Από την Ινδία στο Βιετνάμ: τελετές επαναφοράς

Από το ψέμα φέρε μας στην αλήθεια
Στο φως οδήγησέ μας από το σκότος
Από τον τάφο οδήγησέ μας στην αθανασία

'Ισα Ουπάνισαντ

Τα φαναράκια κατεβαίνουν. Με σταθερή ταχύτητα, σα να υπακούουν σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο πλοήγησης. Το νερό του ποταμού μερικές φορές τα φέρνει προς τις όχθες του. Θέλει να τα επιστρέψει κάποια στιγμή, να τα προσαρμόσει πάλι στη στεριά, απ’ όπου προήλθαν, ενώ άλλα τα στέλνει με προθυμία κι αποφασιστικότητα προς τις μακρινές εκβολές του. Κανένα από όσα παρατηρώ δεν έχει βουλιάξει ακόμη. Έργα λαϊκής, δηλαδή μετρημένης, αλάνθαστης τέχνης. Μέσα στη νύχτα του Ανόι, συνιστούν τις προτάσεις, τις παραγράφους των προσευχών. Φέγγουν νόημα. Είναι οι στροφές, οι ανεξίτηλοι στίχοι των επικλήσεων και των καθιερωμένων ύμνων για τους απόντες, τόσο για τους προσφιλείς όσο και για τους παντελώς αγνώστους. Τους ανέκκλητα απόντες. Τα ξεχωρίζω αμέσως από μακριά. Κάποια φαναράκια κολυμπούν χώρια από τα άλλα. Ίσως να πιστοποιούν την ατομικότητα ιδιαίτερων δεήσεων. Άλλα, τρία τέσσερα μαζί, συνεχίζουν ανεμπόδιστα το ταξίδι τους. Σα να θέλουν να γίνουν ένα στο τέλος της περιδιάβασής τους, διαγράφοντας ενοχές κι ενώνοντας ευχές.

*

Σήμερα, τη δέκατη πέμπτη νύχτα του έβδομου μήνα του σεληνιακού έτους, αποκορυφώνονται οι εκδηλώσεις για την Άφεση των αμαρτιών των νεκρών. Τα ζεύγη των λέξεων Βου Λαν ή Τρανγκ Νγκουγέν, όπως ακριβώς προφέρονται στη γλώσσα του Χο Τσι Μινχ, αποδίδουν πιστά τη φύση και το νόημα του εορτασμού αυτής της παράδοξης αμνηστίας. Έμφαση δίνεται, από καταβολής αυτού του θεσμού, στις μητέρες. Το ξέρουν, εννοείται, καλά όλες και όλοι, όταν σπεύδουν με ενθουσιασμό τη συγκεκριμένη ημέρα στους καθιερωμένους χώρους των τελετών: ναι, ο θάνατος θα κατισχύσει στο τέλος. Από την άποψη αυτή παραμένουν αυθεντικοί ρεαλιστές. Αλλά δεν αποθαρρύνονται. Τα φαναράκια, τα λογής αφιερώματα, τα συμβολικά δώρα και τα αρωματικά ξυλάκια, τα οποία ανάβουν όσο προσεύχονται εντατικά από κοινού, διαθέτουν το αδιαμφισβήτητο προνόμιο να συνεγείρουν τις σκιές. Γι’ αυτό και θρυλείται ότι ψυχές αναρίθμητες ανεβαίνουν η μια μετά την άλλη από τα σκοτάδια τους. Θα μείνουν στην επιφάνεια της Γης ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο. Το φαντασιακό περιεχόμενο εμπλέκεται αποφασιστικά στις υποθέσεις των βροτών και σ’ αυτό το σημείο του πλανήτη. Στοιχίζεται στο όλο πλέγμα των επιθυμιών.

