Δεν ήταν άνθρωποι καλυμμένοι. Ήταν άνθρωποι υφασμάτινοι. Όταν πέθαιναν, έμεναν μόνο κλωστές
Το μουλιασμένο νεράντζι χάνει έτσι τον μοναδικό θεατή του. Σε λίγες ώρες θα ‘χει χαθεί κι αυτό
Τις νύχτες γράφουν την αυτοβιογραφία όλων μας / την κλείνουν σε φακέλους / και τους παραδίδουν στο νεογέννητο γκιώνη την αυγή
Δύο ποιήματα
Η Μαρία βγαλμένη από άλλη δεκαετία: χρυσαφένια κυματιστά μαλλιά, παστέλ φούστα και 1.85 ύψος που δεν χρειάζεται ενισχύσεις
Από εδώ ξεκινούν / τα αληθινά ταξίδια
Καθόμαστε και περιμένουμε την Ανάσταση (και πριν απ’ αυτή τον Θάνατο)
Αφού στο είχε προείπει η Λιάνα, «γιατί ο Έρωτας έχει φτερά;»
Μη μου ζητήσεις ποιήματα / για πόλεις / που δε φεύγουν // Ποτέ / καμία τους δεν έμεινε―/ όχι πιότερο από λίγα χρόνια
Σαν άκουσα την ιστορία αυτής της σχεδόν μαγικής κατασκευής σάστισα
Κάποιοι ισχυρίζονται πως, καθώς πέφτει η νύχτα στις κορυφογραμμές, ο άνεμος μεταφέρει ένα μοναχικό τραγούδι...
Να μη λερώσει ο οίκτος το καλοσιδερωμένο πουκάμισο. Να μη ξεγυμνώσει η παρουσία του την κενότητα και τη ματαιοδοξία