Μέρες και νύχτες στην καρδιά των χαϊκού

Μέρες και νύχτες στην καρδιά των χαϊκού



    Γυναίκα
                Πόσο θερμή επιδερμίδα

                Κρύβει

                ―
Κυρία Ντεν Σουτέτζο

Σ
το Τόκιο, μαθήματα αισθητικής δεοντολογίας. Η ποίηση, το απόλυτο πεδίο της συμβολικής συμπεριφοράς. «Απ’ όσα παρατηρούμε, τίποτε δεν υπάρχει που να μην είναι άνθος, από όσα μας μαρτυρούν οι αισθήσεις μας, τίποτε δεν υπάρχει που να μην είναι σελήνη. Βάρβαροι είναι αυτοί που δεν ξεχωρίζουν το λουλούδι εντός των πραγμάτων»: επιστροφή στη χώρα των σαμουράι και των καμικάζι τον χειμώνα που μας πέρασε, άλλη μια φορά να ακούσω, μεταξύ των άλλων, να μου διαβάσουν ποιήματα και αποσπάσματα από τα ταξιδιωτικά έργα του γερό - Μουνεφούσα, που έγινε βέβαια ευρύτατα γνωστός ως Ματσούο Μπασό, στη γλώσσα του. Έρχομαι εδώ να αποστηθίσω νέα τοπία, να μελετήσω παραστάσεις της καθημερινότητας, να μείνω σε συγγενείς, να δω ξανά και ξανά φίλους Γιαπωνέζους, που γνώρισα στη Νέα Υόρκη, στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Συμφοιτητές μου τότε στο μεταπτυχιακό τμήμα της Σχολής Διεθνών και Δημοσίων Σχέσεων του Πανεπιστημίου Κολούμπια, τώρα στελέχη του ιδιωτικού τομέα, επιμελητές εκδόσεων, διευθυντές πατρικών επιχειρήσεων.
Είναι όπως τότε, διαθέσιμοι, έτοιμοι να οργανώσουν τη μύησή μου τόσο στις συχνά απροσδόκητες απολαύσεις της νύχτας στη δαιδαλώδη πρωτεύουσα, όσο και στην παραδοσιακή τέχνη της πατρίδας τους, ιδίως στις χρήσεις και στη σκοπιμότητα του χαϊκού σήμερα. Κάτι που ξέρουν ότι από παλιά με ενδιέφερε ιδιαίτερα. Πόσες φορές δεν είχαμε κάτσει σε καφετέριες μετά το μάθημα για να συγκρίνουμε πρόσφατες μεταφράσεις στα αγγλικά αυτών των επιγραμματικών αποδόσεων της στιγμιαίας αιωνιότητας. Άλλες αποσπούσαν αμέσως τις επιδοκιμασίες τους, ενώ άλλες τους έκαναν να αναρωτιούνται αν οι μεταφραστές ελευθερίαζαν, ή απλώς αυτοπαγιδευόντουσαν π. χ. στην προσπάθειά τους να αποδώσουν τη βουτιά του διάσημου βατράχου του Μπασό στη λιμνούλα. «Στη λιμνούλα του μηδενός, στη λίμνη του Central Park του Μανχάταν», όπως επέμενε να τονίζει πάντα, θυμάμαι, με έμφαση ο ίδιος φίλος.

Κάθε φορά που φτάνω στο Τόκιο, που επί λέξει σημαίνει «Ανατολική πρωτεύουσα», αφήνω σ’ εκείνους την πρωτοβουλία να προγραμματίσουν την έκπληξη. Τους έχω ασφαλώς τυφλή εμπιστοσύνη. Είναι ατσίδες. Σαν τους μάστορες της ανθοδετικής τέχνης, της ικεμπάνα, που ένα φυλλαράκι χρυσάνθεμου μπορούν να το κάνουν άνετα, μέσα σε λίγα λεπτά, να μοιάζει με μικρογραφία του βουνού Φούτζι την άνοιξη. Προνόμιο, αναμφισβήτητα: να περπατώ και πάλι μαζί τους στην ασπαίρουσα γη του Πολ Κλοντέλ: «Η Ιαπωνία / σαν ένα μακρύ / Κιότο / ανατριχιάζει ολόκληρη / κάτω απ’ τα δάχτυλα / του Ανατέλλοντος Ηλίου».

Προηγείται η καθιερωμένη περιπλάνηση στα περιώνυμα κέντρα της καταναλωτικής ενδοχώρας, Σιντζούκου, Σιμπούγια και μετά Ομοτεσάντο. Τρεις περιοχές, τρεις στίχοι ενός χαϊκού. Η προοδευτική μου εξοικείωση με το Τόκιο είναι εν τέλει ευθέως ανάλογη με εκείνη που βιώνω ερχόμενος σε τακτική επαφή με την άδολη, εναργή, ελλειπτική κι άλλο τόσο καθηλωτική ποιητική του Κομπαγιάσι Γιατάρο, δηλαδή του αρχιμάστορα Ίσσα, που μας έμαθε με τα ποιήματά του να βλέπουμε τις μύγες και τους Βούδες ως ισότιμους πολίτες της ίδιας κειμενικής τάξης.

