«Μάνα κινδυνεύω / αιωνία σου η μνήμη…»

Aυρόγραφο ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ (Αρχείο «Χάρτη»)
Aυρόγραφο ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ (Αρχείο «Χάρτη»)

Ο θρήνος για τη μάνα στην ποίηση της Ρουκ


Μήπως κι είναι θηλυκός ο θάνατος τελικά; Θα δούμε.[1]

αναρωτιέται η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ στο ποίημά της με τίτλο «Η αλφαβήτα μιας ζωής», από την ποιητική συλλογή Η ύλη μόνη (2001), τονίζοντας «τον έντονο βιωματικό και κατ’ επέκταση υπαρξιακό πυρήνα που συνέχει την ποίησή της»,[2] αλλά και την καίρια συμβολή της στην «πρώιμη συνειδητοποίηση της γυναικείας ιδιαιτερότητας»[3] και του ποιητικού προβληματισμού της «για μια ποίηση πάσχουσα»[4] εξαιτίας «της ερημίας που συνεπάγεται η αυτοτέλειά της».[5] Η κριτική έχει πολλαπλά και πολύτροπα επισημάνει ως δεσπόζουσα αρχή της ποίησης της Αγγελάκη-Ρουκ τη σωματικότητα, με την οποία «συναρτώνται και συλλειτουργούν […] μια σειρά από γνωρίσματα όπως ο ερωτισμός, η εσωτερικότητα, το αίσθημα της μοναξιάς, η εξύμνηση της υλικής ζωής και η αγωνία του θανάτου».[6] Εικόνες του ανθρώπινου σώματος που ερωτεύεται, αισθάνεται, αγγίζεται, αιμορραγεί, πονά, υποφέρει, πεθαίνει ή είναι ήδη νεκρό κυριαρχούν στα ποιήματα της Αγγελάκη-Ρουκ.[7]

Η ποιήτρια στη μελέτη της με τίτλο «Sex Roles in Modern Greek Poetry»[8] θεωρεί πως το κύριο παράδοξο της ποίησης είναι το γεγονός πως το ποίημα είναι ταυτόχρονα το μέσο αλλά και το αποτέλεσμα της αυτογνωσίας του δημιουργού του, καθώς η γέεννα της γραφής προϋποθέτει ενδοσκόπηση και αναζήτηση του εαυτού. Ειδικά για τις γυναίκες ποιήτριες η αναζήτηση αυτή στοχεύει στον προσδιορισμό της γυναικείας ταυτότητας μέσα σε έναν κόσμο φτιαγμένο από άντρες και προορισμένο για άντρες. Η ποιήτρια σταχυολογεί ποιήματα γυναικών και αντρών ποιητών –όπως της Πολυδούρη, της Μελλισάνθης, της Δημουλά, της Ησαῒα, της Παμπούδη, της Δαλακούρα, του Σεφέρη, του Ελύτη, του Φωστιέρη– για να κάνει μια πρώτη ανίχνευση του ρόλου της γυναίκας στη νεώτερη ελληνική ποίηση. Καταλήγει στο συμπέρασμα πως η νεώτερη ελληνική ποίηση εμπνέεται στο σύνολό της από τον θάνατο, το κεντρικό θέμα της είναι η απώλεια, ενώ ο τόνος της είναι ελεγειακός. Πρόκειται, επίσης, για ποίηση που αναδεικνύει την ολοκληρωτική κυριαρχία των αντρών στην ελληνική κοινωνία, αλλά και στον ποιητικό λόγο, ενώ μόνο νεώτερες δημιουργοί επιδιώκουν να αρθρώσουν λόγο διαφορετικό, υψώνοντας το ανάστημά τους έναντι στο κοινωνικό και ποιητικό κατεστημένο. Διαβάζοντας την πρώιμη αυτή μελέτη της Αγγελάκη-Ρουκ αισθανόμαστε πως η ποιήτρια ιχνηλατεί τη δική της στάση απέναντι στον έρωτα, τον θάνατο, το σώμα και τις επιτακτικές ανάγκες του, την έσω και την έξω πραγματικότητα.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον αποκτά υπό την οπτική αυτή η στάση του ποιητικού υποκειμένου στο έργο της Αγγελάκη-Ρουκ έναντι στο μυστήριο του θανάτου, που προμηνύει κι ευτυχισμένες μέρες, έστω και μες στη λογική του ύπνου.[9] «Η στέρηση του έρωτα συναρτάται με τη μελέτη του θανάτου», όπως ορθά υποστηρίζει η Έλλη Φιλοκύπρου, εντείνοντας την αίσθηση της αναπόδραστης και μη αντιστρέψιμης φθοράς του ανθρώπινου σώματος, ενώ η ιδέα του θανάτου μεγεθύνει τη μοναξιά που προκαλεί η απουσία του έρωτα.[10] Στην ποίηση του 20ού αι. οι γυναίκες ποιήτριες είναι αυτές που εντονότερα διατυπώνουν ένα αίσθημα εγκατάλειψης, οργής, θυμού όχι μόνο απέναντι στον θάνατο, αλλά και απέναντι στον ίδιο τον νεκρό, καθώς αναζητούν τους αισθητικούς εκείνους τρόπους που θα είναι ικανοί να εγγράψουν τη μνήμη τους με στόχο να εξορκίσουν τη θλίψη της απώλειας. Οι γυναίκες ποιήτριες κυρίως της μεταπολεμικής περιόδου, σύμφωνα με την Gail Holst-Warhaft, εγκαταλείπουν τις παραδοσιακές μορφές έκφρασης του θρήνου, ερχόμενες σε δραστική ρήξη με την παράδοση. Ειδικά για την ποίηση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ η μελετήτρια τονίζει την αίσθηση της εσωτερικής πάλης απέναντι στον θάνατο, που χαρακτηρίζει το ποιητικό υποκείμενο του έργου της.[11]

Ακολουθώντας τα χνάρια του θρήνου στην ελληνική παράδοση διαπιστώνουμε πως ο θρήνος ως έκφραση του πόνου που προκαλεί ο θάνατος στον άνθρωπο είναι «γυναικεία υπόθεση». Αν και τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες οφείλουν να θρηνούν, ωστόσο ο θρήνος υπόκειται σε διαφορετικούς κανόνες ανάλογα με το γένος αυτού που πενθεί. Η Margaret Alexiou στην εμβληματική μελέτη της για τον τελετουργικό θρήνο στην ελληνική παράδοση και για τη σχέση ανάμεσα στον θρήνο και την ταφή κατά την ελληνική αρχαιότητα σημειώνει πως «η τελετουργική επισημότητα των αντρών, που εισέρχονται εν πομπή, συνήθως από τα δεξιά, με το δεξί τους χέρι υψωμένο σε ομοιόμορφη κίνηση, βρίσκεται σε έντονη αντίθεση προς την άγρια εκστατικότητα των γυναικών, που στέκονται γύρω από τη νεκρική κλίνη σε διάφορες στάσεις και θέσεις».[12] Η εκφορά του νεκρού έπρεπε να διεξαχθεί σιωπηλά και γι’ αυτό η πομπή των γυναικών ακολουθεί αυτή των αντρών.[13] Κατά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια στόχος είναι πάλι η επιβολή της τάξης κυρίως στον χώρο των γυναικών, οι οποίες τοποθετούνται κοντά στις παρθένες και χωριστά από τους άντρες.[14] Στη νεότερη Ελλάδα ο θρήνος είναι καθήκον των γυναικών που σε κάποιες περιπτώσεις, όπως στη Μάνη, συνοδεύεται από γοερές κραυγές και στηθοκοπήματα.[15] Ο άντρας μέσω του θρήνου προβάλλει τις αρετές του θανάτου, ο οποίος είναι αποτέλεσμα του αγώνα για ένα υψηλό ιδανικό, ενώ η γυναίκα πενθεί –ένα πένθος που το εξωτερικεύει με πληθώρα δακρύων– την προσωπική της απώλεια σε όρους συναισθηματικούς, κοινωνικούς, ακόμα και οικονομικούς. Ο θάνατος για τη γυναίκα στη λαϊκή παράδοση είναι ο μεγάλος, ανίκητος εχθρός.[16]

Στην ποίηση του πένθους, τη γνωστή –ήδη από την αρχαιότητα– ως ελεγεία, στόχος του ελεγειακού ποιητή, ο οποίος κατά κύριο λόγο είναι άντρας, ήταν να παρουσιάσει τον εαυτό του ως διάδοχο της ποιητικής παράδοσης του είδους. Ένα από τα κύρια ερωτήματα που οι ελεγειακοί ποιητές έθεταν στον εαυτό τους είναι κατά πόσο μπορούν να θρηνήσουν γράφοντας, ποια είναι η καλύτερη μορφή του λόγου για να επιτευχθεί ο υψηλός αυτός στόχος,[17] μιας και «ο άντρας ελεγειακός είναι από την αρχή μια μορφή ενός ανερχόμενου καριερίστα».[18] Αντίθετα, όταν οι γυναίκες γράφουν για τον θάνατο διατυπώνουν τον προσωπικό τους πόνο για την απώλεια του αγαπημένου και τη βία του θανάτου. Η ματιά τους έντονα ειρωνική αποδομεί κάθε παρηγορητική ρητορική με αποτέλεσμα να οδηγούνται σε ακραίες καταστάσεις αδιάκοπου θρήνου, είτε ακόμη και άρνησής του, απορρίπτοντας τον θάνατο ως οντολογική πραγματικότητα.[19] Ενδιαφέρον έχει και η επιλογή της ελεγείας ως το κατάλληλο όχημα για να μιλήσουν οι γυναίκες ποιήτριες για θέματα μείζονος πολιτικής και κοινωνικής σημασίας, υιοθετώντας νέες συμβάσεις που θέτουν τον εαυτό τους στο κέντρο του ποιήματος και του ποιητικού θρήνου.[20]

Το ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ με τίτλο «Η μάνα μου κι ο Σατανάς», από τη συλλογή Μαγδαληνή, Το μεγάλο θηλαστικό (1974)[21] συνιστά σπουδή θανάτου, καθώς η ποιήτρια εξετάζει την αντίδραση του ποιητικού υποκειμένου στον θάνατο της μάνας, ελέγχει τις αδυναμίες του και απορροφάται από την ανάγκη της να μεταγράψει τον θρήνο σε ποιητικό λόγο.

Τη Μεγάλη Παρασκευή
η Παναγιά ξαναγίνεται το πρόσωπο της ημέρας
κι η δική μου η μάνα ξεμαρμαρώνει.
Δε φοράει πια κείνο το ροζ
που τη θάψανε
κι ούτε κατεβαίνει ολοένα
με το κουτί της μαζί.
Τη Μεγάλη Παρασκευή
η μάνα μου ζωντανή, ζεστή σαν το κερί
φοράει το τετριμμένο και μαζί το άλλο.
Το νύχι της το προτελευταίο
παχουλό στις άκρες σαν το δικό μου
άγνωστη
όταν κρυφοσκεφτόταν
και κρυφοαμάρτανε
μακριά μου
σαν άρχιζε τον ατέλειωτο θρήνο της
ΜΕ ΒΑΣΑΝΙΖΕΙ
.[22]

Η ποιητική ηρωίδα με αφορμή τον θρήνο της Παναγίας κατά τη Μεγάλη Παρασκευή ανακαλεί στη μνήμη της τη νεκρή μάνα και τον δικό της θρήνο γι’ αυτήν. Τα Πάθη του Χριστού, όπως βρίσκουν έκφραση μέσα από την υμνογραφία και τη ρητορική της Μεγάλης Εβδομάδας, προσφέρουν παρηγοριά στους πιστούς, καθώς αποτελούν το μέσο για τη λύτρωση από τα δεσμά της αμαρτίας και του αιώνιου θανάτου. Ωστόσο, ο θρήνος της ηρωίδας για τη νεκρή μάνα δεν επενεργεί λυτρωτικά αλλά την ΒΑΣΑΝΙΖΕΙ –με κεφαλαία γράμματα, ακριβώς για να δηλωθεί η ένταση του συναισθήματος– μιας και

δεν πρόλαβα
δε θα προλάβω
να βρω το λάθος
ως την Ανάσταση.
[23]

Η άρνηση του θαύματος της Ανάστασης για τη δική της μητέρα, κεντρικό στη σωτηριολογική διάσταση του χριστιανικού μύθου, αναδεικνύει τον αδιέξοδο θρήνο της ηρωίδας, την εγκόσμια σύλληψη της πραγματικότητας, χωρίς τάσεις μεταφυσικής θέασης ή υπέρβασης των υπαρξιακών προβληματισμών του ανθρώπου και την επιλογή της να έρθει σε ρήξη με τις παραδεδομένες συμβάσεις.

Μνήμες από το παρελθόν κατακλύζουν την ποιητική ηρωίδα, που επιδιώκει εναγώνια να ανασυνθέσει την εικόνα της νεκρής μάνας και τη θέση της μέσα στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον.

Μάνα μου
κηδεία πολυπρόσωπη
καπέλα και συναναστροφές
οι ιστορίες δε σε σκάβουν
μόνο σε ονοματίζουν
σε τοποθετούν, σε αναφέρουν
όμως εγώ θέλω το μέσα μέσα μέσα
το εσωτερικό απ’ το δέρμα σου
το μηχανάκι της αναπνοής σου
κι εκείνο το άλλο
το καλικαντζαρένιο
της σκέψης σου.
Πόσο είχες απ’ αγιοσύνη
πόσο από σκουριά
πόσο είχες την ειρήνη
την εκ γενετής
.[24]

Η ενθύμηση ευτυχισμένων στιγμών με τη μητέρα δεν αντιπροσωπεύουν την αλήθεια της μορφής της. Η ποιητική ηρωίδα επιδιώκει μέσω του θρήνου της να αναπλάσει το μέσα μέσα μέσα της μητέρας της, το αληθινό της πρόσωπο, αυτό που θα καθορίσει και τη δική της ταυτότητα και θα την ωθήσει να τολμήσει να γλιστρήσει «σε τόπους αναγίαστους»,[25] όπου

Βρέχει
έχω βγει έξω
πέφτει κατάρα και φωτιά
έχω βγει έξω
διακινδυνεύω.
[26]


Ο σκοπός του θρήνου της νεκρής μάνας δεν είναι να μνημειωθεί η μορφή της, αλλά να συντηρηθεί και να αποκαλυφθεί η ουσία του παρελθόντος, υποδαυλίζοντας ταυτόχρονα το παρόν και το μέλλον της ποιητικής ηρωίδας. Παράλληλα, η αυτοβιογραφική αναφορά «Ελένη, Ελένη» σε συνδυασμό με την περιγραφή της μορφής της νεκρής φορώντας τη μάσκα της απουσίας «αλευρένια, του θανάτου / με κόκκινη κλωστή για στόμα» ενισχύει τον σπαρακτικό θρήνο της ηρωίδας, που αδυνατεί να την εγκαταλείψει.

Η ποίηση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ με γνήσιο αίσθημα και αμεσότητα φέρνει στην επιφάνεια εμπειρίες, βιώματα, αισθήσεις και τραύματα, καθώς προβληματίζεται σταθερά πάνω στο αιώνιο δίπολο: ζωή νς θάνατος. Παρά τις όποιες αυτοβιογραφικές αναφορές που μπορούμε να εντοπίσουμε στα ποιήματά της, η Αγγελάκη-Ρουκ κατορθώνει να αναγάγει το ατομικό βίωμα σε συλλογικό, να αποδώσει με την ποιητική γραφή της την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο θάνατος συνιστά κεντρικό θέμα του προβληματισμού της και συναρτάται με ποικίλες θεματικές του έργου της, όπως ο έρωτας, η φύση, το σώμα, κτλ. Με το ενδεικτικό παράδειγμα που παρουσιάσαμε στην παρούσα εργασία θέτουμε τον προβληματισμό μας για την αναγκαιότητα μιας ευρύτερης, πληρέστερης και πιο σφαιρικής προσέγγισης της ποίησης της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ υπό την οπτική της οργανικής σύνδεσής της με το θέμα και την πραγματικότητα του θανάτου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: