Μια μικρή χώρα δίχως σημαίες: Ένας καταυλισμός ποιημάτων

Μια μικρή χώρα δίχως σημαίες: Ένας καταυλισμός ποιημάτων
Φωτοσύνθεση Δημήτρης Καλοκύρης

«Να βρεις για τις λέξεις μια μικρή χώρα δίχως σημαίες…». Με αυτό το παράγγελμα εις εαυτόν ξεκινάει ο Γιώργος Βέης τη διαδρομή του στην ποίηση ήδη από το πρώτο βιβλίο του Φόρμες και άλλα ποιήματα. Στο ίδιο βιβλίο συναντάμε το ποίημα «Μονόλογος» που αρχίζει ως εξής: «Οι δικοί μου δεν ταξίδεψαν ποτέ σε μέρη μακρινά / Θυμάμαι όμως ότι έφερναν πάντα μαζί τους / την αίσθηση ενός μακρινού κόσμου / μιας ξενικής συμπεριφοράς και προπάντων εκείνο / που κυματίζει στα μάτια του καπετάνιου: την απόχρωση του γαλάζιου.» Μια ζωή αργότερα μας παραδίδει έναν καταυλισμό ποιημάτων, χωρίς να έχει κλείσει βεβαίως τους λογαριασμούς του ούτε με την ποίηση ούτε με τους μακρινούς κόσμους της που βρίσκονται εδώ πλάι μας πλέον, ούτε βεβαίως με την ψυχική γεωγραφία του και τους χρόνους της. Καθώς μάλιστα φυλλομετρούμε τη συναρμογή του συνόλου των ως τώρα δημοσιευμένων ποιημάτων του αντιλαμβανόμαστε πως εξαρχής οι συντεταγμένες της ποίησής του παραμένουν σταθερές όσο κι αν, τι παράδοξο, ο ποιητής μετατοπίζεται στον χώρο και στον χρόνο. Ο εντεταλμένος ακολουθεί στην πορεία του μια σταθερή πλεύση ακολουθώντας ποικίλες διαδρομές. Σπάνια σε ένα ποίημα να προοιωνίζεται μια ολόκληρη πορεία σαν χαραγμένη σε σφραγιδόλιθο, όμως στο ίδιο αυτό εμβληματικό ποίημα «Μονόλογος» καταλήγει: «Γι’ αυτό, σαν έφυγαν, βρήκε στην αυλή ξεχασμένον / έναν μικρό κόκκινο θεό, με τρία μάτια. / Τώρα που τριγυρνώ μόνος αισθάνομαι έναν πόνο στο μέτωπο / που αρχίζει πάνω απ’ τη μέση των φρυδιών». Μοιάζει σαν στο ποίημα να χαράσσονται πολλές όψεις των διαδρομών του Γιώργου Βέη. Διαδρομές που διασχίζουν τις επιφάνειες και τα έγκατα, ακολουθώντας αυτό το τρίτο μάτι του μικρού κόκκινου θεού που, εμφανές για τον θεό αλλά αθέατο για τον ποιητή, βρίσκεται σε αυτή την περιοχή η οποία ορίζεται από τον λιτό κι ευθύβολο τίτλο «Βλέπω» της ομώνυμης συλλογής, δωδέκατης στη σειρά, αλλά και του συντριπτικού πλήθους των σημαινόντων οπτικής και οραματικής τάξης στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων της φανερωμένης ποίησής του. Αυτό το «βλέπω» στη συνέχεια μεταστοιχειώνεται: «Χώρος μου είναι τα μάτια των προβληματικών παιδιών […] χώρος μου είναι όλα τα μάτια που αγάπησα και θ’ αγαπήσω». Ο χώρος των ματιών, ο χώρος του βλέμματος, εκεί όπου καθρεφτίζεται το σύμπαν και ο άλλος, η απεραντοσύνη του αλλά και οι συγκεκριμένοι πυρήνες του μέχρι εκεί όπου φτάνει η ορατότητα, εκκινώντας από τα παιδιά και καταλήγοντας στους αγαπημένους: αυτή είναι εν μέρει η ποιητική επικράτεια του Γιώργου Βέη. Είναι σαν εκ των προτέρων ο Βέης να θέτει ως αρχή της ποιητικής του μια ποιητική του βλέμματος, μια προ-οπτική χωρικής ποιητικής που ξεκινάει από το ύψος των ματιών και φτάνει στο συν άπειρο. Όμως από το βλέμμα που εξακτινώνεται μένει αυτή η «άμμος: ό,τι περισσεύει / από το άπειρο». Άραγε η άμμος ως έδαφος των ποιημάτων του, σαν από την περίσσεια του απείρου; Και τα ποιήματα είναι αυτά τα αντίσκηνα, τα οποία στήνει στην άμμο συλλέγοντάς τα από το άπειρο, αφού για εκείνον εντέλει «η απεραντοσύνη συνιστά οικειότητα»;

Το τοπίο, ό,τι έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε τοπίο, που ποτέ δεν είναι μόνον τοπίο, οι τόποι των τοπίων, που σαν τόπια κυλάνε στα τέσσερα ποτάμια του ορίζοντα, γίνονται ποίημα, γίνονται λέξεις: «Πότε και πώς μπόρεσαν / όλα αυτά τα βουνά, οι λίμνες / να γίνουν οι λέξεις / τα όνειρά μας / στις ώρες της στέρησης / και της ανάγκης; // Η φωτιά δεν θα σβήσει / ο κόσμος σώνεται / παραμένει στην επιθυμία.» Ιδού λοιπόν ένα κατάλυμα για τους ίδιους τους τόπους πλέον: οι λέξεις· τα βουνά και οι λίμνες μεταμορφωμένα σε λέξεις. Και ακολούθως η άρμοσή τους σε ποίημα. Μαζί τους όμως, αν όχι και πριν από αυτές, ο κόσμος, επειδή σώνεται, σώζεται στην επιθυμία, παραμένει ακατάλυτος σε αυτήν και ξαναρχίζει μαζί με τη φωτιά, εκείνη που φωτίζει ακόμα και τις ώρες της στέρησης και της ανάγκης. Ο άνθρωπος, αυτός ο κατά τον ποιητή «προικισμένος ναυπηγός του τυχαίου», στα ποιήματα του Γιώργου Βέη περνάει μέσα σε λίγους στίχους από τρεις καταστάσεις που σφραγίζουν τη συνθήκη του: στέρηση, ανάγκη, επιθυμία. Αλλά όλα αυτά δεν τα προσεγγίζουμε αν δεν μας τα γεφυρώνουν οι λέξεις, οι καθημερινές που είναι οι ίδιες με εκείνες που καταυλίζονται στα ποιήματα. Ενώ και τα ίδια τα ποιήματα είναι φτιαγμένα από τα φθαρτά υλικά μιας καθημερινότητας, η οποία μέσα στο ποίημα συλλαμβάνεται στιγμιαία ως φευγαλέα και αιώνια μέσω της θείας επανάληψης. Οι λέξεις λοιπόν για τις οποίες ο ποιητής γράφει: «έτσι ακριβώς κι εγώ θα σας πάρω / μαζί μου όσες μπορέσω / λέξεις ταπεινές και λερωμένες των ασύλων / να σας κάνω έμβλημα και προστασία». Έτσι οι λέξεις γίνονται το πρώτο καταφύγιο· συγκεντρώνουν, στην αποτρεπτική και συλλεκτική τους διάσταση, ό,τι πολυτιμότερο. Οι λέξεις περισυλλέγουν και προστατεύουν, μας παρέχουν ένα είδος ασυλίας και μας οδηγούν προς τη ζωή κρατώντας συγχρόνως τις απαραίτητες αποστάσεις από τον θάνατο. Μας τρέφουν επίσης κυριολεκτικά και μεταφορικά, προσφέροντάς μας νόημα: «Τα γράμματα, οι συλλαβές / πάνω στο τραπέζι τόσο ξεκάθαρα / ναι, εδώ μπροστά μου, προτού ενωθούν / και πώς γίνονται σε μια στιγμή / όλα αυτά τα σποράκια / οι λέξεις σου / πώς δένουν αμέσως σε νόημα». Τι ωραίοι, πόσο πολύτιμοι οι σουσαμόσποροι του Βέη, αυτό το ταπεινό, στα όρια του ορατού, θρεπτικό σποράκι που γίνεται εδώ ποίημα και το μέγεθος και η συλλογή του μέσα από τους λοβώδεις, χεδρωπικούς καρπούς του μας οδηγούν στην εργασία του ποιητή ως μυρμηγκιού που αεικίνητο συλλέγει λέξεις-σουσαμόσπορους, προχωρώντας ένα έργο πολύ μεγαλύτερο από τους ώμους του. Αλλά εδώ βρίσκεται και η αξία του ποιήματος, εκεί όπου αυτό ξεπερνάει τον ποιητή, πάει πολύ πέρα από τα άκρα που τον δημιούργησαν.