*

Μαθαίνω ότι οι πρώτοι, οι οποίοι θέλησαν να απαλλάξουν από τα δεινά τις μητέρες τους, οι οποίες υπέφεραν τα πάνδεινα στον άλλο κόσμο για ό, τι είχαν διαπράξει όσο ζούσαν, ήταν δύο συνετοί μαθητές του Γκαουτάμα Βούδα. Ο Σαριπούτρα και ο Μαουντγκαλγιαγιάνα, αφοσιωμένα στελέχη μιας δεκαμελούς επίλεκτης ομάδας. Τήρησαν επακριβώς τις οδηγίες του Δασκάλου τους και δεν προσευχήθηκαν μόνοι τους, όπως αρχικά σκόπευαν, αλλά από κοινού με όλους τους πρόθυμους συντρόφους τους. Πράγματι, η συλλογική προσπάθεια απέφερε αποτελέσματα. Όλες οι παρακλήσεις τους εισακούσθηκαν, σε απόλυτο μάλιστα βαθμό. Μαζί με τις δύο μητέρες, χιλιάδες άλλων πνευμάτων απελευθερώθηκαν από τα δεσμά τους. Πρόκειται κυρίως για τις ψυχές των παντέρημων, των διαρκώς πεινασμένων αστέγων και απόρων, των απόβλητων της κοινωνίας, των περιθωριακών, των απολωλότων, όλων εκείνων που ξεχάστηκαν αδικαιολόγητα από συγγενείς και φίλους, των άτυχων του βίου εν γένει. Οι μητέρες αποδεικνύονται φιλόστοργες και μετά θάνατον: δεν ξεχνούν να πάρουν μαζί τους στο φως της μέρας, έστω και για λίγες ώρες, εκείνες κι εκείνους που έχουν στερηθεί κάθε είδους στοργή. Η συντονισμένη αυτή πρωτοβουλία των πρώτων εκείνων φιλάνθρωπων βουδιστών ονομάστηκε συλλήβδην Ουλαμπάνα. Στα σανσκριτικά πάει να πει «κρεμασμένοι ανάποδα στο βασίλειο των νεκρών». Είναι αυτοί οι οποίοι, δικαίως ή αδίκως, τιμωρήθηκαν σκληρά κaι έκτοτε πλημμυρίζουν τις στοές των φαντασμάτων.

Το συναφές ιερό κείμενο, δηλαδή η σούρα Ουλαμπάνα, υπογραμμίζει το διά βίου χρέος των τέκνων να παρέχουν κάθε δυνατή φροντίδα στους γονείς τους, ώστε να φτάσουν τα εκατό χρόνια ζωής. Χωρίς εν τα  μεταξύ οι τελευταίοι να βασανίζονται από αρρώστιες ή να ταλαιπωρούνται από τα άλλα δεινά, τα οποία προκαλεί συχνά πυκνά η κατά κανόνα απρόβλεπτη καθημερινότητα: οι γονείς βρίσκονται διαρκώς στο κέντρο του ατομικού σύμπαντος. Η ίδια νουθεσία παροτρύνει τους ζώντες να υποστηρίξουν ενεργά την ακύρωση των βασάνων και των ταλαιπωριών των πεινασμένων πνευμάτων, στρέφοντας την προσοχή τους στο μείζον διάστημα επτά ολόκληρων γενεών. Κατ’ αυτό τον τρόπο διευκολύνεται κατά πολύ η περιπόθητη αναγέννηση των νεκρών στις τάξεις των ζωντανών. Η προσευχή ανοικοδομεί από την τέφρα. Η λήθη παράγει την ίδια τη διαγραφή της: το πνεύμα διεκδικεί απροκάλυπτα αθανασία. Η ανθρώπινη φύση εγγυάται την επιστροφή της και μετά την αποτέφρωσή της. Το Βιετνάμ, φυτώριο ατελεύτητης ανακύκλησης.

Τα φαναράκια, τα λογής αφιερώματα, τα συμβολικά δώρα και τα αρωματικά ξυλάκια, τα οποία ανάβουν όσο προσεύχονται εντατικά από κοινού, διαθέτουν το αδιαμφισβήτητο προνόμιο να συνεγείρουν τις σκιές. Γι’ αυτό και θρυλείται ότι ψυχές αναρίθμητες ανεβαίνουν η μια μετά την άλλη από τα σκοτάδια τους. Θα μείνουν στην επιφάνεια της Γης ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο. Το φαντασιακό περιεχόμενο εμπλέκεται αποφασιστικά στις υποθέσεις των βροτών και σ’ αυτό το σημείο του πλανήτη. Στοιχίζεται στο όλο πλέγμα των επιθυμιών.

Από την Ινδία, η τελετή της πρόσκαιρης, αλλά τόσο λυτρωτικής απελευθέρωσης των αποβιωσάντων από τα δεσμά του σκότους μεταφέρθηκε, όπως άλλωστε θα περίμενε κανείς, στο Βιετνάμ και στην Κίνα. Στο πρώτο, μάλιστα, ο προαναφερόμενος Μαουντγκαλγιαγιάνα μετονομάσθηκε για την περίσταση σε Μουκ Κιέν Λιέν. Το σύνολο αυτών των εκδηλώσεων θεωρείται ότι αντιστοιχεί στη Γιορτή της Μητέρας, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα στη Δύση. Η διαφορά είναι ότι στο Βιετνάμ τιμάται τόσο η ζωντανή μητέρα όσο κι εκείνη που έφυγε για πάντα. Φίλοι, που ζουν κι εργάζονται εδώ, μου διευκρινίζουν ότι τα άσπρα τριαντάφυλλα τα φέρουν εκείνοι που θέλουν να τιμήσουν τη μνήμη της μητέρα τους, ενώ τα κόκκινα τα φέρουν όσοι θέλουν να δείξουν τον σεβασμό και την αγάπη τους στις μητέρες που ζουν ακόμη. Στο βόρειο Βιετνάμ συγκεντρώνονται σε παγόδες άτομα άνω των σαράντα ετών για να συμμετάσχουν σε ό, τι προβλέπει το αρχαίο πρωτόκολλο των προσευχών. Στο νότιο μέρος της χώρας, ο εορτασμός είναι περισσότερο γενικευμένος. Η καθολική αποδοχή αποδεικνύει στο πλαίσιο της κοινωνικής συνύπαρξης τη μακροβιότητα της έλξης που ασκούν οι τεθνεώτες. Ίσως, μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις να εκφυλίζεται ο χαρακτήρας του. Ένα μέρος της νεολαίας επεμβαίνει δραστικά στην πατροπαράδοτη εθιμοτυπία και προεκτείνει πανηγυρικά τις προβλεπόμενες τελετές, παραμορφώνοντας πότε ελαφρώς, πότε ριζικά τον παραδοσιακό της χαρακτήρα. Γεμίζοντας τα κέντρα διασκέδασης, τα μπαράκια και τα συναφή, περιποιείται κυρίως τον εαυτό της. Εκτός κι αν κάποια πνεύματα υπεισέρχονται εσκεμμένα και στον απόλυτο υλισμό του αλκοόλ.

*

Οι κατάλληλες προσαρμογές υποβοηθούν στο μέτρο του δυνατού την εξασφάλιση της διατήρησης των θρησκευτικών τελετών στο απώτερο μέλλον. Η νεολαία είναι το Δισκοπότηρο της συνέχειας. Εξ ου και οι πολιτικές των αναπόφευκτων συγκερασμών. Το διαπιστώνει, μεταξύ άλλων, και ο Εμμανουήλ Ροΐδης, αναλύοντας τις αντίστοιχες στρατηγικές, όπως ευδοκίμησαν ήδη στους χώρους της Δυτικής Εκκλησίας. Παραθέτω από τα «Προλεγόμενα» στην Πάπισσα Ιωάννα το σημαδιακό χωρίο: «Ἀλλ᾿ ἡ τοιαύτη λατρεία, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸν σκοπὸν αὐτῆς, πρέπει νὰ ἦναι σύμφωνος πρὸς τὰς ἰδέας, τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα τῶν ἀνθρώπων, τροποποιούμενα καθ᾿ ἑκάστην ὑπὸ τοῦ προοδεύοντος ἢ ἁπλῶς μεταβαλλομένου πολιτισμοῦ. «Τὸ θυσιαστήριον», λέγει ὁ χριστιανικώτατος Σατωβριάνδος, «πρέπει νὰ μένῃ ἀκλόνητον, ἀλλὰ τὰ κοσμήματα αὐτοῦ νὰ μεταβάλλωνται κατὰ τὰς ἐποχάς. Οἱ Δυτικοὶ πεισθέντες πρὸ πολλοῦ περὶ τούτου ἐφρόντισαν νὰ ἐξορίσωσι τῶν ἐκκλησιῶν των πᾶν τὸ μὴ συνᾶδον πρὸς τὰς τάσεις τῶν συγχρόνων. Ἡ διάρκεια τῆς λειτουργίας περιωρίσθη εἰς ἓν τέταρτον τῆς ὥρας, αἱ νηστεῖαι εἶναι ὑποφερταί, οἱ ἱερεῖς ἐξευγενισμένοι, αἱ εἰκόνες αὐτῶν ἠδύνουσι τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἡ μουσικὴ κηλεῖ τὴν ἀκοήν· ὥστε ἕκαστος δύναται ἄνευ μεγάλου τινὸς κόπου ἢ ἀηδίας νὰ εἶναι καλὸς χριστιανός». Οι μετατροπές, οι συγκληρώσεις και οι παρόμοιοι χειρισμοί της λατρευτικής εθιμοτυπίας πηγάζουν από το ίδιο ένστικτο παράτασης της αλληλουχίας του ήθους.

*

Το ξέρω, έχω απομακρυνθεί πολύ από τον Κήπο του Επίκουρου. Κι είναι σα να μην έχω διαβάσει ποτέ την Επιστολή του στον Μενοικέα. Αλλά το γράμμα κάποια ευεπίφορη στιγμή επιστρέφει. Ατόφιο εμμένει. Οι συλλαβές ξαφνικά πάλι οικείες. Με όλο σχεδόν το σημασιολογικό τους εύρος. Η υποδόρια, απέθαντη πληροφορία από μιαν αρχαιότητα οικεία εν τέλει: το εκκρεμές των σκέψεων και των αισθήσεων θέλει να με φέρει και πάλι στην πηγαία ειλικρίνεια του αρχαίου μας αποφθέγματος: «Γεννηθήκαμε μια φορά και δε γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη, κι είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρξουμε ξανά στον αιώνα τον άπαντα. Εσύ όμως, ενώ δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία γι’ αργότερα. Κι η ζωή κυλά με αναβολές και χάνεται, κι ο καθένας μας πεθαίνει μες στις έγνοιες». Το πολύτιμο fundamentum διεκδικεί την επικυριαρχία στα αυλάκια του νου. Καθηλωμένος τώρα στους αντίποδες των βίαιων εκδηλώσεων του θρησκευτικού άκρατου φανατισμού. Το νόημα της αίθριας εμπειρίας: ας ξεφυλλίσω λίγο ακόμα τα παλιά μονοπάτια της ακλόνητης πεποίθησης στο δημιουργικό τίποτα: «Δεν υπάρχει, βλέπεις, τίποτε το φοβερό στη ζωή του ανθρώπου που ’χει αληθινά συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει τίποτε το φοβερό στο να μη ζεις. Άρα είναι ανόητος αυτός που λέει ότι φοβάται το θάνατο, όχι γιατί θα τον κάνει να υποφέρει όταν έλθει, αλλά επειδή υποφέρει με την προσδοκία του θανάτου. Γιατί ό,τι δεν σε στενοχωρεί όταν είναι παρόν, δεν υπάρχει λόγος να σε στενοχωρεί όταν το προσδοκείς. Το πιο ανατριχιαστικό, λοιπόν, από τα κακά, ο θάνατος, είναι ένα τίποτε για μας, ακριβώς επειδή όταν υπάρχουμε εμείς αυτός είναι ανύπαρκτος, κι όταν έρχεται αυτός, είμαστε ανύπαρκτοι εμείς». Ο δικός μας φιλόσοφος χαμογελώντας, με νουθετεί ακούραστος: ιδού η ακεραιότητα της αγέραστης σκέψης. Η ημέρα χωρίζεται αναγκαστικά πάλι στα δύο. Η άνω ανήκει αναμφίβολα στον Βούδα. Η κάτω ανήκει ασφαλώς στον Επίκουρο, που πρωτοείδε, ως γνωστόν, τον ήλιο και το φεγγάρι στη Σάμο.

