Μένω να υφαίνω στον αργαλειό / Πάντα η ίδια σκηνή, η ίδια ραψωδία
Στο καφενείο, οι γέροι με τη φλόγα έχουν φύγει
Το παιχνίδι ήταν ένα λούτρινο σύννεφο που το πάταγες και έπαιζε ήχους του δάσους και τραγούδια και τέτοια
Γελά γιατί με τους καπνούς έχει κάνει συμφωνία να πνίξουν το σπίτι ελεύθερα
Ο ήλιος τον τυφλώνει κι ας είναι ακόμα πρωί. Βάζει το χέρι αντήλιο και χαζεύει την απλωμένη μπουγάδα
Περαστικοί. Η γειτόνισσα που κρατούσε από το χέρι ένα παιδί με κόκκινο μπαλόνι. Ένας σκύλος που κουνούσε την ουρά του χωρίς λόγο
και μυρίζει σκουριά σαν της δόξας τη φθαρμένη εξουσία που στέκει φυτεμένη ρηχά σε μιας όχθης σαθρής την κινούμενη άμμο
Ήθελε προσοχή όμως, τα ρέματα όλο και φούντωναν
το μυαλό της / κολλημένο στου παρελθόντος μια περιοχή, μιαν ιδέα: / υπερασπίζεται τη δική της, ιδιωτική, Κριμαία
Κοντοστεκόμουν λίγο στο άκουσμα της τελευταίας φράσης κι ύστερα θύμωνα κι άρχιζε ένας τρικούβερτος καυγάς
Φοράει τριγωνικό μαντήλι στα μαλλιά. Η άκρη του τεντώνεται στον αέρα σαν εμπριμέ ανεμοδείκτης
Η διαμαντοκοτρόνα της Κοινοπολιτείας / Η ελαφρόπετρα του Μαγκρίτ / Η πέτρα με τον σκορπιό από κάτω / H πέτρα άγρυπνο κώμα
Γυρεύουμε και την κόρη μας εκ Καρυών, / σπάραγμα Ερεχθείου, που / αλλού είναι το σώμα της κι / αλλού χτυπά η καρδιά της
Δύο ποιήματα
Κι ενώ η μητέρα της μέσα στην αγωνία της, ήταν έτοιμη να καλέσει την αστυνομία, ο Πίτερ αναφώνησε: «Η Μπλανς έγινε κάκτος!»
Κοιτάζει σ’ ένα βιβλίο αυτή την εικόνα. Είναι το πρόσωπό της καθώς παίρνει μια αναλλοίωτη μορφή και στέκεται στο χρόνο
Εγώ είμαι η νύχτα που δεν εξημερώθηκε