____________
Τ Α Π Ρ Α Γ Μ Α Τ Α Κ Α Ι Η Α Π Ω Λ Ε Ι Α Τ Ο Υ Σ
_______________
Σε πρόσφατη εκδρομή μου στη Μονεμβασιά επισκέφθηκα το σπίτι του Γιάννη Ρίτσου, που μόλις πρόσφατα έγινε μουσείο. Ήμουν πολύ χαρούμενη γι’ αυτήν την επίσκεψη και με τον Γ. περάσαμε ώρες διαβάζοντας, ξαναδιαβάζοντας, ακούγοντας. Και όχι μόνο όσα το μουσείο είχε ετοιμάσει για να ακούσουμε.
Ναι, το λέω και το έχω ξαναπεί και να το ξέρετε. Αν μιλάτε για κάτι που με ενδιαφέρει, και μιλάτε κάπως δυνατά, ε λυπάμαι, θα συγκεντρωθώ να σας ακούσω. Δε θα χάσω την ευκαιρία από διακριτικότητα, ας πούμε.
Έτσι, λοιπόν, λίγο μετά την είσοδό μας στο Μουσείο, μπήκανε μέσα δύο άντρες. Τους έκανα γύρω στα 55-60. Άρχισαν να μιλάνε με την πολύ πρόθυμη υπάλληλο του Δήμου που δουλεύει στο Μουσείο. Ο ένας απ’ αυτούς άρχισε σταδιακά να υψώνει τη φωνή του, σαν να ήθελε να τον ακούσουν οι επισκέπτες και των δύο ορόφων. Τι έλεγε;
«Για μένα είναι ο καλύτερος ποιητής», «Πολύ άργησε να γίνει αυτό το μουσείο», «Ναι, τα ξέρω όλα αυτά, σας λέω, είναι ο αγαπημένος μου», και οριακά ο τύπος μόνο που δεν φλέξαρε ότι χθες το βράδυ έπιναν μαζί κοιτώντας τη θάλασσα μέσα απ’ την καστροπολιτεία.
Ο τόνος του είχε κάτι της ιδιοποίησης, της ιδιοκτησίας. Αναρωτήθηκα αν πρόκειται για την ίδια κτητικότητα που παρουσιάζουν διάφοροι/ες ερωτικοί σύντροφοι. «Αυτός είναι δικός μου και κανείς δεν τον έχει αγαπήσει όσο εγώ. Κι ούτε πρόκειται».
Άρχισα να αναλογίζομαι αν έχω κάνει ποτέ το ίδιο. Εντάξει, είναι περίπλοκο. It’s complicated, που λένε και για τις σχέσεις. Συνήθως τα βιβλία και τους συγγραφείς που αγαπώ τα προτείνω ασυζητητί, λέω όπου σταθώ κι όπου βρεθώ «Πρέπει να διαβάσεις Ίταλο Καλβίνο». Μετά όμως πολύ σπάνια εκθέτω τα χαρίσματά του. Δε συζητώ για τα βιβλία που μου αρέσουν. Απλώς τα προτείνω. Κι αν μου πουν πως δεν τους άρεσε, τους απαντώ πως «γούστα είναι αυτά, βέβαια», υπονοώντας πως είναι εκείνοι που δεν έχουν γούστο. Αλλά να ζητήσω την αποκλειστικότητα της «φανταστικής φιλίας» με τον συγγραφέα δεν το έχω κάνει μέχρι στιγμής. Νομίζω.
Την αποκλειστικότητα. Γιατί «φανταστική φιλία» με συγγραφέα ανέπτυξα επίσης πρόσφατα με την Άλκη Ζέη διαβάζοντας το βιβλίο Πόσο θα ζήσεις ακόμα γιαγιά; Το πρώτο βράδυ που ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο δεν μπορούσα να το αφήσω. Κι όταν τελικά το άφησα, δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Σκεφτόμουν όλες αυτές τις προσωπικές ιστορίες που διηγούταν η Ζέη, τη Μόσχα, το Πήλιο, την Πλατεία Αμερικής, όλους αυτούς τους ξεχωριστούς ανθρώπους που γνώρισε και συναναστράφηκε (κι ήταν πραγματικά πάρα πολλοί και σπουδαίοι τόσο που με έκανε να σκέφτομαι μήπως είναι κι εκείνης «φανταστικοί φίλοι» –ειδικά εκεί που ο Ταρκόφσκι της κρατούσε τα παιδιά όντας φοιτητής στη Μόσχα) που ο ύπνος δεν έλεγε να με πλησιάσει. Ένιωθα μια ταραχή, μια αναστάτωση, σαν να διάβαζα ένα παλιό μου ημερολόγιο.
Αυτό είναι μάλλον που κάνουν οι καλοί συγγραφείς σε κάθε είδος. Σε τραβάνε από το πόδι και σε βάζουν μέσα στο βιβλίο. Βέβαια, πρέπει και να θέλεις να μπεις. Γιατί όλο φοβάμαι τελευταία πως πληθαίνουν οι –δικές μου τουλάχιστον– αντιστάσεις και πιο δύσκολα κάνω πια «φανταστικές φιλίες». Ο κόσμος σου μαθαίνει κάθε μέρα να απομονώνεσαι, να περιορίζεσαι, να γίνεσαι συνέχεια πιο μικροσκοπικός, να κρύβεσαι μέσα σου, κι άντε μετά να βγεις και να τσαλαβουτήσεις σε βιβλία.
Ή μήπως αυτά είναι μια γέφυρα για να ανοιχτείς ξανά, να μεγαλώσεις;
____________________
Το όνομα της στήλης είναι εμπνευσμένο από τη φράση του David Grossman «τα βιβλία είναι το μοναδικό μέρος στον κόσμο, όπου μπορούν να συνυπάρχουν τα πράγματα και η απώλειά τους».