*

Η συγκριτική τακτική με καλεί να διαβάσω μιαν αντίστοιχη παραίνεση, η οποία απευθύνεται σε έναν οπαδό του βουδισμού, φυσικό τέκνο της Δύσης. Ομιλεί ένας μύστης του Τάο. Η μερική σύγκλιση με τις διδαχές του Επίκουρου για τη σημασία της μιας και μόνης ζωής είναι ιδιαίτερα εμφανής. Ακούμε: «οι μέθοδοί που σε δίδαξα μπορεί μερικές φορές να είναι από μόνες τους επαρκείς για την επίτευξη της ένωσης με το Τάο. Όμως επειδή κανένας δεν είναι σίγουρος για το τι συμβαίνει μετά θάνατον, καλό θα είναι να αναζητήσεις τη μακροζωία, και αν προκύψει κάποιος βαθμός αθανασίας τόσο το καλύτερο, επειδή θα αυξηθούν οι ευκαιρίες για την επίτευξη της επιστροφής στην Πηγή. Σήμερα θα σου μιλήσω για τον γιόγκα της διπλής καλλιέργειας, την αιτία για την οποία τόσο άδικα έχουμε δυσφημιστεί [ . . ] Εσείς οι βουδιστές, χάνοντας κάθε ελπίδα να επιτύχετε τον ύψιστο σκοπό σε αυτή τη ζωή, επιδιώκετε να αυξήσετε τις ευκαιρίες σας για πρόοδο στοχεύοντας σε μια κατάλληλη επαναγέννηση. Εμείς οι ταοϊστές επιδιώκουμε την επιμήκυνση αυτής της ζωής ή, σε σπάνιες περιπτώσεις, την επίτευξη ενός αιώνα αθανασίας για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Και οι δύο πλημμυρίζουμε από σεβασμό για Εκείνο – που – δεν – έχει όνομα και, όπως τα περισσότερα παιδιά, δεν έχουμε άλλη σκέψη παρά να επιστρέψουμε γρήγορα στην αγκαλιά της Μητέρας μας». Σύμπτωση: η εντυπωσιακή αντοχή του Επίκουρου, ο οποίος ξεπέρασε με άνεση τα εβδομήντα χρόνια ζωής, θα ενθουσίαζε ασφαλώς τον κάθε δάσκαλο του Τάο.

*

Η ακατέργαστη ύλη των ορμεμφύτων: η αμείωτη φορά, η ανυποχώρητη έλξη προς τον πλανήτη Γη. Ο σταθερός προσανατολισμός, η αναζήτηση εκείνου του στερεού εδάφους των αισθήσεων. Συλλέγω αειθαλείς ενδείξεις ενός ολοκληρωμένου σχεδίου επανεκκίνησης της νοσταλγίας των πνευμάτων. Μακριά από την όποια μηχανιστική διαχείριση του παρελθόντος, θα υπάρχει, έστω κατά διαστήματα πάντα, η δυνατότητα της ζωτικής συναλληλίας των χρόνων. Το διαρκές εν. Η πρωτεύουσα του Βιετνάμ έχει αισίως μετατραπεί, μέσα σε λίγες ώρες, στη μητρόπολη ενός καθόλα πρακτικού μυστικισμού.

*

Σε μια από τις κεντρικές οδούς του Ανόι, στη Χανγκ Μα, μπορεί εύκολα να βρει κανείς δώρα για τις ψυχές. Το καθήκον της προσφοράς καλεί τους πελάτες. Οι μεταστάντες επιστρέφουν για να απολαύσουν τη ματαιότητα της χρήσης των αγαθών. Η ύλη πνευματοποιείται. Μικρογραφίες σπιτιών με κλιματισμό, ρούχα, χρήματα, αυτοκίνητα, μοτοσυκλέτες, ως και φορητές συσκευές τηλεφώνων θα προσφερθούν απλόχερα στους επισκέπτες από τον Άδη, οι οποίοι είτε τα στερήθηκαν όλα αυτά δια βίου ή πολύ τα αγάπησαν κι έκτοτε τους λείπουν αφόρητα. Το χαρτί, με το οποίο κατασκευάζονται τα εν λόγω αντικείμενα του φθαρτού κόσμου, έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει την επιδιωκόμενη συγκίνηση. Να ολοκληρώσει δηλαδή το όνειρο της συνάντησης με τους εκδημήσαντες.

*

Η κατάλληλη στιγμή για να προσθέσω την επισήμανση: «Τα βιβλία μου (που δεν ξέρουν πως υπάρχω) / είναι κομμάτι του εαυτού μου όπως κι αυτό το πρόσωπο / με τους γκρίζους κροτάφους και τα γκρίζα μάτια / που μάταια αναζητώ ψηλαφώντας / με την παλάμη τα κρύσταλλα. / Με κάποια εύλογη πικρία/ συλλογίζομαι πως οι λέξεις που ουσιαστικά / με εκφράζουν βρίσκονται μέσα σ’ εκείνες τις σελίδες / που αγνοούν τη ύπαρξή μου, όχι σ΄ αυτές που έχω γράψει. / Καλλίτερα έτσι. Οι φωνές των νεκρών / θα μου μιλούν για πάντα». Αποστηθίζω πάλι Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Αυτήν τη φορά «Τα βιβλία μου» από τη συλλογή του 1975, με τίτλο La Rosa ProfundaΤο δεύτερο μέρος του ποιήματος φρονώ ότι θα μπορούσε κάλλιστα να αφορά στην όχι και τόσο παράδοξη εξομολόγηση ενός βουδιστή μοναχού, στον οποίο ομολογουμένως θα του άρεσε να καλλιγραφεί αενάως τους προσφιλείς ύμνους.

*

Άλλοι αγοράζουν μια δυο ημέρες πριν πουλιά, ψάρια ή και μικρά τετράποδα, τα οποία απελευθερώνουν κατά τη διάρκεια των προσευχών. Πιστεύουν ακράδαντα ότι επισπεύδουν έτσι την έγκαιρη έλευση των ψυχών. Η διδασκαλία, μάλιστα, για τη μετενσάρκωση προβλέπει ότι όσοι από τους πιστούς απελευθερώνουν με τη δέουσα σοβαρότητα και τάξη, στη διάρκεια των προβλεπομένων τελετών, τους λιλιπούτειους, πρόσκαιρους αιχμαλώτους τους, μάλλον θα αντιμετωπισθούν ευνοϊκότερα στα στάδια όλων των επερχόμενων μεταμορφώσεών τους. Δεν παρέλειψα να προμηθευτώ μια κίσσα το πρωί των εορτασμών. Ήταν η μόνη που είχε απομείνει στον πάγκο με τα άλλα ζώα. Δεν καθόταν λεπτό ήρεμη. Μπορεί και να έσπαγε από τον πανικό τη μύτη της στα κάγκελα από μπαμπού που την κρατούσαν δέσμια φαίνεται για κάμποσες μέρες. Λίγο αργότερα, όταν άνοιγα την πόρτα του κλουβιού, είδα στα μάτια της την άφατη συνείδηση. Τη χαρά.

*

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Επίκουρος, πρόλογος Ντ. Σ. Χάτσινσον, μετάφραση-επιμέλεια Γιάννης Αβραμίδης, Θύραθεν 2012.
  • Εμμανουήλ Ροΐδης, Η Πάπισσα Ιωάννα, 1866.
  • Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα, πρόλογος-μετάφραση Δημήτρης Καλοκύρης, Πατάκη 2014.
  • John Blofeld, Τάο. Μυστικισμός και φιλοσοφία, μετάφραση Ανδρέας Λυμπερόπουλος,. Κέδρος 1998.
ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: