ΠΑΟΚ, βιβλία, καφέ και γνωριμία

[ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΟΥΣ ]



Μακρινό 2012. Μαζί με τη Β. πίνουμε μεσημεριανό καφέ στο Belleville, καφέ-βιβλιοπωλείο, στη Θεσσαλονίκη. Της μιλάω για την Ιταλία. Έχω μόλις επιστρέψει από Erasmus στην Μπολόνια κι εκείνη ετοιμάζεται να φύγει Φλωρεντία. Καθώς μιλάμε, δύο παιδιά από το διπλανό τραπέζι –που καθόλου διακριτικά μας κρυφακούν– με ρωτάνε:

— Ποιος είναι ο εύκολος τρόπος να πας στην Μπολόνια;
— Γιατί; Ο δύσκολος ποιος είναι;

    Τα παιδιά ήταν ΠΑΟΚτσήδες, που είχαν πάει με το λεωφορείο στο Ούντινε της Ιταλίας για να δουν το ματς με την Ουντινέζε. Πιάσαμε την κουβέντα. Αδύνατο να πιστέψουν πως είμαι ΠΑΟΚ και μάλιστα ασχολούμαι και μ’ αυτά. Κουβέντα την κουβέντα το πίστεψαν. Κρατήσαμε επαφή, ξαναβρεθήκαμε και σε άλλα καφέ πέριξ της Ροτόντας, γνώρισα κι άλλους φίλους τους, ανάμεσά τους γνώρισα και τον Ν.Τ.

    Ο Ν.Τ. ήταν παιδί αγροτικής οικογένειας από νομό όμορο της Θεσσαλονίκης, που επί μία δεκαετία σπούδαζε σ’ ένα ΤΕΙ στη Σίνδο, έχοντας πια χάσει κι εκείνος κάθε ελπίδα να τελειώσει τη σχολή. Η κύρια ασχολία του ήταν ο ΠΑΟΚ, αν και ευτυχώς είχε ξεμπερδέψει με τον χουλιγκανισμό με τον οποίο ήταν κάποτε μπλεγμένος. Ήταν ένα παιδί, θα έλεγα, κουρασμένο, σκληρό και αρκετά ωμό στους τρόπους του. Όχι μ’ εμένα, ωστόσο.

    Κάθε φορά που συναντιόμασταν μ’ αυτήν την παρέα για καφέ, τους έλεγα τα νέα μου, για τις πρόβες μου, τα σχέδιά μου, κουβαλούσα μαζί μου βιβλία, ήμουν δηλαδή όπως πάντα. Φορά τη φορά, όμως, ο Ν.Τ. δεν ήταν όπως πάντα. Άρχισε να αγοράζει και να διαβάζει βιβλία. Θυμάμαι πόσο του είχε αρέσει ο Edgar Allan Poe. Δεν είχε ιδέα πόσο πλάκα μπορεί να είχαν τα βιβλία, πιο πριν. Οι τρόποι του μαλάκωσαν, χαμογελούσε. Έδινε χώρο και χρόνο πριν κρίνει τους ανθρώπους. Είδα μπροστά στα μάτια μου, το θαύμα των βιβλίων. Είδα έναν άνθρωπο να μεταμορφώνεται.

    Όπως συνήθως γίνεται, όμως, η ζωή τα έφερε –κι εμείς δηλαδή, αλλιώς δεν φέρνει τίποτα η ζωή– και χαθήκαμε με τον Ν.Τ. Θυμάμαι την τελευταία φορά που βρεθήκαμε, είχαμε πάει στο αγαπημένο μου καφέ, τον «Χαΐνη». Εκεί ανάμεσα στα αντίτυπα του Μικρού Πρίγκιπα σε διάφορες γλώσσες, σε βιβλία για τον Λένιν και τον Τσε και σε σχολικά ανθολόγια του ’80 και του ’90, ο Ν.Τ. μου έδωσε το τελευταίο βιβλίο για το οποίο έχουμε από τότε μιλήσει. Τα Κόκκινα Παπούτσια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Μια μανιακή ανάγκη να ζήσεις, μια ανάγκη να είσαι ζωντανή μέχρι θανάτου.

    Από τότε δεν τον ξαναείδα ποτέ τον Ν.Τ. και αγνοώ την τύχη του. Όποτε πιάνω στα χέρια μου τα Παπούτσια, όμως, και ξεπετάγεται η ανάμνησή του σαν pop-up παραθυράκι, θέλω να σκέφτομαι πως βρίσκεται κάπου με πολλά-πολλά βιβλία, που τα διαβάζει, που τα φροντίζει, που τον φροντίζουν…

    ΥΓ. Στον «Χαΐνη» δεν έχω μόνο αποχαιρετισμούς με βιβλία. Έχω και πολλές ιστορίες για βιβλία και νέες γνωριμίες με ανθρώπους των βιβλίων. Εκεί γνώρισα τυχαία τον ποιητή Α.Ε., εκεί τον φιλόλογο Μ.Κ.Μ. (αν και την πρώτη φορά, με μια ντάνα βιβλία μπροστά του, με συγκράτησε ο Χ. και δεν του μίλησα να τον ρωτήσω «Τι είσαι; Τι κάνεις; Τι είναι όλα αυτά τα βιβλία;»), εκεί γράφω τώρα κι αυτό το άρθρο…



    Το όνομα της στήλης είναι εμπνευσμένο από τη φράση του David Grossman «τα βιβλία είναι το μοναδικό μέρος στον κόσμο, όπου μπορούν να συνυπάρχουν τα πράγματα και η απώλειά τους».

    ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
     

    αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: