Σφιχτά κρατά στα χέρια του κι ο Ορφέας των υδάτων / σαν άγιο δισκοπότηρο κύπελλο με νερό / γεμάτο από τη γαλανή ψυχή των αθανάτων
Προσπάθησε να ορίσει ποια είναι τα υλικά και τα άυλα κι από πού προέρχεται το καθένα. Ποια καθορίζονται μέσα μας ποια απέξω μας...
«Η ευθεία γραμμή» σκέφτεται «Αυτή είναι στην πραγματικότητα η ατέλεια που υπάρχουμε...»
Με κουρασμένα πέλματα / οι λεπτοδείκτες, / σπρώχνουν το παρόν / στο χείλος των ματιών
Έπλεε μέσα στη μελωδία, με ένα αχνό χαμόγελο...
«Όποιος αντέχει να περιμένει, βγαίνει απαρέγκλιτα κερδισμένος», είχανε πει οι σοφοί
Προσπαθώ να βγάλω την άμμο από την κάλτσα μου χωρίς να χώσω το χέρι μέσα στο παπούτσι
Πρωτόγονες λέξεις που τις λες μια φορά και καρποί της γης στο τραχύ του ασβέστη πέλμα, ελαφρόπετρες
Η Κυριακή εκείνη δεν ήταν όπως οι άλλες
Μέσα υπάρχουν πράγματα που δεν πέταξες επειδή δεν ήξερες πώς να τα ονομάσεις
τους στίχους να στηλώσει προσπαθεί, / να κρατήσει το ποίημα, / μη σαν την μελάνη απλωθεί κι όλο το φύλλο πνίξει.
Τρία αποσπάσματα από το ομώνυμο συνθετικό ποίημα