Θα ήθελα, ακόμα και σε μια τέτοια ανάγνωση εξερεύνησης των ποιημάτων, να αφήσω τους στίχους του ποιητή να μιλήσουν από μόνοι τους, αλλά πάντοτε χρειάζεται ένα νέο στοιχειώδες πλαίσιο, αυτό που προκύπτει από την ανάγνωση, για να σταθούν και να στοιχειοθετηθούν στο νόημα που τους αποδίδει πλέον ο αναγνώστης, κατά την ομορφιά, το ύψος και το βάθος τους, αυτή τη λειτουργία της φανέρωσης που συντελείται όταν διαβάζουμε τα ποιήματα. Πρόκειται για ό,τι ο ίδιος ο Βέης ονομάζει «Έρωτα, προνόμιο της γλώσσας» αποδίδοντας την ερωτική διάσταση της ζωής κατεξοχήν σε αυτό το Ποίημα του ανθρώπου που είναι η γλώσσα, δημιούργημα εξ-αιρετικό, μοναδικό στην ιστορία του ανθρώπου το οποίο, ιδού το παράδοξο πάλι, καταφέρνει συνεχώς να δημιουργεί και να αναδημιουργεί τον δημιουργό του, όπως ίσως κάθε ποίημα ξαναφτιάχνει τον ποιητή με κάθε ανάγνωση, με κάθε αναγνώστη. Κι αυτό με έναν τρόπο ο Βέης το συνοψίζει σε τέσσερις μόνον λέξεις που περιέχουν όλη την αντίφαση της ανθρώπινης υπόστασης αναφερόμενος στα «μεταχειρισμένα ονόματα της αθανασίας». Είμαστε αυτά το ονόματα, τα κεντάμε όλη την ώρα και με αυτά περνάμε από τη μια γενιά στην άλλη, διαιωνίζουμε αυτό το σπαρακτικό μέσα στην ομορφιά του βάσανο που είναι η ζωή μας, αφού εξίσου «Αειθαλή επιφωνήματα / μας δικαιώνουν, μας εξαντλούν». Όμως, παραμένοντας στην ερωτική περιοχή στην οποία έχει προνομιακή θέση η γλώσσα, χρειάζεται να προσθέσουμε πως στην ποιητική του περιοχή ο Βέης ρίχνει τον έρωτα στη σέντρα, εκεί όπου πραγματικά ανήκει: στο κέντρο. Έχουν κατά καιρούς υπάρξει και θα υπάρξουν ποιητές που έχουν χαρακτηριστεί κατεξοχήν ερωτικοί επειδή έχουν φέρει την ερωτική συνάντηση, όποια μορφή και να παίρνει αυτή, στο επίκεντρο όσων μπορεί να απασχολούν έναν ποιητή. Δεν ξέρω αν ο Βέης είναι απλώς ένας εξ αυτών, αλλά είναι βέβαιο πως με τον έρωτά του για τη γλώσσα, διάσταση μάλλον αυτονόητη για κάθε ποιητή, μας μεταφέρει τον έρωτά του για τη γυναίκα, για την ομορφιά, για τη σαρκική συνάντηση δύο ανθρώπων καθώς συνδέονται στην κορυφαία στιγμή όπου χύνεται ο ένας μέσα στον άλλον και δεν περισσεύει τίποτα για κανέναν άλλον εκτός από αυτούς τους δύο. Είναι η αδιανόητη στιγμή της αλληλοπεριχώρησης για την οποία, κάθε φορά που συμβαίνει, δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα εάν θα επαναληφθεί στις απόπειρες επανάληψης, καθώς αυτές οργώνονται από την επιθυμία. Νομίζω ότι οι αντίστοιχες στιγμές στην ποίηση του Βέη μαρτυρούν αυτό το φευγαλέο όσο και ασύλληπτο, μολονότι εξίσου βιωμένο.

«Από τα μάτια πιάνεται στα χείλη κατεβαίνει» λέει για τον έρωτα το δημοτικό τραγούδι, αφού όντως στο σκαλοπάτι του λόγου της ποίησης η ματιά του Βέη κατεβαίνει ώστε το άυλο του βλέμματος να ριζώσει στην οντολογική βάση των σωμάτων. Κι αυτό όχι επειδή τα ερωτικά ποιήματά του υμνούν εντέλει την αφή ενώ δοξολογούν την εγγύτητα εκεί όπου το βλέμμα μοιράζει κι απολαμβάνει την απόσταση, καθώς όπως γράφει «τα μάτια δεν χορταίνουν το χάος». Αλλά επειδή η δοξολογία του βλέμματος εδώ οδηγεί μοιραία στην αφή καθώς «με το χέρι μου μόνο φτάνει η στοργή κοντά σας και χαίρομαι» μολονότι «και το πιο αθώο χάδι είναι φθορά». Από αυτή την κατάφαση της στοργής μέσα στη φθορά και τη μετάβαση από το άυλο και ενδεχομένως δυνητικά άφθαρτο βλέμμα στο φθαρτό άγγιγμα υψώνεται ο έρωτας, η ερωτική συνύπαρξη και όσα εννοούμε και φανταζόμαστε με αυτήν. Ο Βέης επανέρχεται ολοένα με την πιο σωματική πλευρά των συναντήσεων: «κι εγώ θυμάμαι τότε που λιποθυμούσαμε / αβοήθητοι και φυσικά αμετανόητοι / μέσα στη ζέστη της ηδονής μας / τότε που τα πάντα μύριζαν μασχάλη». Ή άλλοτε «Καλοκαίρι Γυμνός / κι ο χρόνος του φιλιού σου στο μηδέν» όταν το αδιαπέραστο των σωμάτων περνάει πέρα από τις λέξεις και αναφέρεται στο βύθισμα της εκστατικής συνάντησης: «άλλοι ας το πουν αυτό έκσταση / για μένα είναι ένα ταξίδι χωρίς τοπία.». Εκεί «στο χωρίς τοπία» βουλιάζει κανείς σε μια αίσθηση τυφλά σωματική, όπου και πάλι γράφει: «Όχι η φύση (ή το ρήμα) / αλλά η έκσταση». Μόνο που αυτή η έκ-σταση, όσο κι αν ερμηνεύεται συνήθως ως έξοδος και στάση έξω από το σώμα, εδώ δηλώνει την καταβύθιση στο πιο άφατο των σωμάτων, το βύθισμα στην πιο υλική αίσθηση της ανείπωτης συνάντησης όπου χαίνουν τα ονόματα, χάνονται οι διαφορές και μένει μόνο η ύλη με τη δική της οργάνωση σε ένα σύνολο που αποδίδει μονάχα μια αίσθηση σε κάτι χωρίς έξοδο πέρα από τα δύο σώματα της αμοιβαιότητας της περίπτυξης. Εκεί ακριβώς όπου «Από την πλάτη χαμηλά στις φτέρνες δυο λεπτά δρόμος / πώς γίνεται να χάνεσαι, να πεθαίνεις από δίψα;» Γίνεται όμως, επειδή η διαδρομή συμβαίνει στο εσωτερικό άπειρο. Είναι το ίδιο όπως όταν: «πέφτεις πάλι στα γόνατα / ξέρω τα δίνεις όλα / όση ψυχή και όσο σώμα σου έχουν απομείνει / για να σε βγάλω απ’ το καμίνι της μνήμης», όπου το παρόν των σωμάτων διεκδικεί το είναι του. Ή αλλιώς: «είμαι από σένα, ένα γερό κομμάτι ερειπίων / που αντέχει με