Επισημαίνω εδώ την προσφορά των επιμόνων και διεξοδικών μεταφραστών μας, του Γιώργου Μπλάνα και του Γιώργου Μπρουνιά, που με τις επιτυχείς προσπάθειές τους να γυρίσουν στη γλώσσα μας αυτά τα επιτεύγματα της ρηματικής κομψότητας και της σπάνιας αισθητικής ολοκλήρωσης, μας φέρνουν κοντά στις ρίζες της καλλιτεχνικής δημιουργίας, όπως την αντελήφθησαν και την εμπέδωσαν στην στιχουργική πράξη, αφιερώνοντας μάλιστα σ’ αυτήν την ίδια τους τη ζωή, οι μύστες της οριακής αφαίρεσης. Το ότι μάλιστα οι προαναφερόμενοι μεταφραστές συμπαρατάσσουν από συστηματική αβρότητα τις ιαπωνικές, αμιγώς εικαστικές, αυτές γραφές δίπλα, ή κάτω από τα ελληνικά ισότιμά τους, προσδίδει αν μη τι άλλο στο όλο εγχείρημα μια οπτική απόλαυση πρώτης τάξεως.



Μέρες και νύχτες στην καρδιά των χαϊκού

Σταματήσαμε σ΄ ένα βιβλιοπωλείο. Ένα τμήμα του πρότεινε μόνο δεκάδες συλλογές χαϊκού, αλλά και περιοδικά αποκλειστικά αφιερωμένα στο είδος αυτό. «Αυτό άνοιξε τώρα. Κι έχει μεγαλύτερη ποικιλία εκδόσεων χαϊκού από κάποια άλλα σ’ αυτή την περιοχή. Δεν είναι περίεργο ― είναι παρήγορο. Ευτυχώς είναι μια μόδα, που δεν παλιώνει ποτέ. Με τα χαϊκού μαθαίνουμε ό,τι η άλλη λογοτεχνία θέλει να δείξει και συνήθως δεν μπορεί ― δεν υπερβάλλουμε», έσπευσαν να με βεβαιώσουν οι συνοδοί μου. Με είχαν τόσο καλά μάθει πια, ώστε είχαν αρχίσει να μαντεύουν σκέψεις κι απορίες, τις ίδιες μου τις εμμονές δηλαδή, που διαπίστωνα με τη σειρά μου και με εύλογη ευχαρίστηση ότι ήταν και είναι εμμονές εκατομμυρίων συμπατριωτών τους. Το χαϊκού εκφράζει πάνω από όλα την ανάγκη του Γιαπωνέζου να βγει από το πολύ της έννοιας, να απλοποιήσει το είναι και το γίγνεσθαι, να απογυμνώσει την ψευδεπίγραφη είδηση, το απρόσωπο μήνυμα των μέσων μαζικής ενημέρωσης από το λούστρο της σοβαρότητας και να το αποδώσει ως έσχατο σημείο, ως κάτι τι, που απέχει ένα τίποτε από το τίποτε.

Την ομολογία του Πατρίκιου Λευκάδιου Χερν, όπως παρατίθεται σε μια επιστολή του στον φίλο του Έλγουντ Χέντρικ, θα την πάρω βεβαίως στα σοβαρά: «Το Ιερό Φάντασμα των ποιητών δεν ζει στο Τόκιο […] Πρέπει να πάω στις ακρογιαλιές να το ψάξω… ». Σήμερα όμως, εδώ, στις αρτηρίες των πάνδημων ακροτήτων της πρωτεύουσας, θα με κατακλύσει η ανέσπερη μνήμη των τρίστιχων αναθημάτων. Αντιστάθμισμα και πείρα παρελθόντος. Κι αυτό μου αρκεί.

Συνοψίζουμε πίνοντας τις προκαταρκτικές μπίρες. Αν το γιανγκ είναι η ευμάρεια και η φρενίτις για την ευμάρεια, τότε το σύγχρονο χαϊκού και οι πρόγονοί του είναι το αναπόφευκτο, το απαραίτητο συστατικό του διαλεκτικού του ισόποσου, του ζωοποιού γιν. Το αντίπαλον δέος, η αντιστροφή των ρόλων: από την εξωστρεφή χλιδή και την προκλητική φωτοχυσία των εμπορικών κέντρων περνάμε στην αναπάντεχη λιτότητα των δέκα επτά στίχων, στην απολυταρχία μιας αυστηρής, φαινομενικά χαλαρής, στενής έκφρασης, που χωράει το δεδομένο παν, το δευτερόλεπτο της σημαίνουσας αίσθησης. Η διάταξη 5-7-5 είναι η χωροταξία της απαλλαγής από τα επικοινωνιακά δεσμά, από την κληρονομιά μιας αγχώδους ημέρας, από την ανελέητη μέγγενη της αγοράς. Το τρίστιχο αυτό, ανάλαφρο, αν είναι πετυχημένο, σαν την πρωινή δροσούλα, αλλά πάντως μαθηματικά αρχιτεκτονημένο, είναι το μη περαιτέρω της γλωσσικής δίαιτας. Αποτελεί την ακραία αγωγή του λόγου, που μπορεί ενίοτε να σου προσφέρει τα άγια των δικών της αγίων, το περιβόητο δηλαδή σατόρι. Είναι πολύ δύσκολο να το μεταφράσει κανείς. Ανήκει στα χρωμοσώματα της ιαπωνικής σκέψης – πράξης – μη πράξης. Ας το εξισώσω εδώ πρόχειρα με μια περίφραση, ατελή αλλά χρηστική πιστεύω: «άνοιγμα στην υπέρτατη σοφία». Βρισκόμαστε με άλλα λόγια στις παρυφές του Ζεν.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: