Ξύπνησα πριν απ’ το φως. / Το σπίτι κρατούσε ακόμη τη νύχτα του
Ο καθρέφτης έδειχνε ένα πρόσωπο ταλαιπωρημένο, με μαύρους κύκλους
να με θυμάσαι είπα / και χώρισα τον κόσμο σε μικρά / ίσα τετράγωνα
Εγώ είμαι απ’ τους τυχερούς / Υπήρξα θάλασσα / πριν γίνω έρημος / Όποιο κοχύλι κι αν ρωτήσετε / με θυμάται
Μια πικρή ελεγεία της νιότης που χάνεται— λίγο πριν σωριαστούνε στη γη τ’ αδειανά τους πουκάμισα
Ένα εκτενές αφήγημα
H γυναίκα αυτή πενθούσε / όταν έχανε κάτι που είχε, / κρυστάλλινα ελάφια τότε ξεπηδούσαν / απ’ τα δάση των ματιών
Στο τσακ πρόλαβε να δρασκελίσει στ’ αριστερά, για να την αποφύγει
Αλλά ακόμη πιο μεγάλο αίνιγμα, ήταν να διαχωρίσω τις μελιτζάνες παπουτσάκι, που απεχθανόμουν, από τα παπουτσάκια που φορούσα
Γυρνά ατέρμονα ο κόσμος / γύρω απ’ την απουσία του / σε διαρκή ναυτία / μιας αναρρόφησης / του παλαιού του βάθους
Η μνήμη όμως επιμένει: κολυμπάμε στο ασύλητο νερό / στον επόμενο ουρανό
«Μικρό πουλί, πού πας στα ξένα;»
Υπάρχει ένα αναλόγιο σε κάποια δωμάτια / που στέκεται και σκονίζεται / και αναλογίζεται ...
Σε καιρούς νηνεμίας χάσκουνε οι ανεμόμυλοι / θέλουν σφοδρούς αέρηδες οι φτερωτές
Γράμματα πια δε γράφει. / Σε ποιον να πει για το χθεσινό σύννεφο / από το δειλινό χρυσωμένο / πεφωτισμένο;
Η κίνησή τους / φωτόνια με διαρκή αλλαγή κατεύθυνσης
Κι εσύ δένεις μπαλόνια στα μπαλκόνια. Στολίζοντας τη φυλακή γίνεται καταφύγιο, λες