τις ώρες το αγκάλιασμά σου / και δεν συντρίβεται όπως οι άλλοι» αφού στο τέλος οι εραστές σωριάζονται σε έναν σωρό ερειπίων, αναμεμειγμένων μεταξύ τους, που τα μεν αγκαλιάζουν τα δε, κοινή ερωτική σορός στο τέλος. Κι ακόμη, συνεχίζει ανυποχώρητος ο Βέης: «Στο βάθος των ανυπόμονων μηρών κέρδισα / το ψωμί μου μέρα-νύχτα αγύριστο κεφάλι / ούτε μια στιγμή δεν χαρίστηκα σ’ εσένα, Σκιά». Ο ερωτισμός διατρέχει τα ποιήματα με μια χρωματική ένταση αφήνοντας ίχνη που συνοψίζονται στον εξής στίχο: «Ό,τι κι αν αγγίξουμε όμως θα στάζει / πόθο». Πώς να πει πιο απερίφραστα ο ποιητής πως κάθε άγγιγμα είναι άγγιγμα επιθυμίας, πως κάθε λέξη είναι λέξη πόθου που προσδοκά να εκπληρωθεί, ενώ συγχρόνως ομολογεί «τι σκοτεινό πέρασμα η χαρά». Το ερωτικό αγκάλιασμα συντελείται στο πιο βαθύ επίπεδο των σωμάτων, εκεί όπου ο ένας μπορεί να αγγίξει τον βυθό του άλλου, στον πυρήνα της ψυχής του που εγκαταβιεί στο ανείπωτο του σώματος. Έναν βυθό όμως που οδηγεί άλλοτε στο βάθος της ηλικίας «σαν ένα στοίχημα με τον χρόνο / πώς θα κερδίσω πάλι την παλιά γλώσσα / των δέκα μου χρόνων / εκλιπαρώντας για λίγη αφή» κι άλλοτε στο βάθος των αιώνων «Κι ακούω τον ρόχθο του αιώνα / παγκόσμιοι πόλεμοι σ’ ένα ξέπνοο φιλί», εκεί όπου «Αρχή σοφίας το ρημαγμένο φιλί». Από την ερωτική παλινδρόμηση στην παιδική ηλικία και στην παλιά, πρώτη, γλώσσα που δεν είναι άλλη από εκείνη των σωμάτων και των αισθήσεων μέχρι την προαιώνια μάχη, εκείνη την οποία ο έρωτας αντικαθιστά, στο παμπάλαιο σύνθημα: από τη δημιουργία στην καταστροφή και πάλι πίσω. Κι ο ποιητής αναρωτιέται: «ποια δύναμη είναι αυτή λοιπόν / ποια αντίστροφη μέτρηση, που μας στέλνει πίσω / στην αρχαία κοιτίδα των τελετουργικών σπασμών». Οι τελετουργικοί σπασμοί είναι η κίνηση και οι ρυθμοί των σωμάτων, όσοι γίνονται ποίηση, μετα-ποίηση, από τα κύτταρα και τις δομές τους και τη χημεία τους στις λέξεις και στους στίχους. Ο Βέης ανασκάπτει όλο πάθος το ερωτικό βίωμα με τις λέξεις του. Και σε αντίστιξη: «Θαρρετά, όπως οι σταυραετοί στις αγχόνες, / κυλάνε οι ώρες κατανυκτικές συνουσίες / στο φως μιας απεγνωσμένης αβρότητας / οι αγαπημένοι π ρ ο χ ω ρ ο ύ ν». Όλη η ανθρώπινη απόγνωση για τον χρόνο που περνάει και μας χαρίζει τις συναντήσεις μπορεί να περιέχεται εδώ μαζί με την ηδονή ενός τέλους χωρίς καμιά επιστροφή. Οι ώρες, οι συνουσίες προχωρούν όσο οι αγαπημένοι τις αφήνουν πίσω.

