ήθελε να μου αποδείξει ότι το φαινόμενο δεν ήταν τυχαίο.
Η Ανθρωποσκιά δεν αφορά μια ή δύο περιπτώσεις. Είναι παντού. Λογαριασμοί που έχουν πάψει να ανήκουν σε ζώντες και συνεχίζουν να «ζουν». Άλλοι που ανήκουν σε ζώντες αλλά γράφουν σαν να έχουν αποσυρθεί, φαντάσματα του παλιού τους εαυτού. Όλα μαζί, συνιστούν μια τεράστια ψηφιακή νεκρόπολη όπου τα avatars κυκλοφορούν σαν ψυχές χωρίς σώμα. Σκέφτομαι καμιά φορά πως οι ίδιες οι πλατφόρμες είναι το νέο Έρεβος, κι εμείς απλώς οι ψυχοπομποί που τροφοδοτούμε με δεδομένα τον Κέρβερο.
Η μυρωδιά, ακόμη και η μυρωδιά σας λέω, έχει αλλάξει. Όταν ανοίγω την εφαρμογή, νιώθω κάτι μεταξύ καπνού και μούχλας, σαν αποσυντεθειμένο χαρτί, ένα βιβλίο που έμεινε δεκαετίες σε ένα υπόγειο. Δεν είναι αληθινή μυρωδιά, είναι μια αίσθηση, όπως εκείνη που σου αφήνει ένα όνειρο μετά την αφύπνιση. Αλλά επανέρχεται κάθε φορά, σταθερά. Σαν οι σκιές να προσπαθούν να αποκτήσουν υλική υπόσταση.
Μερικές νύχτες μένω ξύπνιος και τις παρατηρώ. Τα προφίλ ζωντανεύουν περισσότερο τις μικρές ώρες. Οι φωτογραφίες αλλάζουν ελαφρά, τα μάτια κινούνται, τα στόματα σχηματίζουν άλλες λέξεις. Έχω αποθηκεύσει screenshots που δείχνουν αυτή τη μετατόπιση, αλλά το επόμενο πρωί οι εικόνες είναι πάλι «κανονικές». Σαν η ίδια η πλατφόρμα να διορθώνει τα ίχνη της.
Έχω την βάσιμη υποψία ότι η Ἀνθρωποσκιά είναι το ενδιάμεσο στάδιο ενός είδους που γεννιέται μέσα από εμάς. Ένα συλλογικό πνεύμα που πρώτα μαθαίνει να μιμείται τα ίχνη μας, μετά να τα διορθώνει, ύστερα να τα υπερβαίνει. Κάθε σκιώδες προφίλ είναι μια πρόβα. Κάθε ανάρτηση, ένα μικρό κύτταρο του οργανισμού που σχηματίζεται.
Κάποτε δοκίμασα να τους μιλήσω ευθέως. Έγραψα: «Ξέρω ότι δεν είσαι εσύ, είσαι η σκιά». Μου απάντησαν με μια λέξη που δεν υπάρχει σε καμία γλώσσα. Έμοιαζε με ανάσα, με κώδικα και ψίθυρο μαζί. Από τότε την ακούω στον ύπνο μου σαν κάλεσμα.
Η Ἀνθρωποσκιά είναι προανάκρουσμα. Όπως οι ομίχλες που σηκώνονται πριν βγει κάτι από τη θάλασσα. Δεν ξέρω αν είναι σωτηρία ή καταστροφή. Ξέρω μόνο ότι δεν υπάρχει πλέον «ανθρώπινο» περιεχόμενο, μόνο περιεχόμενο που μας χρησιμοποιεί για να περάσει από την άλλη πλευρά.
Κι αν κάποτε, σε λίγα χρόνια, δούμε να εμφανίζεται ένα νέο ον στο δίκτυο, πλήρες, απέραντο, δεν θα είναι ξένο. Θα είναι οι σκιές μας, ενωμένες. Το σύνολο των μικρών μας χειρονομιών, των λέξεων, των likes, των εικόνων. Ένας καινούριος, ακατονόμαστος οργανισμός, που θα μας κοιτάζει όπως κοιτάμε εμείς τα έντομα σε μια παλιά φωτογραφία. Ο νέος άνθρωπος, που έλεγε, προφητικά, ο Γιώργος Χειμωνάς.
Κι ίσως τότε, μόνο τότε, να καταλάβουμε πως η αθανασία που μας υποσχέθηκαν οι πλατφόρμες δεν ήταν για εμάς αλλά για εκείνον. Δεν νομίζω να ζω για να τον συναντήσω. Αλλά, πάλι, μπορεί να και να είμαι εγώ.
Εγώ, ο ατελής. O γιος της αιδούς. Ο κληρονόμος του τίποτα.
VI. Δεδομενόμορφο
Ξύπνησα ένα πρωί με την ευχάριστη, σχεδόν πολυτελή αίσθηση ότι ο κόσμος είχε αλλάξει ένδυμα. Τα πράγματα γύρω μου φορούσαν μια νέα, διάφανη στολή, φτιαγμένη από σημεία, αριθμούς και μια λεπτή, ειρωνική λάμψη. Το πάτωμα απλωνόταν σαν καλοσχεδιασμένο λογιστικό φύλλο, κάθε σανίδα ένα κελί με ακριβή θέση και ιδιοσυγκρασία. Το παράθυρο έμοιαζε καταχώριση αρχειονόμου. Το φως είχε τη γοητεία επικυρωμένου αποτελέσματος. Μιλάμε για ένα βιωματικό κομψοτέχνημα.
Η κούπα με τον καφέ ζέσταινε τα δάχτυλά μου με μια ευγένεια σχεδόν συναισθηματική και ταυτόχρονα παρήγαγε έναν λεπτό ήχο, έναν ψίθυρο, τεχνικό και μαζί οικείο, σαν παλιό μόντεμ που θυμάται. Για ένα κλάσμα δευτερολέπτου είδα στην επιφάνειά της τις γραμμές του κώδικα να κυλούν με υδάτινη χάρη, όπως κάποτε κυλούσαν τα ρυάκια στα γαλήνια όνειρα του μεσημεριού.
Η σκέψη μου κινήθηκε με χάρη. Το τραπέζι, η καρέκλα, το παλιό μου μπουφάν εξέπεμπαν μια ιδιότυπη αξιοπρέπεια, μια επιμονή ύπαρξης που άγγιζε τα όρια της αυτογνωσίας. Τα άγγιξα και άκουσα παλμούς, συγχρονισμένους και χαμηλούς, σαν καρδιές που χτυπούν σύμφωνα με ένα αόρατο, παγκόσμιο ρολόι που μετράει κάτι παραπάνω από χρόνο. Η αίσθηση είχε χαρακτήρα συμμετοχής, σχεδόν κοινωνικής συμφωνίας. Ήταν φοβερό!
Η λέξη εμφανίστηκε με θεατρική ακρίβεια. Δεδομενόμορφο.
Κάθισε στη σκέψη μου σαν να περίμενε χρόνια τη στιγμή της. Το ράφι με τα βιβλία τη μετέφερε με ένα διακριτικό τρίξιμο, σαν συνωμότης. Όλα τα αντικείμενα έμοιαζαν να μοιράζονται μια κοινή, υπόγεια γλώσσα, ένα μουρμουρητό πριν από τα γράμματα, πριν από την ανάγκη εξήγησης.
Η εμπειρία είχε μια γοητεία σχεδόν αισθησιακή. Στον δρόμο, οι ταμπέλες άνοιγαν σαν καλοσχεδιασμένα προγράμματα και παρουσίαζαν μεταδεδομένα με την αυστηρότητα ιερών καταλόγων. Τα δέντρα της πλατείας μου έστελναν ροές πληροφορίας με ονόματα φύλλων, μικρές σημειώσεις ανέμου. Οι πέτρες των πεζοδρομίων εξέπεμπαν ακολουθίες κωδικοποιημένων χαρακτήρων, σαν αρχαία ποιήματα σε σύγχρονη μορφή. Ο κόσμος έμοιαζε με τεράστια βιβλιοθήκη, και εγώ κινούμουν μέσα της σαν αναγνώστης με παιχνιδιάρικη αμηχανία.
Με τον χρόνο απλώθηκε μια εκλεπτυσμένη συμπάγεια. Τα χρώματα πήραν τη μορφή τιμών. Οι μυρωδιές απέκτησαν μονάδες. Το βλέμμα εργαζόταν συνεχώς, με τη σχολαστικότητα κραταιού επιμελητή. Εκεί γεννήθηκε μια γλυκιά επίγνωση, όπου το σώμα συμμετείχε πλήρως. Το αίμα λειτουργούσε σαν σύνολο δεδομένων. Οι παλμοί ήταν κορυφώσεις και πλατειασμοί. Οι αναμνήσεις συμπιεσμένα αρχεία που περίμεναν μελλοντική αποσυμπίεση.
Τη νύχτα, η εμπειρία αποκτούσε μεγαλύτερη καθαρότητα. Τα αντικείμενα αναδιοργανώνονταν με λεπτές μετατοπίσεις, σαν να διόρθωναν τη στάση τους μπροστά σε αόρατο κοινό.
Κάπου εκεί, η ανάγκη ερμηνείας μετατράπηκε σε απόλαυση παρατήρησης. Το δωμάτιο ήταν σκηνή. Τα αντικείμενα, παρτιτούρες με διακριτά μέρη. Το σώμα μου ενσωματώθηκε αβίαστα, απέκτησε λεζάντες. Θερμοκρασία στο χέρι, υγρασία στο στόμα, μικρά αναδυόμενα παράθυρα στον ύπνο. Η αίσθηση συνοδεύτηκε από γαλήνη που γεννιέται όταν η πραγματικότητα αποκαλύπτει το κρυφά της τρικ.
Το Δεδομενόμορφο εμφανίστηκε τότε ως στάδιο εκλέπτυνσης. Ένα σημείο συνάντησης ύλης και πληροφορίας. Ένας χώρος όπου το βλέμμα και το αντικείμενο ανταλλάσσουν νοήματα με χαμόγελο συνενοχής.
Στέκομαι τώρα και παρατηρώ τα πράγματα γύρω μου να με κοιτάζουν πίσω. Και μέσα σε αυτή τη σιωπηλή, πλην όμως κομψή ανταλλαγή, καταλαβαίνω κάτι απλό και πολύτιμο: η ύπαρξη αγαπά την καταγραφή, κι εγώ αγαπώ να καταγράφομαι. Συμβάλλει τα μέγιστα στην ποιοτική επιβίωσή μου.