Αυτοί οι ήχοι / ολόκληροι δονήσεις και αντιστίξεις, / συνοψίζουν τον χώρο και την ιστορία μας—: τα κλάματα του σκύλου
Μια γυναίκα εισέβαλε / με το κοντάρι / και ξεκάρφωσε τις αράχνες / του θανάτου / απ' το παράθυρο
Η αξιοπρέπεια είναι το όπιο του μικροαστού
Η άρνησή της ήταν το μόνο πράγμα που της είχε απομείνει. Αλλά η γεωμετρία της άμμου είχε αλλάξει
Τους τόμους σου τώρα γλεντούν τρωκτικά! / Ο σάπιενς σ’ έχει καιρό προσπεράσει
Κανείς και καμία από την παρέα δεν τόλμησε να τον ξαναπλησιάσει
Tώρα που συγγράφω άνελπις πίνοντας κρασί λευκό αυτές τις ποταπές αράδες...
Τώρα σε κάνανε άγαλμα / όνομα έγινες, / σε 'καναν τόπο
Το νήμα κάτω από τα πόδια μου που ενώνει τις δυο κορυφές της Ανάδυσης και Κατάδυσης κάνει κοιλιά
Ήρθε. / «Πολύ τρέξιμο σήμερα», είπα. / Έγνεψε. / Το δέχτηκε αμέσως
Αποφάγια χείμαρρου / πριν γίνουν σκόνη
Μαχαίρι / Ροζ φλις: Δυο ιστορίες
Βραδυκίνητη, ογκώδης και συνθλιπτική / η θλίψη ήταν πάντοτε εκεί
Έζησα τόσα χρόνια / στην έρημο τού φόβου, είπε. / Θέλω τώρα να ξεκουραστώ / στο βαμβάκι τής ψυχής
Συχνά αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας σε αναπαραστάσεις που ουδόλως μας απεικονίζουν
Απλώς υπηρεσία διατεταγμένη / κι η μάνα η οικουμένη: σκοτωμένη / κι αυτός αναστημένος, φωτιά κι αέρας