Κι όμως από το δράμα αυτό της υπαρξιακής μας εκκρεμότητας, όπως το ζούμε από γεωγραφία σε γεωγραφία, ο Βέης περνάει με τον ποιητικό του κυματισμό στην ενατένιση της ζωής όπως αυτή παραδοσιακά διατρέχει την ανατολική σκέψη και το πνεύμα του χάϊκου. Νομίζω ότι ο Βέης δεν συναντήθηκε με το πνεύμα αυτό κατά τη μετακίνηση της ζωής του προς ανατολάς, όπως θα μας υπέβαλλε η βιογραφία του. Αφού η συνθήκη αυτή υπάρχει στα ποιήματά του πολύ πριν συμβεί η ανάλογη μετατόπιση. Απλώς, όταν έζησε στην Άπω Ανατολή και συνδέθηκε στενά με το πνεύμα που την κατοικεί, ό,τι κουβαλούσε από την εποχή των πρώτων του ήδη ποιημάτων –όπου σποραδικά διακρίνουμε αυτό το πνεύμα, και ακολούθως από βιβλίο σε βιβλίο όλο και συχνότερα– συναντήθηκε στο πραγματικό ταξίδι με ένα μετείκασμα του στο έξω. Και αφέθηκε σε αυτό, όπως κανείς αφήνεται στον έρωτα· αφέθηκε να τον κατακλύσει και να γίνει βασικό συστατικό της ποίησής του. Είναι ακόμα πιο παράδοξο το πως αυτό το πνεύμα τον οδήγησε στα πιο πρόσφατα βιβλία του σε μια διστακτική για την ώρα επιστροφή και στα πάτρια της Σάμου: «επιτέλους δικές μας στιγμές σαμιώτικες». Εδώ, στο πνεύμα του χάϊκου, το βλέμμα ξεδιπλώνεται πλήρως, από τον έναν στον άλλον, κι από εκεί προς τη φύση, προς ένα περιβάλλον που αναπνέει μέσα στον ερωτισμό της ματιάς, εκεί όπου η ματιά η ίδια γίνεται μέρος αυτού του περιβάλλοντος, μέρος του τοπίου: «Καλειδοσκόπιο δέους των πρωτόγονων φυλών, ένα βλέμμα μου». Συνεχίζει ο Βέης: «ας κοιταχτούμε στα μάτια / […] / αλλά κρατώντας ο ένας τα χέρια του άλλου / απερίσπαστοι, με αφοσίωση επιτέλους / ας μείνουμε βαθιά μέσα / στο βλέμμα το συντροφικό / γιατί απλούστατα εκεί / […] / μας περιμένουν όλα τα καλοκαίρια / από δω και πέρα». Και από την ερωτική συνάντηση στο βλέμμα, όπου συναρμόζονται μάτια και χέρια, ο Βέης περνάει στην ερωτική διάσταση της σχέσης με τη φύση ή στη φυσική διάσταση του έρωτα όπως αυτή αποτυπώνεται στις εργασίες ενός επίμονου κηπουρού: «τα χνάρια της τσουγκράνας στο γρασίδι, / το μπόλιασμα της αγριολεμονιάς, / ιδίως το κλάδεμα του φράχτη με τις τριανταφυλλιές / μαρτυρούν τα έμπειρα, τα πολύξερα χέρια / του έρωτα». Εδώ ακόμα και η αγριότητα του έρωτα –που κλαδεύει, μπολιάζει, αροτριεί– μπορεί να πάρει τη φυσικότητα εκείνου που πλάθει μορφές, σαν να φτιάχνει ένα αγγείο με φυσικά μέσα. Είναι τα ίδια χέρια που περιβάλλουν το επίγειο ταξίδι: «με τη χώρα μου στον χάρτη του χεριού / πορεία τυφλή». Κι ακόμα: «Άρρωστο βλέμμα καρφώθηκε στη ρίζα του λαιμού / στο χέρι παγκόσμια γεωγραφία η σπατάλη του σπέρματός μου» αλλά και «Η φωτιά της αναπνοής σου συχνά τα τσουρουφλίζει τα ευτυχισμένα μου δάχτυλα και θα τα σακατέψει». Εδώ από το βλέμμα στο άγγιγμα κι από το μάτι στο χέρι και στα χέρια, ένα αδιάκοπο πήγαινε έλα δίνει νέους σχεδιασμούς στους χάρτες που διαμορφώνει. Ωστόσο το μάτι παραμένει κυρίαρχο αφού «τα όντα θέλουν βλέμμα» και «Ο τα νυν ιδών πάντα εώρακεν» σύμφωνα με την αναφορά του στον Μάρκο Αυρήλιο. Ο Οδυσσέας Ελύτης, που κι εκείνος τίμησε με το παραπάνω την ποιητική του βλέμματος, γράφει: «Και προσωπικά πιστεύω ότι έχει πάντα περισσότερα να μας πει ένα παρθένο μάτι που μόλις επέστρεψε από το γύρο των γνωστών μας πραγμάτων, παρά ένα μάτι κοινό που αξιώθηκε να πλανηθεί σε περιοχές παρθένες.»[1] Όμως στην ποίηση του Βέη η αναπαρθένευση του βλέμματος δεν συνδέεται μήτε με τις παλιές μήτε με τις νέες συναντήσεις. Το καινούργιο αναβλύζει συνεχώς από την μέσα πηγή και συναντιέται με ό,τι ανανεώνεται εκ των έξω. Άλλωστε, θα γράψει ο Βέης: «μέσα στο διάστημα μάτι η πατρίδα μου ανεβαίνει. / Τώρα που όλα έχουν παιχθεί στα ζάρια η πατρίδα μου έγινε το μάτι σου.» Ο ποιητής αναγνωρίζει ως πατρίδα του το μάτι-καθρέφτη του άλλου, από εκεί κατάγεται και εκεί κατατείνει. «Κάθε πράγμα είναι βλέμμα»: το βλέμμα στην ποίηση του Βέη σαρώνει τα πάντα, τα καταλύει και τα φανερώνει. «Τίποτα στα μάτια μου, μήτε το ξαφνικό γέλιο του Θεού» ή «το πονεμένο μάτι του ανθρώπου» ή «Η μέρα που γέννησε την καλοσύνη / ακόμα μέσα στα μάτια σου ξημερώνει…» ή «Δώσε στα μάτια σου τώρα το αληθινό σώμα» ή η διαπίστωση και η εντολή «Γίνεσαι ό,τι ακούς, γίνε ό,τι βλέπεις». Για να καταλήξει: «Δώσε στα μάτια σου λοιπόν τα καλύτερα τοπία» και να ζητήσει: «Δώσε στα μάτια σου λοιπόν μνήμη». Μέχρι εντέλει το βλέμμα να μετατραπεί σε απειλή «Μη με κοιτάς άλλο όπως το γεράκι τη λεία του». Το βλέμμα γίνεται ένας εσωτερικός χάρτης οδηγώντας εκεί όπου «των σημαιών ψηλά οι σημασίες / ως εκεί που πιάνει το μάτι τ’ ανείπωτα»· κι αυτό συμβαίνει «διότι θέλουμε να πιστεύουμε στα μάτια τους [των φίλων]». Είναι καταιγιστική η παρουσία του βλέμματος που καταλήγει σε μια οντολογία, στα πράγματα, στα όντα, έτσι όπως αυτά φανερώνονται όλο και πιο καθαρά στα τελευταία βιβλία μέσα σε μια ήσυχη παρουσία.

Ο Βέης, που πιστεύει «πως τα τοπία ορίζουν την τύχη μας», συναντιέται μέσω του βλέμματος και βρίσκει σε αυτό την υπαρκτική αλήθεια των όντων, ανακαλύπτοντας πια σε ό,τι ονομάζει «Θρύλους της όρασης»[2] «ένα βαθύ βλέμμα / να δω ξανά τα σύννεφα στα χαλίκια / να πιστέψω στη διάρκεια της μέρας». Εδώ γειώνεται και αγγίζει το χρόνο εκεί που σάρωνε τον χώρο. Αυτό τον φέρνει να συναντηθεί με τη «σοφία της υποταγμένης πέτρας». Το βλέμμα καθαυτό υποχωρεί και οι λέξεις του σχεδιάζουν με την απλότητα που έχουν οι γιαπωνέζικες ζωγραφιές τα τοπία, τα πράγματα, τα όντα. Όλα ζωντανεύουν με «Μια ωριμότητα διαίσθησης παντού. / Τα πράγματα λες και είναι έτοιμα / να διαβρωθούν από τη σκέψη». Εδώ η διαίσθηση είναι προϊόν ωριμότητας και όχι πρωιμότητας. Η σκέψη ακολουθεί βεβαίως κάθε διαίσθηση και ο κόσμος βρίσκει το νόημά του πέρα από τον άνθρωπο: «Να μπορούσες μόνο να διάβαζες / Σωστά την ιδιοκτησία του αλφάβητου πάνω στις/ πέτρες, αυτήν την ευλογημένη ασάφεια». Έτσι και πάλι οι λέξεις γυρίζουν και μετατρέπονται στο αλφάβητο των πραγμάτων από το οποίο θεωρητικά έχουν ξεκινήσει με τα ιερογλυφικά και τα εικονικά αλφάβητα. Η γλώσσα επιστρέφει στη δεικτικότητά της απέχοντας από κάθε δηκτικότητα. Και τα πάντα μας τυλίγουν σαν χάδι: «Είναι το υπέροχο πράσινο φως / διυλισμένο φτάνει ως εδώ / αφήνει στα μέσα φυλλώματα των δέντρων / ένα χνούδι από το σύμπαν.» Ή παίζουν σε κάθε κίνηση το παιχνίδι του κόσμου: «Τρέμουν / επιζούν οι σουσουράδες / λεπτεπίλεπτες / πολύπειρες // όπως οι σκανταλιές των μικρών παιδιών». Τι ασύλληπτη σύνδεση της παιδικής σκανταλιάς με την κίνηση που κάνει η σουσουράδα με την ουρά της. Αναδεικνύοντας έτσι για πολλοστή φορά όμως τη σχέση της πραγματικότητας με την ποιητική αλήθεια: «Είναι ο ίδιος πελαργός που μ’ εξετάζει τώρα αυστηρά / να δει αν μπορέσω και πόσο ν’ αντέξω μεταφορές». Πόσο δηλαδή το ύφασμα του πραγματικού αντέχει τη μεταφορική του χρήση, γίνεται ρούχο, γίνεται κάλυμμα που μας τυλίγει, πόσο καταφέρνουμε να το αρμόσουμε με μια φαντασία μέσα στην οποία αυτό το ίδιο γίνεται εύπλαστο και ξαναπλάθεται μέσα στη γλώσσα πλέον απέχοντας χωρίς να εγκαταλείπει την αρχική του υλική φύση. Στο τέλος, τι άλλο είναι η ποίηση από το «να μελετώ το πολύ της πράξης από το λίγο της ζωής / ν’ αντιγράφω τα παράδοξα της δύσης του ήλιου». Η ποιητική σοφία είναι πάντα το απλούστερο που μπορεί να διατυπωθεί, αλλά χρειάζεται να διανύσεις μια διαδρομή για να την φτάσεις. Έτσι η διάσταση του χρόνου γίνεται όλο και πιο παρούσα εδώ. Και ο ποιητής ομολογεί απερίφραστα την ίδια στιγμή τη φυγόκεντρη και την κεντρομόλο τροχιά του που σαν να μη διαφέρουν, δανειζόμενος όμως πια τα λόγια του Σεφέρη από τις δικές του διαδρομές που του ταιριάζουν γάντι, όπως ο Βέης τα συντάσσει μέσα στο δικό του ποίημα: «ταξίδεψα κουράστηκα κι έγραψα λίγο / μα συλλογίστηκα πολύ το γυρισμό, σαράντα χρόνια· / σ’ όλες τις ηλικίες ο άνθρωπος είναι ένα βρέφος».[3] Έτσι γίνεται ένα ακόμη πέρασμα δικό του, μέσω κάποιου άλλου (όπως συμβαίνει και με τα ακροτελεύτια στις τελευταίες συλλογές όπου αφήνει τον τελευταίο λόγο στο βιβλίο σε έναν άλλον ποιητή και δη τον Κάλβο κυρίως αλλά και τον Παλαμά, μια πρωτοτυπία και μια υπόκλιση του Βέη),[4] αλλά και πέρασμα δικό μας ανάμεσα στα όντα του κόσμου, κινούμενοι από το τέλος προς την αρχή ή ακόμη κρατώντας πάντα κάτι από την αρχή ενώ βαδίζουμε προς το τέλος. Συνοψίζει λοιπόν: «γιατί του κόσμου είμαι μα σύνορα δεν αντέχω / τόσα χρόνια τους έλιωσα τους χάρτες, τις πορείες / άλγεβρα πλέον η κάθε κίνηση, η κάθε ώρα / σαν τα φύλλα στον αέρα δρόμοι, λιμάνια, γλώσσες». Σκόρπιοι μέσα στον στρόβιλο του χρόνου, ταξιδεμένοι κι αταξίδευτοι μαζί: εμείς οι ίδιοι φύλλα στον αέρα στους δρόμους και στα λιμάνια, και δίπλα μας οι γλώσσες, οι καθημερινές οι δικές μας και οι ποιητικές των άλλων και οι δικές μας που συνομιλούν. Όμως κάθε χώρος, κάθε ποιητική διαδρομή και όλα τα διαστήματα της ποίησης καταλήγουν στην αποδοχή του καιρού: «Θα ’ρθει η δίκαιη στιγμή να τα χωρέσει όλα / να γίνει ο καιρός έλεος»· ενός καιρού, του καιρού μας, του καιρού του, που συνοψίζεται σαν σε μια μονοκοντυλιά σε έναν καταυλισμό από ποιήματα από το 1974 ως το 2023. Κι αυτό είναι το έλεος του Γιώργου Βέη προς εμάς, στον καιρό που μοιραζόμαστε.


ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: