«Μόνο λογοτεχνία, λοιπόν»

 


Θανάσης Χατζόπουλος, Η στάση του πελαργού, Στερέωμα 2022

——————

«Πότε γράφει ένας ποιητής; Πότε γράφεις, τον ρωτούν κάποιοι με ζήλο, πότε προλαβαίνεις να γράψεις, ρωτούν κι άλλοι με ζηλόφθονα αγωνία. Πότε άραγε γράφει ένας ποιητής; […] Πότε; Ποτέ. Ποτέ και πάντα. Κάποτε με τεράστια διαλείμματα. Άλλοτε σε ελάχιστο χρόνο. Κάποτε χωρίς να το καταλάβει. Άλλοτε χωρίς να το ξέρει. […]

Όρθιος. Ο ποιητής γράφει πάντα όρθιος, σαν τον πελαργό. […] Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ώρα της μέρας ή της νύχτας που να μην είναι ενδεχομένως διαθέσιμη για την ποίηση και το γράψιμο, ακόμη κι όταν αυτή η διαθεσιμότητα είναι φαινομενικά αλλού δοσμένη και δεν επιτρέπει ούτε καν να σκεφτεί κανείς την ποίηση και τη γραφή. Αλλά ο ποιητής εκεί: ένας πελαργός στη φωλιά του, σκαρφαλωμένος στα ψηλά, να ατενίζει τον κάμπο και το πέλαγος μαζί, τις κορφές και τις κοιλάδες, τις πόλεις και τα χωριά, τον καύσωνα και τον παγετό»,

γράφει ο Θανάσης Χατζόπουλος στο δοκίμιο με τίτλο «Η στάση του πελαργού», τίτλος που κοσμεί και τον τόμο με τα μικροδοκίμια —όπως τα αποκαλεί ο συγγραφέας— ο οποίος κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Στερέωμα, αποδίδοντας με τον πλέον γλαφυρό τρόπο την ουσία της στάσης του Ποιητή έναντι στην Τέχνη που υπηρετεί. Ο τόμος αποτελείται από εξήντα δοκίμια, στα οποία ο ποιητής, συγγραφέας, δοκιμιογράφος και παιδοψυχίατρος Θανάσης Χατζόπουλος συζητά ποιητικά για μια πληθώρα θεμάτων που αφορούν στην ποίηση και τη γραφή.

«Η ποίηση αποτελεί εξ ορισμού μια μη αναλυτική τέχνη. Σκοπός της είναι η πύκνωση και η ένταση, ένα είδος κορύφωσης, και η με ελάχιστα μέσα δυνατότητα να ακουστεί ένας εν δυνάμει λόγος, μια ομιλία που συγχρόνως να λέει, να δείχνει και να σημαίνει».(σ. 7)

Τα ελάχιστα μέσα συνίστανται, σύμφωνα με τον Χατζόπουλο, στις λιγοστές λέξεις που συνθέτουν το ποίημα, στην αποσχηματοποίηση του λόγου μιας και η ποίηση «είτε διαλύει τα υπάρχοντα σχήματα, είτε τα αποφεύγει, είτε δημιουργεί νέα προς χρήση και καταστροφή» (σ. 15), αφού δουλειά της είναι το γίγνεσθαι, στις κρυφές αναλογίες που δομούν την ψυχική ζωή του ανθρώπου, αλλά και στη σιωπή. –Πότε γεννιέται ένας συγγραφέας; –Πως λειτουργεί η λευκή σελίδα; –Πως ανακαλύπτει ένας συγγραφέας τα αντανακλαστικά της μητρικής μέσα από τους μηχανισμούς μιας ξένης γλώσσας; –Μπορεί, άραγε, η ποίηση να λειτουργήσει ιαματικά; –Είναι ποτέ δυνατόν η ποίηση να ζωντανέψει τη χαμένη λάμψη των λέξεων, να μεταποιήσει τον φθαρμένο και διεφθαρμένο λόγο; –Ποια είναι η σχέση της φωνής με το ποίημα, της ανάγνωσης με την ουσιαστική απόδοση της εσωτερικής φωνής του ποιήματος; είναι κάποια μόνο από τα ερωτήματα πάνω στα οποία στοχάζεται ο Χατζόπουλος, ο οποίος αναπτύσσει τα θέματα των δοκιμίων του διαισθητικά, συνειρμικά, εμπειρικά, παραστατικά, επιδεικτικά και όχι αποδεικτικά. Ο συγγραφέας καταδεικνύει τα επιμέρους θέματα, μιας και το κεντρικό είναι ένα, η ποίηση, και αναπτύσσει ελεύθερα τις σκέψεις του διαλεγόμενος με τον αναγνώστη, χωρίς ίχνος επιβολής και βαρύγδουπων αναγωγών σε δυσνόητες και κουραστικές θεωρίες και σχήματα. Τα δοκίμια του τόμου δικαιολογούν απόλυτα τον υπότιτλο του βιβλίου «μικροδοκίμια», τόσο γιατί τηρούν τους κανόνες της έκτασης του είδους, αλλά και γιατί η φωνή του συγγραφέα, του ποιητή Θανάση Χατζόπουλου ακούγεται σε όλα τα κείμενα του βιβλίου, κύρια γνωρίσματα των οποίων είναι η λογοτεχνικότητα, οι υψηλές υφολογικές αξιώσεις, η υπαινικτικότητα, η υποβολή, αλλά και τίποτε το ανοίκειον –παραφράζοντας τον Καβάφη.
Ο διάλογος του συγγραφέα με ομότεχνούς του σε πολλά από τα πεζά του βιβλίου δεν σηματοδοτεί, θεωρώ, μόνο τις επιλογές του δοκιμιογράφου, αλλά και τις εκλεκτικές συγγένειες του ποιητή Χατζόπουλου. Ο Πεσσόα, η Ντίκινσον, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Καβάφης, ο Σικελιανός, ο Λάγιος, η Αγγελάκη-Ρουκ, ο Ασλάνογλου, ο Κάλβος, ο Ζακοτέ συνομιλούν με τα ανοιχτά εντός του συγγραφέα-ποιητή μέτωπα, ο οποίος με το ποιητικό, δοκιμιογραφικό, πεζογραφικό έργο του ανάβει φωτιά στις καθεστηκυίες νοοτροπίες, «στα λόγια όταν απλώς γεμίζουν το κενό της σιωπής αλλά φωτιά και στη σιωπή που μας τυλίγει ως γνήσιο ψεύδος» (σ. 218), «σε κάθε προσομοίωση, των ομοιωμάτων της λογοτεχνίας συμπεριλαμβανομένων που κυκλοφορούν “οικονομική αδεία” των εκδοτών τους», αλλά και «φωτιά του έρωτα» (σ. 219).
Αλήθειες προσωπικές και των άλλων και γι’ αυτό οικουμενικές αντηχούν στα δύο δοκίμια αφιερωμένα στη γενέθλια γη «Προς Κύμη» και «Σκιασμένα πρόσωπα». Οι χαμηλοί λόφοι και οι ελιές, τα γυμνά γκρίζα βουνά και οι πλαγιές σκιασμένες με τα κωνοφόρα δέντρα, τα ανοίγματα στη θαλάσσια θέα του Αιγαίου, «η αίσθηση ότι η Ανατολή είναι πέρα ως πέρα ελεύθερη από στεριά μέχρι τουλάχιστον τις ακτές της Ιωνίας που της κρύβει η γήινη καμπυλότητα» (σ. 178) συνθέτουν το ψηφιδωτό της διαδρομής προς την Κύμη Ευβοίας, μια διαδρομή που συμπληρώνεται από «ένα κομπολόι από χωριά», χωριά γνωστά και αγαπημένα για κάποιους από εμάς. Οι Κονίστρες, το Μονόδρυ, το Ωρολόγι, οι Καλημεριάνοι, οι Κήποι, ο Οξύλιθος, η Ενορία έχουν διατηρηθεί μακριά από την επίδραση του χρόνου, τόσο τη φθοροποιό, όσο και αυτήν της προόδου. Ονόματα που δεν είναι «παρά οι μετακινήσεις μας μέσα στη ζωή, έτσι όπως αυτές αντανακλώνται μέσα στη γλώσσα» (σ. 176), τα στοιχειώδη που ψιθυρίζουμε στην αρχή και το τέλος της ζωής μας. Η διαδρομή προς την Κύμη μεταστοιχειώνεται με την πένα του Χατζόπουλου σε ταξίδι αυτογνωσίας και απολογισμού για όσα μας σημάδεψαν και καθορίζουν την πορεία έως τον θάνατο.
Στο δεύτερο κείμενο με τίτλο «Σκιασμένα πρόσωπα» ο Χατζόπουλος με αφορμή μια παλιά φωτογραφία, συνηθισμένη, «από αυτές που τραβούσαν αναμνηστικό για κάθε τάξη», (σ. 184) μας ταξιδεύει πίσω στο χρόνο, κάπου στο έτος 1937 ή 1938, στο Δημοτικό Σχολείο Κύμης. Αγόρια και κορίτσια σκυθρωπά, ομοιόμορφα ντυμένα ποζάρουν μαζί με τον δημοδιδάσκαλο, «με το λευκό άνθος στην μπουτονιέρα», και τη δημοδιδασκάλισσα στην αρχή της σκάλας που οδηγεί στο πίσω μέρος και στην αυλή του άλλοτε ποτέ επιβλητικού κτιρίου. Η είσοδος του σχολείου, μεγαλειώδης, στο κέντρο του πλάνου του φωτογράφου, φωτίζεται «ανοίγοντας έναν ορίζοντα του οποίου αδυνατούμε να εικάσουμε το περιεχόμενο» (σ. 185). Η φωτογραφία πυροδοτεί τους μηχανισμούς της μνήμης και καθίσταται την ίδια στιγμή μια ψευδο-παρουσία και ένα τεκμήριο απουσίας, προσφέροντας ένα αρχείο του παρελθόντος και έναν νέο τρόπο για να διαχειριστούμε το παρόν μας. Το παρελθόν αναδύεται ζοφερό. Τα πρόσωπα της φωτογραφίας είναι σε ηλικία που μπορούν να «καταλαβαίνουν», ενώ τα δεινά που θα ακολουθήσουν εξαιτίας του πολέμου και της Κατοχής θα τερματίσουν βίαια την αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Ωστόσο, το πιο τραγικό της ιστορίας δεν είναι το ερεβώδες παρελθόν που αναπηδά μέσα από τη χάρτινη στιγμή του χρόνου. Το πιο τραγικό -για μένα τουλάχιστον- είναι πως η φωτογραφία δεν πιστοποιεί μόνο το μητρώο της θνητότητας των ανθρώπων, αλλά και του κτιρίου. Το Δημοτικό Σχολείο Κύμης θα γίνει αρκετές δεκαετίες αργότερα θύμα εμπρησμού, παρανάλωμα της ανθρώπινης αβελτηρίας, αυτής που «συνήθως δεν φαίνεται, αλλά βρίσκεται πάντοτε στο υπέδαφος μιας λειψής πρόνοιας» (σ. 187). Το κτίριο, ένα αποστεωμένο κουφάρι, στέκεται στην είσοδο της πόλης και περιμένει την αναγέννησή του μέσα από τις στάχτες. Για όλους εμάς που φοιτήσαμε στο Δημοτικό Σχολείο Κύμης, φωτογραφηθήκαμε στις σκάλες του, τραγουδήσαμε, φωνάξαμε, κλάψαμε μέσα στις ψηλοτάβανες αίθουσές του, που χαράξαμε την προσωπική πορεία μας «με συγκλίσεις και αποκλίσεις από τους οικείους και τους γύρω» (σ. 187), το σχολείο αυτό έχει ουσιαστική σημασία, αφού εκεί φύτρωσε και βλάστησε ο δικός μας σπόρος, που αποτέλεσε την αρχή του ταξιδιού μας στη ζωή.
Ο Θανάσης Χατζόπουλος στα κείμενα του τόμου Η στάση του πελαργού εξασφαλίζει για τον αναγνώστη ένα ταξίδι γνώσης, συναισθημάτων, εμπειριών, βιωμάτων, ένα ταξίδι στο είναι του καθενός. Ο συγγραφέας μας θυμίζει αβίαστα, σχεδόν ανεπαίσθητα το αυτονόητο: «Η σχέση με τον εαυτό γίνεται σχεδόν υποχρεωτική, ειδικά όταν κανείς ταξιδεύει μόνος» (σ. 210). Πως μπορεί κανείς να βαθύνει στη σχέση αυτή; Μα, μόνο με τη λογοτεχνία, η οποία «παραμένει ένα ανοιχτό και ελεύθερο πεδίο άσκησης της ανθρώπινης ψυχής» (σ. 211), ένα πεδίο στο οποίο αναμετριόμαστε με την έσω και έξω πραγματικότητα.

Μόνο λογοτεχνία, λοιπόν.

 

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: